Τρία βιβλία του Ηλία Μπεριάτου
Ηλίας Μπεριάτος
Οργάνωση του χώρου, δομημένο περιβάλλον και κτισμένη
κληρονομιά στην Κεφαλονιά
Αθήνα: Λογότυπο, 2023, σελ. 245
Μπορούμε άραγε να δούμε τη
χωροταξία, την ανθρωπογενή οργάνωση του χώρου, χώρια από τις κοινωνικές,
οικονομικές, ιστορικές της συνιστώσες; Η ιχνηλάτηση του τρόπου με τον οποίο
διαχρονικά οι άνθρωποι (οι κοινωνίες, αλλά και η εξουσία) επιλέγουν να δομήσουν
τον τόπο όπου κατοικούν, δρουν, και συνυπάρχουν, τον ιδιωτικό και τον δημόσιο
χώρο, μπορεί να μας δώσει άραγε εναύσματα για την εξέλιξη αυτής της
διαδικασίας;
Τα ερωτήματα είναι ασφαλώς ρητορικά – και
είναι δεδομένο ότι η πορεία των ανθρώπινων κοινωνιών είναι στενά
αλληλεξαρτώμενη με τον τρόπο που επιλέγουν να παρέμβουν στη φύση. Και αυτή η
παρέμβαση είναι δυναμική, αενάως εξελισσόμενη, όπως αενάως εξελίσσονται οι
κοινωνίες και μαζί τους οι ανάγκες για κατοικία, για χώρους επαγγελματικής
δράσης, για δημόσιο χώρο, για συγκοινωνιακά δίκτυα. Το ζήτημα είναι αν ο
άνθρωπος οργανώνει τον χώρο του σχεδιασμένα, με όραμα και στρατηγική, σύμφωνα
με τους κανόνες της επιστήμης και με το βλέμμα στο απώτερο μέλλον ή επιλέγει
τις πρόχειρες, ή «βολικές», βραχυπρόθεσμου οφέλους για κάποιους λύσεις, που δεν
βλέπουν μακριά, και συχνά οδηγούν τις επόμενες γενιές σε αδιέξοδο. Κι αυτό
γιατί το χτισμένο περιβάλλον δεν μπορεί να αλλάξει, «με ένα νόμο και ένα
άρθρο». Τα λάθη συχνά δεν είναι αναστρέψιμα, ή η αντιμετώπιση των προβλημάτων
που προκύπτουν απαιτεί μεγάλο οικονομικό αλλά και πολιτικό ή κοινωνικό κόστος.
Από αυτήν την άποψη το βιβλίο του
καθηγητή Ηλία Μπεριάτου Οργάνωση του χώρου, δομημένο περιβάλλον και κτισμένη
κληρονομιά στην Κεφαλονιά, που συγκεντρώνει δεκατέσσερις μελέτες του
συγγραφέα γύρω από το θέμα, εκτεινόμενες
χρονικά από τον 18ο αιώνα έως και τις μέρες μας, είναι ένας
πολύτιμος οδηγός για το «πώς φτάσαμε ως εδώ», με τα μάτια ενός ειδικού
επιστήμονα, που παράλληλα υπηρέτησε και στη δημόσια διοίκηση σε επιτελικές
θέσεις. Εδώ όμως κυριαρχεί ο επιστημονικός λόγος – μια διεπιστημονική
προσέγγιση. Στην επί δεκαετίες ερευνητική του δραστηριότητα, προσπαθεί να
προσεγγίσει το θέμα πολυπρισματικά, κατανοώντας ότι είναι αδύνατο να μελετηθεί
η χωροταξική οργάνωση ξέχωρα από την πληθυσμιακή – δημογραφική πορεία του
τόπου, αλλά και από τη θεσμοθετημένη κοινωνική του οργάνωση, τους Οργανισμούς
Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και τις κεντρικές κυβερνητικές αποφάσεις. Όλα αυτά
σε συνδυασμό με τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά του τόπου.
Η εισαγωγή του βιβλίου περιέχει
ενδελεχή βιβλιογραφική ανασκόπηση των μέχρι σήμερα δημοσιευμένων επιστημονικών
άρθρων αλλά και των διπλωματικών εργασιών ειδικών τεχνικών μελετών που έχουν με
διάφορες ευκαιρίες εκπονηθεί με παραγγελία της διοίκησης, ενώ ο βιβλιογραφικός
οδηγός που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου δίνει την ευκαιρία στον φιλέρευνο
αναγνώστη να εντρυφήσει περαιτέρω στα εξεταζόμενα θέματα. Ιδιαίτερα χρήσιμες
για τον αναγνώστη είναι οι υπό τύπον υστερογράφου σημειώσεις του Συγγραφέα στο
τέλος κάθε μελέτης, που «επικαιροποιούν» τα κείμενα γνωρίζοντάς μας τις
εξελίξεις στο διάστημα που μεσολάβησε.
Στα έξι κεφάλαια του βιβλίου θα
συναντήσουμε διαφορετικές, χρονολογικά αλλά και θεματικά πτυχές του θέματος.
Στο πρώτο κεφάλαιο είναι αξιοσημείωτη η αρκετά πρώιμη (ήδη από τις αρχές της
δεκαετίας του 2000) εστίαση στους νέους τρόπους με τους οποίους χαρτογραφούμε
και σχεδιάζουμε το νέο περιβάλλον, με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών, τομέας
στον οποίο τις τελευταίες δυο δεκαετίες έχει συντελεστεί πραγματικά ένα “big bang”, μια μεγάλη έκρηξη.
Στο δεύτερο κεφάλαιο διαπιστώνουμε
πώς η διοικητική οργάνωση ενός χώρου, άρα ουσιαστικά ο τρόπος που λαμβάνονται
οι αποφάσεις για όλα, μπορεί να είναι καθοριστικός παράγοντας. Το παράδειγμα
της Κεφαλονιάς, ασυνήθιστης στο κοινοτικό μοντέλο του ελλαδικού χώρου της
Τουρκοκρατίας, που «εισέρχεται» στο σύστημα των δήμων με την Ένωση, και κατόπιν
για δεκαετίες στο κατακερματισμένο σύστημα των κοινοτήτων, οι ενοποιήσεις του
«Καποδίστρια» και του «Καλλικράτη», φέρνουν ανατροπές και στον τρόπο με τον
οποίο καθορίζεται η χωροταξική οργάνωση. Αλλά και οι πληθυσμιακές μεταβολές που
φέρνει η μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική των Κεφαλονιτών, είναι
καθοριστικές. Η Ένωση βρίσκει την Κεφαλονιά με τον μεγαλύτερο πληθυσμό (80.969
κατοίκους, από τους οποίους λιγότερο από 10% ζει στην πρωτεύουσα. Σήμερα, με
37.736 κατοίκους, περίπου 30% ζει στο Αργοστόλι και ένα μεγάλο μέρος του νησιού
έχει ερημώσει. Όπως επισημαίνει ο
συγγραφέας, το νησί μας, πέρα από τη μεγάλη του έκταση, είχε το χαρακτηριστικό
της πολυκεντρικότητας – πολλά επιμέρους κέντρα μικρότερα ή μεγαλύτερα. Σήμερα,
οικιστικά μπορεί να ισχύει αυτό, βλέπουμε την άνοδο της οικοδομής σε όλο το
νησί λόγω του τουρισμού, αλλά… πληθυσμιακά οι περιοχές υψηλής τουριστικής
επισκεψιμότητας τον χειμώνα είναι έρημες. Έχουμε το χειμώνα χιλιάδες κλειστές
κατοικίες, και την ίδια στιγμή παρατηρείται έλλειψη στην προσφορά στέγης προς
ενοικίαση.
Η αναφορά στη διοικητική οργάνωση
αλλά και στα έργα υποδομής που έγιναν στο Ιόνιο Κράτος, με κύριο όφελος για τον
τόπο τη χάραξη και κατασκευή συγκοινωνιακού δικτύου, αλλά και δημόσιων υποδομών
και κτηρίων, που ένωσε από ξηράς τα πολλά κέντρα του νησιού που παρουσιάζεται
στο επόμενο κεφάλαιο έχει επίσης εξαιρετικό ενδιαφέρον. Βλέπουμε πώς σε μια
πρώιμη περίοδο ο σχεδιασμός και υλοποίηση τέτοιων υποδομών μπορούν να καταστούν
μοχλοί οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής κινητικότητας.
Κι επειδή, όπως προείπαμε, οι
ανθρώπινες παρεμβάσεις στο περιβάλλον είναι δύσκολο να ανατραπούν, στο επόμενο
κεφάλαιο του βιβλίου βλέπουμε πως η Κεφαλονιά, μέσα από μια φυσική και
ανθρωπιστική καταστροφή, τους σεισμούς του 1953, είχε μια τέτοια ευκαιρία και
μάλλον δεν την αξιοποίησε. Οι σεισμοί ισοπεδώνουν σχεδόν τα πάντα, η δυνατότητα
επανασχεδιασμού από μηδενική βάση είναι παρούσα – ακόμα και μεγάλες
φυσιογνωμίες της αρχιτεκτονικής όπως ο Le Corbusier εμφανίζονται
πρόθυμοι να συμβάλλουν στη διαδικασία της ανοικοδόμησης. Ωστόσο, και χωρίς να
«ισοπεδώνουμε» κι εμείς τα πάντα και να παραβλέπουμε την ανάγκη να καλυφθούν οι
ανθρωπιστικές ανάγκες στέγασης και βασικών υποδομών, και πάλι αυτός ο
σχεδιασμός, αλλά και τα βήματα που ακολούθησαν τις επόμενες δεκαετίες και
συνεχίζονται μέχρι σήμερα, φαίνεται να δείχνουν το μάλλον αυτονόητο για τη χώρα
μας: Ότι η πίεση που ασκούν διάφορες ομάδες συμφερόντων προς την τοπική ή
κεντρική εξουσία είναι ισχυρότερη από την επιλογή των λύσεων που προσφέρει
εκάστοτε η επιστήμη. Το τελικό κριτήριο δεν είναι ασφαλώς ο μακροπρόθεσμος
σχεδιασμός, δεν είναι καν η οικονομική σχέση κόστους-οφέλους, αλλά είναι μια
συνισταμένη πολλών παραγόντων που προκρίνουν το στενότερο σε βάθος χρόνου αλλά
και σε κοινωνικό αντίκτυπο όφελος. Οι συγκρούσεις που απαιτούν οι τολμηρές και
καινοτόμες επιλογές έχουν το ρίσκο του πολιτικού κόστους, ενώ άλλες,
επιστημονικά πιο ανορθόδοξες επιλογές γίνονται χάριν του πολιτικού (και όχι
μόνο) οφέλους. Και εδώ ασφαλώς οι ευθύνες δεν βαρύνουν μόνο τις διοικήσεις ή
και την κεντρική εξουσία, αλλά και την ίδια την κοινωνία. Ακόμη και οι σεισμοί
ήταν δύσκολο να πείσουν όλη την κοινωνία να αλλάξει ριζικά την οργάνωση του
χώρου της – τα αποτελέσματα όμως αυτής της ατολμίας τα υφίστανται κυρίως οι
επόμενες γενιές, αυτές που δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν στους στενούς δρόμους
των πόλεων και των χωριών, ή που αναζητούν απεγνωσμένα χώρους στάθμευσης,
πρασίνου και αναψυχής.
Στα δυο τελευταία κεφάλαια ο
συγγραφέας αναφέρεται σε ειδικότερες εκφάνσεις της μοντέρνας αρχιτεκτονικής
στην Κεφαλονιά και δη στο Ληξούρι και την Παλική: Στα μοντέρνας αρχιτεκτονικής
κτήρια του Α’ Δημοτικού και του Μαντζαβινατείου Νοσοκομείου, αλλά και στην
αρχιτεκτονική των ιερών ναών, μια ακόμα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διάσταση της
οργάνωσης του δημόσιου χώρου. Οι χώροι εκπαίδευσης και παροχής υπηρεσιών υγείας
και πρόνοιας, αλλά και οι χώροι λατρείας, είτε ενοριακοί είτε ιδιωτικοί,
αποτελούν ιδιαίτερα ενεργά τμήματα της δημόσιας ζωής. Ως τέτοια, και εφ’ όσον
επιθυμούμε να είναι ζωντανά κομμάτια του κοινού μας βίου πρέπει να είναι
λειτουργικά και προσπελάσιμα. Ακόμη και τα δημόσια μνημεία πρέπει να είναι
ζωντανά, να μην είναι «μνήματα» ενός παρελθόντος ή μιας συγκεκριμένης σχολής
αρχιτεκτονικής. Είναι λοιπόν αναγκαίο οι τοπικές κοινωνίες και η κεντρική
διοίκηση να φροντίζουν ώστε αυτό το τμήμα του δομημένου περιβάλλοντος να μην
είναι ένα νεκρό κομμάτι του οικιστικού ιστού.
Το Α΄Δημοτικό Σχολείο Ληξουρίου
είναι ένα τέτοιο μεγάλο στοίχημα. Άλλο ένα είναι η Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη. Αλλά
και νεότερα κτήρια της πόλης του Ληξουρίου που τόσο ταλαιπωρήθηκε από τους
δίδυμους σεισμούς του 2014. Το Δημαρχείο, που άρχισε να αποκαθίσταται, το Δημοτικό
Θέατρο της Πόλης. Αντίστοιχα, στο Αργοστόλι, το Αρχαιολογικό Μουσείο, το Ξενία,
το παλαιό Γυμνάσιο Θηλέων, το παλαιό κτήριο της Αστυνομίας. Όλα περιμένουν,
κλειστά και μελαγχολικά, να βρουν τη θέση που τους ανήκει στον συλλογικό βίο
της πόλης.
Και ας ελπίσουμε ότι αυτό το
βιβλίο, που με επιστημονική ματιά διατρέχει τους τελευταίους τρεις αιώνες χωροταξίας
και πολεοδομίας σε αυτό το νησί, θα δώσει το έναυσμα για αυτό που απαιτείται να
γίνει από όλους. Έναν διαρκή, μεθοδικό, σύμφωνο με τους κανόνες της επιστήμης
σχεδιασμό, που θα ανατροφοδοτείται και θα αναθεωρείται ασφαλώς με γνώμονα τις
ανάγκες των πολιτών και τις εξελίξεις, τεχνολογικές, κλιματικές, οικονομικές και
με πρωαρχικό στόχο μια καλύτερη, μακροπρόθεσμα ποιότητα ζωής των ανθρώπων, τη
δημιουργία ενός χώρου όπου η κοινωνία θα μπορεί να συμβιώνει, να οικονομεί, να
συμμετέχει, να παράγει, να εξελίσσεται.
Ηλίας Τουμασάτος
Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη,
13-7-2024
Ηλίας
Μπεριάτος
Παρεμβάσεις
για το φυσικό και δομημένο περιβάλλον (και όχι μόνο) στην Κεφαλονιά.
Αθήνα,
Ιούνιος 2024, σελ. 418.
Οι Παρεμβάσεις για το φυσικό και δομημένο περιβάλλον (και
όχι μόνο) στην Κεφαλονιά, του Ηλία Μπεριάτου που παρουσιάζουμε σήμερα,
συγκεντρώνουν σε έναν τόμο 418 σελίδων τον δημόσιο λόγο του συγγραφέα, που έχει
εκφραστεί τόσο στις επιτελικές θέσεις στις οποίες έχει υπηρετήσει όσο και στη
δράση του ως ενεργός πολίτης, είτε ατομικά, είτε δρώντας στις οργανώσεις της
Κοινωνίας των πολιτών, κυρίως μέσα από τη συμμετοχή του στο Ίδρυμα Κεφαλονιάς
και Ιθάκης.
Τα κείμενα είναι διαφόρων ειδών – άρθρα σε έντυπα και
ηλεκτρονικά ΜΜΕ, συνεντεύξεις και δηλώσεις, ομιλίες σε δημόσιες εκδηλώσεις αλλά
και «επίσημες» παρεμβάσεις στα θεσμικά όργανα στα οποία υπηρέτησε ο συγγραφέας.
Έχουμε λοιπόν εδώ μια ποικιλομορφία κειμένων, που ταξινομούνται χρονολογικά στα
έξι πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, με αφετηρία τη δεκαετία του 1970 και προορισμό
στο σήμερα. Ωστόσο, κάποιες ειδικές θεματικές επιλέγεται να παρουσιαστούν σε
ιδιαίτερο κεφάλαιο (η προστασία και ανάδειξη του Εθνικού Δρυμού του Αίνου και η
γέφυρα Δεβοσέτου στο Αργοστόλι), ενώ το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου
περιλαμβάνει αποχαιρετισμούς του συγγραφέα σε εμβληματικές μορφές της
Κεφαλονιάς που έφυγαν από τη ζωή, αφήνοντας για το τέλος, ασφαλώς, τον Αντώνη
Τρίτση, κομβικό πρόσωπο και για την πολιτική ιστορία του τόπου αλλά και για την
πορεία του ίδιου του κ. Μπεριάτου.
Τα κείμενα είναι θεματικά και γεωγραφικά προσδιορισμένα, και
αποτελούν μέρος του δημόσιου λόγου του συγγραφέα, που ξεδιπλώνεται αυτές τις
πέντε δεκαετίες (1974-2024), και ελπίζουμε ότι σταδιακά θα έρχεται στο φως σε
συγκεντρωτικούς τόμους. Θεματικά, εντοπίζονται στο φυσικό αλλά και το δομημένο
περιβάλλον και γεωγραφικά στο νησί της Κεφαλονιάς, που ούτως ή άλλως
αντιμετωπίζονται ως ένα λειτουργικό όλον, εντός του οποίου ζουν και αναπτύσσουν
τις κοινωνικές, οικονομικές και εν γένει πολιτισμικές τους δραστηριότητες οι
ανθρώπινες κοινωνίες. Αυτό που διαπιστώνουμε σε όλα τα κείμενα είναι πως το
περιβάλλον αλλά και οι ανθρώπινες κατασκευές δεν προσεγγίζονται ως ιερά τοτέμ,
αυτονομημένα από τις ζωές των ανθρώπων, αλλά ως δυναμικά στοιχεία επιβίωσης,
ανάπτυξης και καθοριστικοί παράγοντες ποιότητας ζωής για τις ανθρώπινες
κοινωνίες. Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και η σχεδιασμένη με
όρους βιωσιμότητας ανάπτυξη του κτισμένου περιβάλλοντος δεν είναι ένας θολός
ιδεολογικός αυτοσκοπός αλλά μια ουσιώδης προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την
ευημερία των ανθρώπινων κοινωνιών.
Σ’ αυτές τις παρεμβάσεις ο συγγραφέας, μέσα από τους
διάφορους ρόλους που έχει επιτελέσει στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του,
εμφανίζεται με διάφορα «κοστούμια». Εκείνο του δημόσιου λειτουργού, που
εκφράστηκε με την ιδιότητά του ως Νομάρχη Κεφαλληνίας και Ιθάκης (θέση τότε όχι
αιρετή), του Γενικού Γραμματέα Δασών και του Υπουργείου Περιβάλλοντος,
Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, του Βουλευτή Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ για δύο
χρόνια (2007-2009), του επικεφαλής της ελάσσονος αντιπολίτευσης στο πρώτο
εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο Ιονίων Νήσων (2010-2014). Πρόκειται δηλαδή για
πολιτικές θέσεις – όπου ο ίδιος ο συγγραφέας είτε ασκεί κεντρική ή
αυτοδιοικητική πολιτική εξουσία, είτε βρίσκεται στη θέση της αντιπολίτευσης,
στο Κοινοβούλιο ή στην Περιφέρεια και «ελέγχει» την αντίστοιχη εξουσία. Τόσο
μέσα από την επιτελική του θέση όσο και «απέναντι» στην εξουσία, οι παρεμβάσεις
του είναι πολιτικές – επομένως και το βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας είναι
ένα πολιτικό βιβλίο. Γιατί είναι βαθύτατα πολιτική, ως έχουσα άμεση σχέση με
την ποιότητα ζωής, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή, η στάση αλλά
και οι πρακτικές που ακολουθεί κανείς απέναντι στα ζητήματα του περιβάλλοντος,
φυσικού και κτισμένου.
Πέρα από τον «πολιτικό» Μπεριάτο, αντίστοιχα πολιτικές είναι
και οι παρεμβάσεις του, όπου έχει άλλη ιδιότητα: Του συμμετέχοντος στην
κοινωνία των πολιτών, όπως προείπαμε, και με το ειδικό βάρος της προσωπικότητάς
του και με συμμετέχοντας στο Ίδρυμα Κεφαλονιάς και Ιθάκης. Σε ό,τι αφορά το
τελευταίο, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η πολύχρονη δράση του στα πράγματα της
Κεφαλονιάς δικαιώνει το όραμα του εμπνευστή του Αντώνη Τρίτση. Το ΙΚΙ είχε
πάντα δυναμική παρουσία και θέση σε όλα τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούσαν
κατά καιρούς την επικαιρότητα και, πρωταγωνιστώντας σε επιστημονικές και
πολιτιστικές εκδηλώσεις που άφησαν μια σημαντική παρακαταθήκη κειμένων και
προτάσεων, άνοιγε πάντα τον διάλογο (και συχνά, τον ασκό του αιόλου), για
«καυτά» ζητήματα. Και ο ίδιος ο κ. Μπεριάτος δεν δίσταζε ποτέ να παίρνει και ο
ίδιος θέση σε παρόμοια ζητήματα, συχνά παραβλέποντας το όποιο πολιτικό κόστος.
Η αίσθησή μου είναι ότι αυτό συνέβαινε γιατί πάντοτε είχε μια
συγκεκριμένη στάση στη μοιραία σύγκρουση που επέρχεται ανάμεσα στον επιστήμονα
της χωροταξίας – πολεοδομίας και στον άνθρωπο που εν τοις πράγμασι καλείται να
ασκήσει πολιτική. Η πολιτική είναι ουσιαστικά απόφαση ανάμεσα σε πολλές λύσεις,
που μπορεί να δώσει η εκάστοτε επιστήμη. Η απόφαση αυτή δεν λαμβάνεται με
κριτήρια της επιστήμης, αλλά είναι συνισταμένη πολλών παραγόντων που
συμμετέχουν στην πολιτική αρένα. Διαβάζοντας τα άρθρα του βιβλίου προσπαθώ να
καταλάβω το μέγεθος αυτής της σύγκρουσης: Από τη μία ο επιστήμονας Μπεριάτος,
από την άλλη ο πολιτικός – επιτελικός Μπεριάτος. Ο πολιτικός που έχει ένα
όραμα, έχει όμως και ένα πολιτικό ακροατήριο, και ο επιτελικός που προσπαθεί να
περισώσει το όραμά του μέσα στα γρανάζια μιας κυβερνητικής πολιτικής.
Αν κάτι προκύπτει διαβάζοντας διαχρονικά τα κείμενα αυτά
είναι ότι ο Ηλίας Μπεριάτος έβαζε μπροστά τον επιστήμονα αλλά και το δικό του
πολιτικό όραμα για μια βιώσιμη ανάπτυξη και άφηνε πίσω την πολιτική ως πεδίο
ασκήσεων ισορροπίας ανάμεσα σε πολλές, συγκρουόμενες και συμμαχούσες ομάδες
συμφερόντων. Αν κάτι θα πρέπει να του αναγνωρίσει κανείς, από τα πρώτα κείμενα
της δεκαετίας του 1970 μέχρι τα σημερινά, αλλά και τα «Υστερόγραφα» που
συναντούμε σε πολλά από τα παλαιότερα κείμενα και μας συνδέουν με το σήμερα,
είναι η συνέπεια στις θέσεις του. Συνέπεια που δεν σημαίνει μονολιθική
προσήλωση, αλλά προσανατολισμός σε συγκεκριμένες αξίες, που εκφράζονταν με
συγκεκριμένες θέσεις και αποφάσεις. Το αν οι θέσεις και οι αποφάσεις ήταν οι
ενδεδειγμένες για τη συγκεκριμένη συγκυρία ας το αποφασίσουν οι ιστορικοί και
οι πολιτικοί επιστήμονες του μέλλοντος. Σ’ αυτό το βιβλίο όμως μπορεί κανείς
ευδιάκριτα να διαπιστώσει μια συνέπεια, που πάντοτε λάμβανε υπ’ όψιν τις
εξελίξεις και τα νέα δεδομένα, αλλά δεν παρεξέκλινε από τις βασικές,
θεμελιώδεις της αρχές.
Ξεφυλλίζοντας τα άρθρα του βιβλίου θα διαπιστώσουμε ότι πολλά
από τα ζητήματα που έχουν τεθεί εδώ και δεκαετίες τα συζητάμε ακόμα, χωρίς να
έχουμε κατορθώσει ακόμη να βρούμε λύσεις. Θα βρούμε από πολύ νωρίς να γίνεται
συζήτηση για τα θέματα της δόμησης και της στάθμευσης στην πόλη του
Αργοστολίου, για τις σκανδαλώδεις και ψηφοθηρικές «νομιμοποιήσεις» αυθαίρετης
δόμησης από την πλειονότητα των κυβερνήσεων, για την πολεοδόμηση της περιοχής
της Λάσσης, για την ανάγκη σχεδιασμού μιας βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης. Για
την Αγορά του Αργοστολίου και το παραλιακό του μέτωπο, που τόσο μας απασχολεί
τους τελευταίους μήνες, για το περίφημο ζήτημα της «σοφίτας» που έχει
μετατρέψει πολλά κτήρια της πόλης μας σε «γοτθικού» στυλ με τις οξυκόρυφες
οροφές τους. Για τα κτήρια της Τράπεζας της Ελλάδος και του Αρχαιολογικού
Μουσείου, αλλά και για τα κτήρια του Δημοτικού Σχολείου Ληξουρίου. Τα δυο
θεματικά κεφάλαια, για τη γέφυρα Δεβοσέτου και για τον Εθνικό Δρυμό του Αίνου,
δείχνουν ακόμα πιο ξεκάθαρα αυτή τη συνέπεια του συγγραφέα που προτίμησε να
συγκρουστεί και να υποστεί τις επιπτώσεις του πολιτικού κόστους από το να
εγκαταλείψει βασικές θέσεις.
Τονίζω και πάλι ότι δεν είμαι εγώ αυτός που θα κρίνει την
ουσία των θέσεων του συγγραφέα, των αποφάσεων που πήρε ως επιτελικό στέλεχος ή
την πολιτική του σταδιοδρομία. Αυτό που μπορώ να κάνω σήμερα είναι να
διαπιστώσω ότι σ’ αυτό το βιβλίο αναπτύσσονται, από έναν άνθρωπο που έχει
περάσει από πολλούς και διαφορετικούς ρόλους, προβληματισμοί και προτάσεις με
συνέχεια και συγκρότηση, για ζητήματα που δεν είναι «πολυτελείας» όπως κανείς
θα μπορούσε να υποθέσει αλλά άπτονται της καθημερινότητάς μας, της ζωής μας,
του τρόπου με τον οποίο λειτουργούμε μέσα στο φυσικό και το κτισμένο μας περιβάλλον.
Είναι λοιπόν αυτό το βιβλίο μια καλή αφορμή για να
προβληματιστούμε όλοι. Και η κεντρική και τοπική εξουσία, αλλά και εμείς οι
πολίτες. Έστω κι αν απογυμνώσουμε την προστασία του περιβάλλοντος από την ηθική
της διάσταση, αυτή του σεβασμού απέναντι στη φύση, έστω κι αν απογυμνώσουμε την
μελετημένη και σχεδιασμένη ανάπτυξη του κτισμένου περιβάλλοντος από τις έννοιες
της αισθητικής ή της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, ας σκεφτούμε
απλώς συμφεροντολογικά. Τί εννοώ; Είναι προς το συμφέρον όλων μας να ζούμε σε
μια αρμονική αλληλεπίδραση φυσικού και κτισμένου περιβάλλοντος που διατηρεί το
κάλλος, σέβεται τον άνθρωπο και εξασφαλίζει βιώσιμα, δηλαδή μακροπρόθεσμα, την
ποιότητα ζωής που επιθυμούμε οι ίδιοι να ζούμε, αλλά και να «πουλήσουμε» στη
βασική μας οικονομική πηγή εσόδων: τους επισκέπτες μας.
Αν δεν φροντίσουμε ώστε να υπάρχει αυτή η αρμονία σε βάθος
χρόνου, και τους «αιμοδότες» επισκέπτες μας θα χάσουμε, γιατί δεν θα μπορούμε
να τους «πουλήσουμε» κάτι κατεστραμμένο, και την ίδια μας την ποιότητα ζωής θα
χάσουμε. Ας κατανοήσουμε λοιπόν ότι το κοινό μας συμφέρον, απαιτεί σχεδιασμό,
συναινέσεις, λιγότερες πελατειακές σχέσεις, περισσότερο όραμα, περισσότερο
σχεδιασμό, περισσότερη στρατηγική. Και τόλμη, όπως λέει και ο ίδιος ο
συγγραφέας στον πρόλογο, χρησιμοποιώντας μια ρήση του Όργουελ. Αυτό που ίσως
συνιστά την πραγματική ελευθερία. Το να λες στους ανθρώπους πράγματα που ΔΕΝ
θέλουν να ακούσουν. Τα «καλά και συμφέροντα της ζωής ημών» ίσως θα ήταν
καλύτερα ακόμη αν όλοι, πολίτες και πολιτικοί είχαμε αυτή την τόλμη.
Ηλίας Τουμασάτος
Παρουσίαση στην Ιακωβάτειο Βιβλιοθήκη, 13-7-2024, στην
Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου 18-7-2025
Ιδρυμα Κεφαλονιάς και Ιθάκης (κείμενα – επιμέλεια: Ηλίας Μπεριάτος)
Μηνύματα για το περιβάλλον
Αργοστόλι:
ΙΚΙ, 2025, σελίδες 173.
Στο δεύτερο βιβλίο που παρουσιάζουμε απόψε, και πάλι ο Ηλίας
Μπεριάτος είναι η πένα που υπογράφει τα κείμενα, και σε δεύτερο επίπεδο ο
επιμελητής του τόμου. Εδώ όμως η πνευματική υπευθυνότητα του βιβλίου «ανήκει»
στο Ίδρυμα Κεφαλονιάς και Ιθάκης. Πρόκειται για έναν φορέα της κοινωνίας των
πολιτών, όραμα του αείμνηστου Αντώνη Τρίτση, που από την πρώτη στιγμή της
ίδρυσης και δραστηριοποίησής του όχι απλώς συμμετείχε στον δημόσιο διάλογο για
τα θέματα του περιβάλλοντος και της ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς,
αλλά δημιουργούσε, άνοιγε τον διάλογο αυτό, με δημόσιες τοποθετήσεις, παρεμβάσεις
και πρωτοβουλίες. Αυτό συνέβαινε σε ορισμένες περιπτώσεις με αφορμή παγκόσμιες ημέρες και γεγονότα της
επικαιρότητας, που έδιναν την «ευκαιρία» στο Ίδρυμα να φέρει σε τοπικό επίπεδο
τη συζήτηση για θέματα παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Το να γίνει το παγκόσμιο
τοπική υπόθεση, είναι ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα για την αντιμετώπιση των
περιβαλλοντικών ζητημάτων που ταλανίζουν ολόκληρο τον πλανήτη. Σε πολλά
επίπεδα. Πρώτα απ’ όλα στο επίπεδο του να ξεπεραστεί η μοιρολατρική στάση πως η
τοπική κοινωνία είναι αδύναμη ή αμέτοχη να συμβάλλει στην αντιμετώπιση
προβλημάτων τέτοιου βεληνεκούς. «Πώς μπορεί μια μικρή πόλη να αντιμετωπίσει
παγκόσμια φαινόμενα;» είναι η πρώτη ερώτηση που θα κάνει κανείς – «τί μπορώ να
κάνω εγώ, είμαι πολύ μικρός για να αντιμετωπίσω την παγκόσμια περιβαλλοντική
κρίση»; είναι η πιο «ατομική» ερώτηση. Και οι δύο κρύβουν αυτοεκπληρούμενες
προφητείες. Εκ των προτέρων αποφασίζουμε ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα μάς
αφορούν και μας επηρεάζουν, αλλά «αόρατες δυνάμεις» πέρα από μας είναι αυτές
που τα δημιουργούν και τα επεκτείνουν, άρα νίπτουμε τας χείρας μας και
παρακολουθούμε την καταστροφή.
Το ΙΚΙ σε κάθε ευκαιρία, απαντούσε πως όχι, οι τοπικές
κοινωνίες δεν έχουν την πολυτέλεια να μείνουν αμέτοχες και σε αυτά τα
παγκόσμιας φύσεως ζητήματα. Διατρέχοντας τις πέντε πρώτες ενότητες του βιβλίου,
θα «θυμηθούμε» δημόσιες ανακοινώσεις του ΙΚΙ αναφορικά με την παγκόσμια ημέρα
περιβάλλοντος, άλλες θεσμοθετημένες ημέρες που αφορούν το περιβάλλον (ημέρα της
γης, ημέρα των βουνών, ημέρα των Ωκεανών, ημέρα βουνών κλπ), αλλά και
ανακοινώσεις αναφορικά με το νερό και τους υδάτινους πόρους, αλλά και το
άρρηκτα συνδεδεμένο με το φυσικό περιβάλλον δομημένο περιβάλλον και την
κτισμένη κληρονομιά, και την αστική κινητικότητα. Στις ανακοινώσεις αυτές, οι
οποίες στην εποχή τους «κυκλοφόρησαν» ως δελτία τύπου όχι στον ειδικό
επιστημονικό τύπο αλλά στα μέσα μαζικής επικοινωνίας εντός και εκτός του
νησιού, επιχειρείται η ευαισθητοποίηση όχι μιας στενής κοινότητας επιστημόνων ή
τεχνοκρατών αλλά του συνόλου της κοινής γνώμης. Δεν θα βρούμε δηλαδή εδώ
επιστημονικές πραγματείες, αλλά κείμενα που απευθύνονται σε όλους τους πολίτες
και επιχειρούν να συνδέσουν τα παγκόσμια προβλήματα με τις τοπικές κοινωνίες,
να δείξουν ότι δεν είναι ξένα ή υπερκείμενα προς αυτές, και να προτείνουν
τρόπους με τους οποίους οι πολίτες και οι τοπικές κοινωνίες μπορούν να
παρέμβουν στο δικό τους, τοπικό επίπεδο, ώστε να αντιμετωπιστεί, με την έννοια
της διαχείρισης και όχι της καταπολέμησης, ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Η
ερημοποίηση, η διαχείριση των υδάτινων πόρων, οι μετακινήσεις σε μια μικρή ή
μεγάλη πόλη.
Οι περισσότεροι από εμάς μένουμε με την εντύπωση – και ίσως
δεν είναι μόνο εντύπωση - ότι τα
παγκόσμια περιβαλλοντικά προβλήματα, ενώ είναι υπαρκτά (υπάρχουν βέβαια και αυτοί που θεωρούν πως δεν
υφίσταται κλιματική κρίση), η διεθνής κοινότητα σε μακροσκοπικό επίπεδο τα
αντιμετωπίζει με διακηρύξεις – ευχολόγια. Τα διαπιστώνουμε, θρηνούμε γι’ αυτά,
τα καταγγέλλουμε ενδεχομένως, και το πράγμα τελειώνει εκεί. Ξεφυλλίζοντας τις
ανακοινώσεις του ΙΚΙ βλέπουμε πως δεν περιορίζονται στην εύκολη λύση του καταγγελτικού
χαρακτήρα που πολλές φορές παίρνει τη μορφή μιας συμβολικής διαμαρτυρίας που
ουδόλως συμβάλλει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων. Το ΙΚΙ δεν αναμασά κλισέ
ούτε κάνει ανέξοδο ακτιβισμό με αυτά τα κείμενα. Προτείνει συγκεκριμένους και
ρεαλιστικούς τρόπους δραστηριοποίησης των τοπικών κοινωνιών, τόσο σε επίπεδο
αυτοδιοίκησης όσο και σε επίπεδο κοινωνίας των πολιτών, για τη διαχείρισή τους.
Οι ανακοινώσεις διαπνέονται πιστεύω και από μια ενδόμυχη πίστη στην
περιφερειακή οργάνωση των κοινωνιών και στον ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης που
καλείται να εφαρμόσει στο πεδίο εθνικές, ευρωπαϊκές ή και διεθνείς πολιτικές.
Αν η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν φτάσει στο επίπεδο μιας δημοτικής ή
περιφερειακής αρχής, ασφαλώς η εθνική, ευρωπαϊκή, παγκόσμια πολιτική θα
παραμείνει στα χαρτιά. Και ως εκ τούτου η ενδυνάμωση ενός αποκεντρωτικού
συστήματος διοίκησης είναι αναγκαία για να μπορέσουν να διαχειριστούν οι
τοπικές κοινωνίες το πρόβλημα στη ρίζα του. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει και
οι ίδιες οι κοινωνίες, σε επίπεδο τόσο των τοπικών αρχών, όσο και ομάδων
συμφερόντων αλλά και σε επίπεδο πολιτών, να συνειδητοποιήσουν αφ’ ενός ότι
υπάρχει πρόβλημα, αλλά και αφ’ ετέρου ότι υπάρχουν πράγματα που μπορούν να
κάνουν. Συγκεκριμένα πράγματα. Και σε ό,τι αφορά στην τοπική αυτοδιοίκηση, θα
πρέπει να εξοπλιστεί από την κεντρική εξουσία με αρμοδιότητες και πόρους για να
εφαρμόσει αυτά τα σχέδια που δεν θέλουμε να μείνουν απλώς σχέδια.
Καμία τοπική κοινωνία δεν μπορεί να λύσει μόνη της τα
παγκόσμια αυτά προβλήματα. Αλλά κάθε τοπική κοινωνία μπορεί και πρέπει να κάνει
κάτι συγκεκριμένο, που θα βελτιώσει την ποιότητα ζωής των κατοίκων σε τοπικό
επίπεδο και θα κλείσει επιτυχώς κάποιες τοπικές πληγές, πράγμα που σωρευτικά θα
συμβάλει στη βελτίωση της κατάστασης και τη διαχείριση της όποιας
περιβαλλοντικής κρίσης. Άρα είναι σημαντικό και τα προβλήματα και οι πιθανές
προτεινόμενες λύσεις να φτάσουν στους πολίτες. Με απλό τρόπο, να ανοίξει η
συζήτηση.
Αυτό το «άνοιγμα της συζήτησης» το ΙΚΙ το επιχείρησε και με
έναν δεύτερο τρόπο, που εκ πρώτης όψεως φαίνεται πιο εξειδικευμένος, είναι
ωστόσο αναγκαίος για να φτάσουν τα μηνύματα στις τοπικές κοινωνίες. Στο
τελευταίο μέρος του βιβλίου θα συναντήσουμε διακηρύξεις που εκδόθηκαν στα
επιστημονικά συμπόσια που επί δύο δεκαετίες διοργάνωσε το ΙΚΙ στο νησί, όλες
άρρηκτα συνδεδεμένες με το φυσικό και κτισμένο περιβάλλον: Μεσογειακό τοπίο,
περιβαλλοντικός σχεδιασμός των πόλεων και των κτιρίων, περιφερειακή ανάπτυξη,
παράκτιος χωροταξικός σχεδιασμός, παράδοση και εκσυγχρονισμός στην
αρχιτεκτονική. Θεματικές των επιστημονικών συμποσίων στα οποία πάντοτε το ΙΚΙ
επεδίωκε συνεργασία με πολλούς φορείς, επιστημονικούς, κυρίως Πανεπιστημιακά
Ιδρύματα, επαγγελματικούς φορείς και
συνδέσμους, αλλά και οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.
Μ’ αυτά τα συμπόσια οφείλω να σας πω ότι με συνδέουν κάποιοι
ιδιαίτεροι δεσμοί, καθώς τα έζησα από κοντά, είτε ως εργαζόμενος στην
Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη, που είχε φιλοξενήσει πολλά από αυτά, οπότε έζησα όλες
τις στιγμές και τις δυσκολίες της διοργάνωσης, είτε, αργότερα, ως ομιλητής σε
κάποια από αυτά. Εδώ, κι αυτό αποτυπώνεται στις δημοσιευμένες διακηρύξεις,
συμβαίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα ώσμωση, που θα ήταν ιδανικό να συνέβαινε για
όλα τα ζητήματα που απασχολούν τις τοπικές κοινωνίες και να είχε και μεγαλύτερη
απήχηση. Τα συμπόσια του ΙΚΙ δεν είναι «κλειστές» συναντήσεις επιστημόνων που
ανακοινώνουν εξελίξεις στην αιχμή του δόρατος της επιστήμης. Στην
πραγματικότητα είναι συναντήσεις όλων των ενδιαφερομένων μερών: Η
πανεπιστημιακή και ερευνητική κοινότητα θα καταθέσει τις απόψεις της, οι
περιβαλλοντικές οργανώσεις και φορείς της κοινωνίας των πολιτών επίσης, αλλά
και η τοπική αυτοδιοίκηση είχε βήμα για να ακουστεί, όπως και φορείς της
κεντρικής κυβέρνησης. Αυτό που ζήσαμε όσοι παρακολουθήσαμε αυτά τα συμπόσια
ήταν μια προσπάθεια, σε αυτή τη συνάντηση, να συζητήσουν δημόσια όλοι οι
ενδιαφερόμενοι πάνω σε ζητήματα αιχμής, να «συναντηθούν» τα πορίσματα της
επιστήμης με τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας αλλά και τα αιτήματα των ομάδων
συμφερόντων που δρουν στην τοπική κοινωνία. Αυτές οι διακηρύξεις λοιπόν που
δημοσιεύονται εδώ είναι το απόσταγμα αυτής της ώσμωσης – που κι αυτό, πέρα από
τον δημόσιο χαρακτήρα των συμποσίων, «ταξίδευε» στα μέσα ενημέρωσης, αλλά
επιπλέον και στους αρμόδιους φορείς της κεντρικής εξουσίας. Ήταν ένα πρώτο
δείγμα πως «καθίσαμε κάτω και συζητήσαμε, τα βρήκαμε, δεν τα βρήκαμε,
συμφωνήσαμε, διαφωνήσαμε», ωστόσο μέσα από αυτόν τον «Αγώνα λόγων» - ίσως από
τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές των συμποσίων ήταν τα στρογγυλά τραπέζια,
αναδείχθηκαν κάποιες διαστάσεις των περιβαλλοντικών ζητημάτων.
Νομίζω ότι αυτά τα συμπόσια και οι διακηρύξεις τους
αναδεικνύουν και κάτι ευρύτερο, που επί χρόνια διαπιστώνεται αλλά δύσκολα
εφαρμόζεται στην πράξη. Την ανάγκη να συναντηθεί η γνώση που παράγεται στο
πανεπιστήμιο με τις προοπτικές πρακτικής εφαρμογής της για την αντιμετώπιση
προβλημάτων της τοπικής κοινωνίας. Πολλές φορές, με ευθύνη που αναλογεί σε όλες
τις πλευρές, η νέα γνώση που παράγεται, και που θα μπορούσε όντως να συμβάλει
στην αντιμετώπιση πολλών προβλημάτων, δεν φθάνει ποτέ στο πεδίο. Καινοτόμα
πράγματα επινοούνται και πολλές φορές είναι διαθέσιμα, αλλά δεν κατορθώνουν να
γνωρίσουν πρακτική εφαρμογή. Είναι αναγκαίο αυτή η γνώση να συναντηθεί με τις
ανάγκες της κοινωνίας. Και η κοινωνία θα ωφεληθεί από το πανεπιστήμιο –
ερευνητικό φορέα, μια και θα αξιοποιεί τη νέα γνώση, αλλά και το πανεπιστήμιο,
όντας σε επαφή με την τοπική κοινωνία, την αυτοδιοίκηση, τους επαγγελματίες, μπορεί
να «ακούσει» τις ανάγκες και να διαμορφώσει τη στρατηγική του, προς όφελος της
κοινωνίας. Στα νησιά μας έχουμε το παράδειγμα δύο πανεπιστημιακών τμημάτων του
Ιονίου Πανεπιστημίου, του Τμήματος Ψηφιακών Μέσων και Επικοινωνίας και του
Τμήματος Επιστήμης Τεχνολογίας Τροφίμων, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με δύο
ξεχωριστούς τομείς της παραγωγικής διαδικασίας του τόπου μας: Τον τουρισμό και
το επιχειρείν γύρω από αυτόν, αλλά και τη φυτική και ζωική παραγωγή του τόπου
μας. Μπορούμε να φέρουμε το πανεπιστήμιο και την τοπική κοινωνία κοντά ώστε να
ενισχύσουμε και να προσανατολίσουμε την έρευνα στην αντιμετώπιση των
πραγματικών προβλημάτων; Θα ήταν ιδανικό, κατά τη γνώμη μου – το ΙΚΙ με τα
συμπόσιά του έδειξε τότε τον δρόμο, σήμερα, ας αξιοποιήσουμε και αυτά τα δυο
μεγάλα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, τα δυο πανεπιστημιακά μας τμήματα.
Σίγουρα τα περιβαλλοντικά προβλήματα δεν μπορούν να
αντιμετωπιστούν εν μία νυκτί και με μαγικές λύσεις. Σίγουρα οι ομάδες
συμφερόντων στον τοπικό, εθνικό και υπερεθνικό στίβο δεν έχουν παρόμοιες θέσεις
για όλα, ούτε ασφαλώς επιθυμούν τις ίδιες λύσεις, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας και ότι
τα οικονομικά συμφέροντα που διακυβεύονται από την εφαρμογή της μιας ή της
άλλης περιβαλλοντικής πολιτικής είναι τεράστια. Το ΙΚΙ με τις ανακοινώσεις του
που δημοσιεύονται στον τόμο αυτό ασφαλώς δεν φιλοδόξησε ποτέ να συντάξει τη
βίβλο της σωτηρίας ημών από την περιβαλλοντική κρίση. Ωστόσο μας δείχνει έναν
δρόμο: Ότι πρέπει να κοιτάζουμε αυτά τα διεθνή προβλήματα και από κάτω προς τα
πάνω. Ότι πρέπει και οι τοπικές κοινωνίες να μη μένουν αμέτοχοι παρατηρητές
στην καλύτερη περίπτωση, ή ελαφρά τη καρδία καταστροφείς λέγοντας «εγώ δεν
μπορώ να κάνω κάτι». Μπορούμε όλοι. Κάτι. Αυτό το κάτι είναι υπόθεση κάθε
τοπικής κοινωνίας, που, καλύτερα από κάθε κεντρική εξουσία, γνωρίζει το δικό
της περιβαλλοντικό πρόβλημα. Και που μπορεί, αν της δοθούν οι πόροι και αν οι
κεντρικές πολιτικές έχουν την απαιτούμενη ευελιξία, να το αντιμετωπίσει
καλύτερα, επειδή ακριβώς το γνωρίζει καλύτερα. Αυτό λοιπόν το βιβλίο είναι το
χρονικό μιας προσπάθειας δεκαετιών να ακούσει η κοινή γνώμη τα προβλήματα, να
ακούσει και πιθανές λύσεις, και να παροτρυνθεί να κουβεντιάσει γύρω απ’ αυτά,
αλλά και να δράσει γύρω απ’ αυτά. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η προσπάθεια του ΙΚΙ θα
συνεχιστεί και ενταθεί – καθώς πλέον καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε πολύ
νωρίτερα απ’ ό,τι περιμέναμε τις επιπτώσεις της περιβαλλοντικής κρίσης. Και σ’
αυτό πάλι, οι τοπικές κοινωνίες είναι ανάγκη, όχι σήμερα αλλά χθες, να
ξεσταυρώσουν τα χέρια και να σηκώσουν τα μανίκια.
Ηλίας Τουμασάτος στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου
18-7-2025





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου