Στη μνήμη του Διονύση Μαρκαντωνάτου: "Φλόγες και Ανταύγειες"
Με αφορμή την είδηση του θανάτου του Κεφαλονίτη λογοτέχνη Διονύση Μαρκαντωνάτου, αναδημοσιεύω εδώ από το βιβλίο μου "Παραφιλολογικά" (2023, σελ. 477-483), κείμενό μου για τη συλλογή του "Φλόγες και ανταύγειες" που είχε παρουσιαστεί το 2002 στο Αργοστόλι. Ας μην τον λησμονήσουμε...
Διονύσης
Μαρκαντωνάτος, Φλόγες και ανταύγειες
(αφηγήματα και αλληγορίες), Αθήνα:
Παπαζήσης, 2002.
|
|
Αν προσπαθούσε κανείς να
αναζητήσει το όργανο με το οποίο θα μπορούσε να εξετάσει καλύτερα την παρουσία
του Διονύση Μαρκαντωνάτου στη λογοτεχνία του τόπου μας, το πιο σίγουρο είναι
ότι θα προσέφευγε σε ένα καλειδοσκόπιο. Η πρώτη εικόνα που θα αντίκριζε, ίσως η
πιο πλούσια και σταθερή, θα ήταν αυτή του ποιητή. Ο ίδιος, από την πρώτη του
ποιητική συλλογή με τίτλο Στόχος το
1970, έως την πιο πρόσφατη (Νόμος αεί,
2002), δείχνει ασφαλώς να αισθάνεται περισσότερο απ’ όλα ποιητής. Κουνώντας
λίγο το καλειδοσκόπιό μας, θ’ ανακαλύψουμε διαδοχικά κι άλλες εικόνες. Αυτές
του μυθιστοριογράφου, του σατιρικού ποιητή (Σατιρικά,
1976), του διηγηματογράφου, του θεατρικού συγγραφέα (Αλέξανδρος, 1975), του δοκιμιογράφου, αλλά και του
δημοσιολόγου-δημοσιογράφου μέσα από τις εφημερίδες που κατά καιρούς εκδίδει (Ελεύθερη Σκέψη, Προοδευτική Κεφαλονιά),
τα άρθρα που δημοσιεύει στον τοπικό τύπο, αλλά και την προσωπική του μαρτυρία Αναφορά στον Παναγούλη (1998). Εικόνες
που ίσως δεν καταλαμβάνουν μέγεθος ίδιο μ’ αυτό της ποιητικής του παραγωγής,
ωστόσο, διαποτισμένες κι αυτές με την ποιητική του ευαισθησία, συνιστούν
ουσιώδη στοιχεία για τη διαμόρφωση της λογοτεχνικής του ταυτότητας. Στην
Κεφαλονιά, πάλαι ποτε εύφορο έδαφος για καλλιτέχνες του λόγου, ο Διονύσης
Μαρκαντωνάτος αποτελεί σήμερα μια μοναχική, μα επίμονα παραγωγική λογοτεχνική
παρουσία, σε πείσμα της εξίσου επίμονα αντιποιητικής εποχής μας. Ο φιλολογικός
ερευνητής του μέλλοντος, για να κατανοήσει το λογοτεχνικό του στίγμα, είναι
σίγουρο πως θα πρέπει να κουνήσει το καλειδοσκόπιό του πολλές φορές, και να
προσπαθήσει να δει το σύνολό του έργου του από πολλές διαφορετικές οπτικές
γωνίες.
Το τελευταίο βιβλίο του
Διονύση Μαρκαντωνάτου Φλόγες και
Ανταύγειες, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Παπαζήση,
επιβεβαιώνει το πολυσχιδές της λογοτεχνικής ταυτότητάς του. Εκ πρώτης όψεως θα
μπορούσε να πει κανείς, κρίνοντας από το δέμας του λογοτεχνικού κειμένου, ότι
πρόκειται για μια σειρά αφηγημάτων, μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης, με
ποικίλη θεματολογία. Μια κοντινότερη και προσεκτικότερη ματιά όμως θα μπορούσε
να προσφέρει στον δυνητικό αναγνώστη μια ολότελα διαφορετική εικόνα. Μέσα στα
εκ πρώτης όψεως «αφηγήματα» θα συναντήσει συχνά ποιητική γλώσσα, γλώσσα
μεθυσμένη και εν εκστάσει, που απογειώνει τον
-συμβατικά θεωρούμενο- πεζό λόγο και τον μεταμορφώνει σε έκφραση ποιητική παρόμοια μ’ εκείνη που ο
ποιητής Μαρκαντωνάτος έχει αποτυπώσει στις αμιγώς ποιητικές του συλλογές.
Η «Μνήμη», το εισαγωγικό κείμενο του έργου, μας εισάγει σε έναν πεζό
λόγο βακχευμένο, που υπονοεί περισσότερα απ΄ όσα εννοεί, μας προειδοποιεί ότι
αυτό που θα ακολουθήσει δεν είναι μια απλή παράθεση αφηγήσεων, αλλά ένα
γαϊτανάκι γύρω απ’ το οποίο
στροβιλίζεται ολόκληρη η κοσμοθεωρία του ποιητή Μαρκαντωνάτου, όπως την έχουμε
γνωρίσει στο σύνολό του έργου του, κι
όπως ξεδιπλώνεται και εξελίσσεται σε κάθε νέα του λογοτεχνική παραγωγή. Μια
κοσμοθεωρία που έχει ως επίκεντρο το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, όχι ιδωμένο υπό το
πρίσμα της μετα-αναγεννησιακής ευρωπαϊκής σκέψης, αλλά απευθείας από τις πηγές
του: τη μυθολογία, τις αρχές της φιλοσοφίας, τον Όμηρο, το Σωκράτη, τον
Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη. Η αρμονία, την οποία ο Μαρκαντωνάτος επιχειρεί να
εγκαθιδρύσει στο λογοτεχνικό του σύμπαν, έχει τις ρίζες της στην αιώνια
εναλλαγή του Απολλώνιου και του Διονυσιακού στοιχείου. Από τη μια το αρχαιοελληνικό μέτρο, η
διάνοια, η λογική, κι από την άλλη η ανίκητη δύναμη της φύσης, ο κόσμος των
ενστίκτων, η διονυσιακή έκσταση. Μια ισορροπία λεπτή, ευαίσθητη αλλά θεμελιώδης
που για τον ποιητή είναι εκείνο που «βαθιά τον κόσμο συγκρατεί». Η γνώση και το
ένστικτο, ο νους και η ψυχή, υλικά εκρηκτικά από μόνα τους, που στη συνύπαρξή
τους μέσα στο αρχαιοελληνικό πνεύμα εξασφαλίζουν την απόλυτη αρμονία.
Ο «Βράχος», για ν’ αρχίσουμε απ’ το αφήγημα που κλείνει το έργο, μια
αλληγορία που συντίθεται από δώδεκα μικρότερες θεματικές ενότητες, είναι μια
μικρή επιτομή της θεολογίας-φιλοσοφίας του Μαρκαντωνάτου (ας μην ξεχνάμε
ότι αυτά τα δυο στ’ αρχαία χρόνια
ελάχιστα απείχαν μεταξύ τους). Σε μια πρώτη ανάγνωση, η σύλληψη του σπονδυλωτού
αφηγήματος αυτού είναι η αντίστροφη από το γνωστό από τα σχολικά μας χρόνια
ποίημα «Ο Βράχος και το Κύμα» του
Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Εδώ ο Βράχος είναι το αιώνιο και αναλλοίωτο που δεν
μπορεί να τρωθεί από τα μυριάδες κύματα, ρεύματα περαστικά που ανά τους αιώνες
παλεύουν να τον διαβρώσουν, να τον κατακερματίσουν. Ο Μαρκαντωνάτος θεωρεί
ακόμη και το Χριστιανισμό ένα από τα πολλά αυτά κύματα που προσπαθούν να
αλώσουν το βράχο της δικής του αρμονίας. Η σύγκρουση είναι σκληρή - ουσιαστικά
πρόκειται για μια εκ βάθρων, όπως την θεωρεί ο ίδιος, αντίθεση ανάμεσα στο
ελληνικό και το ιουδαϊκό στοιχείο, έκφραση του οποίου θεωρεί ο συγγραφέας και
τη χριστιανική θρησκεία. Η θεμελιώδης για την κοσμοθεωρία του συγγραφέα
αντίθεση αυτή, που διατρέχει το σύνολο σχεδόν της πρόσφατης λογοτεχνικής του
παραγωγής δεν φαντάζει στα μάτια του απειλητική για το αρχαίο πνεύμα. Τίποτα
δεν μπορεί τελικά να γκρεμίσει το βράχο – την Ακρόπολη και τον Παρνασσό, τους
υπερασπιστές «της αέναα ζώσας ρίζας
γονικής». «Η γνώση από την ελπίδα
πάει μπροστά». Πάει μπροστά, αμφιβάλλοντας αιώνια, διαπορώντας αιώνια.
«Ποιος στο συνέδριο των πουλιών τα πρακτικά
μπορεί να γράψει; Ποιος μπορεί το νόμο όλων των νόμων να υπογράψει;»
Η μεταφυσική ανησυχία
εναλλάσσεται με την παράθεση ισχυρών αναμνήσεων – όχι προσωπικών, αλλά
αναμνήσεων του πατέρα του ποιητή, στην ενότητα «Αγωνίες Ζωής». Ο Ανδρέας Μαρκαντωνάτος, πατέρας του συγγραφέα, σ’
ένα παλιό τετράδιο που χάθηκε στους σεισμούς είχε καταγράψει τις προσωπικές του
αναμνήσεις από τους βαλκανικούς πολέμους και την αποστολή ελληνικών
στρατευμάτων στην Οδησσό στα 1917-1918. Ο συγγραφέας προσπαθεί να ανασυνθέσει τις
αναμνήσεις του πατέρα του, μέσα από τις δικές του αναμνήσεις από εκείνο το
χαμένο τετράδιο. Η αφήγηση, πρωτοπρόσωπη, σε τρεις διαφορετικές στιγμές της πιο
αιματοβαμμένης δεκαετίας που γνώρισε ίσως ο εικοστός αιώνας (1910-1920) γίνεται
εδώ ολότελα ρεαλιστική – μεταφέροντας υποδόρια την υπαρξιακή αγωνία του
στρατιώτη σε διαφορετικές στιγμές της διπλής μάχης: Της μάχης με τον εχθρό και
της μάχης με τον εαυτό του. Της μάχης ανάμεσα στη συγκυρία και την ίδια του τη
φύση.
«Είμαστε γερά μπασμένοι σ’ ένα τρελό
παιχνίδι. Τις προάλλες χτυπιόμασταν με τους Τούρκους. Τώρα χτυπιόμαστε με τους
ως χτες συμμάχους μας Βουλγάρους. Θέλουν κι εκείνοι τη Θεσσαλονίκη.
Χτυπιόμαστε, αλληλοσκοτωνόμαστε, μας χώρισαν, μας κάνανε εχθρούς. Τρελός που
είναι ο κόσμος!»
Όπως ο πόλεμος είναι
ένα διάλειμμα μέσα στην ειρήνη (αν και στον κόσμο μας μάλλον συμβαίνει το
αντίθετο), η παράθεση αυτών των μικρών ιστοριών είναι ένα σκληρά ρεαλιστικό
διάλειμμα ανάμεσα στις αλληγορικές αφηγήσεις.
Οι υπόλοιπες ιστορίες
στις Φλόγες και Ανταύγειες θα
μπορούσαν να σχηματοποιηθούν στις ακόλουθες ευρύτερες κατηγορίες, ανάλογα με
τους πρωταγωνιστές τους.
Ιστορίες όπου
πρωταγωνιστούν πρόσωπα από το μύθο και την ιστορία.:
Εδώ επανερχόμαστε στην οικοδόμηση της κοσμοθεωρίας του ποιητή
Μαρκαντωνάτου, μέσα από την άσβεστη λατρεία του προς το αρχαιοελληνικό πνεύμα.
Η Αταλάντη, η Νιόβη, κι ο Νάρκισσος, σπαρακτικές ιστορίες από τη Μυθολογία που
η ίδια τους η ήττα, εκ πρώτης όψεως λυπηρή, μια και ο συγγραφέας μεταχειρίζεται
τα πρόσωπα με ιδιαίτερη αγάπη, ουσιαστικά εξυπηρετεί τη διατήρηση της αρμονίας
ανάμεσα στο θείο και το ανθρώπινο. Κάποιες άλλες ηρωίδες η Φρύνη, η Ευρύκλεια
και η Ημινόη, με φόντο την αρχαία Αθήνα, προσωποποιούν την ομορφιά, την
περίσκεψη και τη μωρία. Όλες οι ηρωίδες είναι φθαρτές. Ακόμη κι ο απόηχος από
τη λαμπρή γιορτή των Παναθηναίων σβήνει σιγά σιγά μέσα στο χρόνο. Το μόνο που
παραμένει αιώνιο, είναι το αρχαίο πνεύμα. Ο Ευγνώμων και ο Εύδοξος, δύο ακόμη
πρωταγωνιστές, ζουν ο πρώτος στην εποχή του Ιουλιανού του Παραβάτη, και ο
δεύτερος στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα, σε εποχές δηλαδή που υπάρχει ιδεολογική
σύγκρουση ανάμεσα στο ελληνικό πνεύμα, φορέα του φωτός και της γνώσης, και τη
συντηρητική και φωτοφοβική για τον συγγραφέα χριστιανική αντίληψη. Ουσιαστικά
και οι δυο ζουν σε εποχές συγκρητισμού, εποχές που λάτρευε ο Καβάφης, εποχές
που οι αντιθέσεις γεννούν συνθέσεις και ο κόσμος προχωρεί «με φωτιά και με
μαχαίρι».
Οι άνθρωποι – οδοιπόροι και ταξιδευτές:
Στη δεύτερη αυτή κατηγορία ηρώων, βλέπουμε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν
τί θα πει συμβατικός χώρος και χρόνος. Κινούνται μέσα σ’ αυτόν, αιώνιοι
ταξιδευτές, χωρίς να σταματούν να αναρωτιούνται ακόμη και για τη σκοπιμότητα
της ίδιας τους της αναζήτησης, που ουσιαστικά είναι η κατάκτηση της αρμονίας. Ο
Φοίβος από τα Σάλωνα, «το ιερό τέρας», στο ομώνυμο διήγημα είναι ένα τέτοιο
ανήσυχο πλάσμα, που ταξιδεύει στο Βορρά όπως κι ο ίδιος ο συγγραφέας, Στο βορρά κατοικούν και οι ήρωες των ιστοριών
«Στέφαν και Γκουνίλα» και «Το κοινόβιο των επτά». Οι τρεις ιστορίες έχουν
διαφορετικό τέλος (θάνατος, σαρκική
ένωση και κατεδάφιση αντίστοιχα), ωστόσο διαγράφουν την ίδια μεθυσμένη πορεία,
το ίδιο αέναο ταξίδι προς την άγνωστη ελπίδα που πεθαίνει τελευταία. Ο
"Αλλοκαιρινός" πάλι ταξιδεύει μέσα στο χρόνο - τελικά μέσα στο όνειρό
του, για να φωτογραφίσει το όραμα του ποιητή για μια παγκόσμια πνευματική
συναδέλφωση, που πόρρω απέχει από τις σημερινές ισοπεδωτικές εξομοιώσεις της
παγκοσμιοποιημένης μας κοινωνίας. Στη "Σόνια", ένα θαλασσινό ταξίδι
αναψυχής μετά από χιλιάδες μερόνυχτα ναυτικής ζωής, και μια αδόκητη αναζωπύρωση
ενός παλιού έρωτα θα οδηγήσει τους ήρωες σ' ένα λυτρωτικό θάνατο. Σε άλλες
ιστορίες ("Πλούτος", "Νύχτα", "Ο εχθρός", και
"Η λεύκα μουρμούριζε"), πρωταγωνιστεί και πάλι το ταξίδι, όχι με τη
στενή έννοια του όρου, αλλά μ' αυτήν της διαρκούς αναζήτησης, της διαρκούς
ανησυχίας, των ανεκπλήρωτων ονείρων.
Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στην τρίτη υποκατηγορία ιστοριών που
εμπεριέχει το βιβλίο. Εδώ, οι πρωταγωνιστές είναι όντα μη ανθρώπινα.
Πουλιά, ένα άλογο, μια σταγόνα νερού ("Η μάγισσα των αστεριών"), μια
αγράμπελη, ένας δρόμος, μια σπηλιά, ένα ολόκληρο χωριό ("Άνω
Γραφικό"), και τέλος "το καράβι με τα Χελιδόνια", αποτελούν τις
πρώτες φωνές σε χορωδίες με φιλοσοφικό και ιδεολογικό απόηχο. Οι ιστορίες
αυτές, ίσως οι πιο συγκινητικές όλου του βιβλίου, μεταφέρουν μέσα από τους
εξωανθρώπινους ήρωές τους μηνύματα τόσο παναθρώπινα που ίσως δεν θα μπορούσαν
να εκφραστούν μέσα από ανθρώπινα λόγια. Σ' αυτές τις ιστορίες η αφηγηματική τους υφή ποικίλλει : άλλοτε
θυμίζει παιδικά παραμύθια όπως η "Ντόνα", κι άλλοτε
"ταράσσεται" από ποιητικά ρίγη, ακόμη και από μετρικές μορφές σε
βαθμό που η γλώσσα να χορεύει και να γίνεται περισσότερο ποιητική παρά
πεζογραφική (χαρακτηριστικότερα παραδείγματα το "Καράβι με τα
χελιδόνια" και "Η μάγισσα των αστεριών").
Οι συμβολισμοί, άλλοτε προφανείς κι άλλοτε περισσότερο δυσδιάκριτοι,
σαν ομόκεντροι κύκλοι τείνουν στο να καταλήξουν στο κέντρο της κοσμοθεωρίας του
ποιητή, στην οικουμενική διάσταση του αρχαίου πνεύματος. Ας μη νομίσει όμως
κανείς ότι όλες αυτές οι ιστορίες είναι
ολοκληρωτικά στρατευμένες σ’ αυτήν την κοσμοθεωρία - αντίθετα, μπορούν να
συγκινήσουν και αυτοτελώς, θυμίζοντάς μας ότι ακόμη και αυτό που ονομάζουμε
«στρατευμένη τέχνη», με τη στενότερη ή ευρύτερη έννοια του όρου πρέπει να είναι
πρώτα τέχνη και κατόπιν στρατευμένη. Αν σκοπός της λογοτεχνίας είναι, πέρα από
τον διανοητικό προβληματισμό και την αγωγή ψυχής και η καλλιέργεια της
αισθητικής (και συναισθηματικής) συγκίνησης, η τρίτη αυτή ευρύτερη κατηγορία
αφηγημάτων με τους εξωανθρώπινους πρωταγωνιστές είναι κι εκείνη πιο απευθύνεται
πιο ευθύβολα στο θυμικό και τη συγκίνηση του δυνητικού αναγνώστη, τροφοδοτώντας
τον με εικόνες – σύμβολα, περιστοιχισμένες από παρηχήσεις, λεξιπλασίες και
ομοιοκαταληξίες εν μέσω της αφήγησης που δυναμώνουν ακόμη περισσότερο τις
εικόνες-και τη συγκίνηση.
Ακόμη κι αν κανείς δε συμμερίζεται απόλυτα την κοσμοθεωρία του Διονύση
Μαρκαντωνάτου, ακόμη κι αν αυτή η τελευταία αποτελεί ουσιώδες και κομβικό
δομικό και λειτουργικό στοιχείο της λογοτεχνικής του γραφής, ο δυνητικός
αναγνώστης των μικρών ιστοριών της παρούσας συλλογής δεν εμποδίζεται,
μελετώντας το έργο, να συγκινηθεί και να αναγνωρίσει δικά του βιώματα και
προβληματισμούς –εκεί έγκειται άλλωστε και η λογοτεχνική αξία ενός έργου, από
τη σκοπιά τουλάχιστον της αναγνωστικής πρόσληψης: Να γίνει το έργο καθρέφτης
της ψυχής και του αναγνώστη, ή τουλάχιστον
να μπορέσει ο αναγνώστης με τα δικά του μάτια (και ίσως ανεξάρτητα και από το
σκοπό ακόμη του ίδιου του συγγραφέα) να διακρίνει ένα μικρό κομμάτι του εαυτού
του στο λογοτεχνικό κείμενο. Να κάνει κτήμα του τις εικόνες που ο ίδιος ο αναγνώστης νιώθει περισσότερο δικές
του. Για την ακρίβεια, να τις ανακαλέσει. Να τις ξαναθυμηθεί. Γιατί η πιο βαθιά λειτουργία της όποιας
μορφής τέχνης είναι η αφύπνιση της συναισθηματικής μνήμης του εκάστοτε κοινωνού
της. Αυτή η μνήμη είναι, όπως λέει και ο συγγραφέας,
«… Επικοινωνία και
Ομορφιά.[…] Η Αιώνια Ζωή. Ο σπόρος και τ’ αυγό. Τα δυο στο ένα και το ένα στο
ένα.. […] Φως και δρόμος. […[ Δρόμος δίχως τέλος.[…] … Η καρδιά των δώδεκα
θαυμάτων».
{Από την παρουσίαση του βιβλίου,
στο Εργατικό Κέντρο Κεφαλονιάς - Ιθάκης, Αργοστόλι, 1-8-2002.}



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου