Τάκης Λάγιος: Η κοινοτοπία της βίας

 

Τάκης Λάγιος

Η κοινοτοπία της βίας: Το χρονικό ενός πατριαρχικού κόσμου

Αθήνα, Δωδώνη, 2025, σελίδες 461

Παρουσίαση στην Alliance Française, Αργοστόλι 11 Ιουλίου 2026

Κείμενο: Ηλίας Τουμασάτος

 

Ο τίτλος του βιβλίου του Τάκη Λάγιου για το οποίο συζητάμε σήμερα, Η κοινοτοπία της βίας είναι ένας «διάλογος» του συγγραφέα με τον όρο «η κοινοτοπία του κακού» (la banalité du mal, the banality of evil) που χρησιμοποίησε η ιστορικός και φιλόσοφος Χάνα Άρεντ (1906-1975) στο βιβλίο της  Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Η κοινοτοπία του κακού  (Eichmann in Jerusalem: The banality of evil)  που κυκλοφόρησε το 1963. Η Άρεντ, Γερμανίδα εβραϊκής καταγωγής που κατέφυγε στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε παρακολουθήσει, ως απεσταλμένη του περιοδικού New Yorker τη δίκη του ναζιστή Άντολφ Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Ο Άιχμαν, επικαλούμενος μάλιστα την «κατηγορική προσταγή» του διαφωτιστή Ιμάνουελ Καντ, ισχυρίστηκε ότι απλώς έκανε το καθήκον του και εφάρμοσε τους νόμους. Το ίδιο έκαναν και όσοι ναζί «έκαναν το καθήκον τους» εκτελώντας χωρίς εξαιρέσεις και περιστροφές, τις εντολές των ανωτέρων τους. Το κακό, λοιπόν έλεγε η Άρεντ είναι κοινότοπο, αυτουργός ενός ναζιστικού εγκλήματος μπορεί να είναι ένας χαμηλόβαθμος υπάλληλος που απλώς εκτελεί το καθήκον του κλειδώνοντας μια πόρτα και πατώντας ένα διακόπτη. Το αν πίσω από την πόρτα βρίσκονται δεκάδες άνθρωποι και μετά το πάτημα του διακόπτη εκλύεται στο δωμάτιο θανατηφόρο αέριο δεν φαίνεται να απασχολεί τον αυτουργό, που μπορεί και το βράδυ να γυρίσει στο σπίτι του και να παίζει με τα παιδάκια του, ως καλός καγαθός νοικοκύρης. Ήταν χιλιάδες αυτοί οι απλοί άνθρωποι που υπηρέτησαν τους σκοπούς του ναζισμού, απλώς «κάνοντας τη δουλειά τους».

Ο Τάκης Λάγιος παίρνει αφορμή απ’ αυτή την ορολογία για να εξετάσει, διαχρονικά, την κοινοτοπία της βίας. Εδώ δεν έχουμε κάτι που αξιολογικά κρίνεται ως καλό ή κακό, αλλά ένα φαινόμενο. Κάτι που υπάρχει, που το παρατηρούμε στις ανθρώπινες κοινωνίες, να ασκείται με ποικίλους τρόπους. Που το ακούμε σε διάφορους αφορισμούς: «Καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» ή «βία στη βία της εξουσίας», ή ακόμα «η χειρότερη μορφή βίας είναι η φτώχεια». Κάποιοι μάλιστα σπεύδουν να διαπιστώσουν ότι για να συναντάμε τη βία σε όλες τις εποχές και τις κοινωνίες, μάλλον θα είναι «στη φύση» του ανθρώπου – είναι άραγε το «Εκείνο» του Φρόιντ που σπάει το κουκούλι του πολιτισμού και σαν λάβα μεταδίδεται στην κοινωνία, είναι δηλαδή ένα απομεινάρι του πρωτόγονου εαυτού μας; Αλλά η βία δεν είναι μόνο πρωτόγονη, είναι πολλές φορές εξαιρετικά οργανωμένη, εξαιρετικά νομιμοποιημένη και εξαιρετικά σχεδιασμένη. Ο Τάκης Λάγιος απορρίπτει τη λογική της «φυσικής» βίας. Η βία υπάρχει στις κοινωνίες, αλλά ό,τι υπάρχει δεν είναι στη φύση μας. Γιατί όπως συναντάμε κοινωνίες στις οποίες η βία επικρατεί, έτσι έχουμε, στην εξελικτική πορεία των ανθρώπινων κοινωνιών, και δείγματα κοινωνιών στις οποίες δεν κυριαρχεί η βία και δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο νομίζουμε.

Ο συγγραφέας προτιμά να εξετάσει τη βία ως εργαλείο. Εργαλείο που αξιοποιείται από πολλούς και με πολλούς τρόπους. Πρωτίστως, από την εξουσία, που μάλιστα, σύμφωνα με τον Μαξ Βέμπερ έχει το «μονοπώλιο της νόμιμης βίας» - να κι ένα επίθετο το οποίο χωρά πολλή συζήτηση. Τί σημαίνει νόμιμη βία; Και ποιος τη νομιμοποιεί; Με ποιον τρόπο και ποια είναι τα όριά της; Η νόμιμη βία είναι πάντα δίκαιη; Η «παράνομη» για την εξουσία του σουλτάνου βία των επαναστατημένων Ελλήνων το 1821 μήπως ήταν πιο δίκαιη από τη νόμιμη βία της Υψηλής Πύλης; Υπάρχει «αναλογικότητα» στη νόμιμη βία;

Στα πέντε κεφάλαια του βιβλίου, αλλά και στο εξίσου ενδιαφέρον παράρτημα που «επιστεγάζει» αυτό το δοκίμιο, ο συγγραφέας αναζητεί τις απαντήσεις. Και το κάνει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, επιχειρώντας να ανατρέξει στις προϊστορικές εκδοχές των ανθρώπινων κοινωνιών, εκείνες για τις οποίες δεν διαθέτουμε γραπτές μαρτυρίες αλλά βρίσκονται αποτυπωμένες σε κείμενα «κοσμογονικά», μυθολογικά και θεολογικά – κείμενα δηλαδή στα οποία το ανθρώπινο πνεύμα δεν επιχειρεί να κατανοήσει ορθολογικά τον κόσμο αλλά δίνει τις ερμηνείες του επικαλούμενο άλογες δυνάμεις: Στοιχεία της φύσης, θεότητες. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι διαβάζοντας πίσω από τις γραμμές αυτών των μύθων μπορούμε να κατανοήσουμε την αντίληψη του προϊστορικού ανθρώπου για τον κόσμο γύρω του, πριν τη συστηματική του οργάνωση σε κοινωνίες. Πριν τις ανθρώπινες κοινωνίες όπως τις γνωρίσαμε στους ιστορικούς χρόνους.

Η θεώρηση του συγγραφέα για την παρουσία της βίας στις ανθρώπινες κοινωνίες ουσιαστικά κρύβεται στον υπότιτλο του βιβλίου του, που πιστεύω ότι αντιπροσωπεύει πολύ περισσότερο το περιεχόμενο από τον τίτλο: «Το χρονικό ενός πατριαρχικού κόσμου». Το «φαινόμενο» ή το «εργαλείο» της βίας συνδέεται με την κυρίαρχη μορφή οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών, την πατριαρχική οργάνωση, η οποία όμως δεν είναι ο «φυσικός» και «δεδομένος» τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας, παρόλο που είναι αυτός που έχει επιβληθεί στην κοινωνία. Πηγή και τροφοδότης της βίας είναι για τον συγγραφέα η πατριαρχία που διατρέχει όλες τις μορφές κοινωνικής οργάνωσης, από την ανδροκρατούμενη πατριαρχική οικογένεια, μέχρι τις πολιτειακές δομές, την έννοια του κράτους που βασίζεται στην έννοια του ηγεμόνα και της επιβολής, αλλά ακόμα και τη θρησκεία που έχει επίκεντρο έναν μοναδικό θεό που με τους κανόνες του ρυθμίζει τις συμπεριφορές των ανθρώπων και τιμωρεί την παρέκκλιση. Η πατριαρχική εξουσία χρησιμοποιεί τη βία για να καταστέλλει (τιμωρώντας την παραβίαση κανόνων που η ίδια θεσπίζει) ή για να επεκταθεί σε βάρος άλλων κοινωνικών, πολιτειακών, οικονομικών ή θρησκευτικών οργανώσεων. Σήμερα, και με δεδομένα τα μέχρι τώρα ευρήματα των επιστημών της Ιστορίας και της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, πολλοί, εσφαλμένα και ίσως εσκεμμένα εσφαλμένα σύμφωνα με τον Λάγιο καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η βία είναι συστατικό στοιχείο των κοινωνιών – και δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή από αυτό τον ανταγωνιστικό κόσμο στον οποίο η βία, το δίκαιο του ισχυροτέρου, η δημιουργική καταστροφή, το δόγμα «προσαρμόζεσαι, ισχυροποιείσαι, υποτάσσεσαι ή πεθαίνεις» είναι η μόνη επιλογή.

Θεωρώντας ο Λάγιος ότι ακόμη και η ίδια η ιστορική επιστήμη εξυπηρετεί σε μεγάλη έκταση την επιβεβαίωση αυτού του αφηγήματος, που τόσο ωραία είχε περιγράψει ο Νίκος Γκάτσος στον «Κεμάλ» του Χατζιδάκι («Με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»), αναζητεί στα σπαράγματα του προϊστορικού ανθρώπινου πολιτισμού που κρύβονται στις αντιλήψεις για τη δημιουργία του κόσμου που χάνονται στην αχλύ του μύθου ενδείξεις, τις οποίες ο ίδιος θεωρεί αποχρώσες, αν όχι αποδείξεις, ότι ο κόσμος δεν ήταν πάντα έτσι. Διερμηνεύοντας τους συμβολισμούς των ελληνικών μύθων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι παραπέμπουν στην ύπαρξη μιας προ-πατριαρχικής, σε μεγάλο βαθμό μητριαρχικής κοινωνίας. Μητριαρχικής, όχι με την έννοια ότι οι γυναίκες είχαν τον ρόλο που σήμερα έχουν οι άνδρες σε έναν κόσμο συγκρούσεων, αλλά με την έννοια ενός κόσμου ειρηνικής συμβίωσης και κοινοκτημοσύνης, στον οποίο η γυναίκα ως πυρήνας της ζωής των ανθρώπινων κοινοτήτων είχε πρωταγωνιστικό ρόλο Δεν μπορούμε να μιλάμε για ηγεμονία της γυναίκας σε μια κοινωνία ισότητας, αλλά για μια γυναικοκεντρική κοινοτική συμβίωση η οποία στόχευε στην κάλυψη των αναγκών της κοινότητας και την ευημερία των μελών της χωρίς να χρησιμοποιεί τη βία.

Πού εντοπίζει ο συγγραφέας αυτές τις μορφές μιας ειρηνικής κοινωνικής οργάνωσης, στις οποίες η συνοχή βασιζόταν στην από κοινού συνεργασία για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών; Στους πολιτισμούς του Αιγαίου, στις Κυκλάδες και την Κρήτη, για τους οποίους ελάχιστα ιστορικά τεκμήρια έχουμε. Οι σχεδόν μοντέρνας αντίληψης μορφές των κυκλαδικών ειδωλίων, σε συνδυασμό με τις τοιχογραφικές απεικονίσεις που έχουμε για αυτή την ακόμη μυστηριώδη εποχή, και που δείχνουν μια κοινωνία που χαίρεται και απολαμβάνει τη ζωή σε έναν φυσικό κόσμο, φιλτράρονται από τον συγγραφέα με την ερμηνεία των μυθολογικών συμβόλων και τον οδηγούν στην αντίληψη ότι εκείνος, ο άλλος κόσμος, δεν ήταν απλώς εφικτός, αλλά υπαρκτός. Η απουσία πολεμικών σκηνών σε εκείνες τις παραστάσεις και η ειδυλλιακή τους ατμόσφαιρα δίνει την αίσθηση ενός άλλου κόσμου – εκείνου στον οποίο, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ακόμα και οι θεοί ήταν πολύ «ανθρώπινοι», με καταμερισμένους ρόλους, με ποικίλους τρόπους αλληλεπίδρασης με τους ανθρώπους.

Αν υποθέσουμε όμως ότι όντως υπήρξε μια τέτοια μορφή κοινωνικής οργάνωσης, τί ήταν εκείνο που άλλαξε τον κόσμο και τον οδήγησε στην σημερινή πατριαρχική δόμησή του; Η μόνιμη εγκατάσταση και η καλλιέργεια της γης, που σηματοδοτεί το πέρασμα από την τροφοσυλλεκτική στην καλλιεργητική εποχή είναι ασφαλώς ένα ορόσημο. Είναι το σημείο στο οποίο πολλοί φιλόσοφοι εντοπίζουν τον καταλύτη, που θεωρούν ότι είναι η ατομική ιδιοκτησία, που αντικαθιστά την κοινοτική προσπάθεια για κάλυψη των αναγκών. Αυτό που στο εμπράγματο δίκαιο ονομάζουμε «κυριότητα», δηλαδή την εξουσία διαθέσεως ενός πράγματος, ακινήτου ή κινητού. Εξουσία να καλλιεργείς, να κατοικείς, να «ορίζεις», ακόμα και να καταστρέφεις. Αυτή η ατομική εξουσία διεκδικείται, αμφισβητείται, χρήζει υπεράσπισης, οχύρωσης. Η βία εδώ εμφανίζεται ως εργαλείο για όλα τα παραπάνω, και κλιμακώνεται περαιτέρω όταν και μέσα στις μόνιμα εγκατεστημένες ανθρώπινες κοινωνίες εμφανίζονται οι ιεραρχικές – εξουσιαστικές μορφές οργάνωσης. Κάποια ομάδα ή κάποιο πρόσωπο βρίσκεται επί κεφαλής, λαμβάνει αποφάσεις, αλλά για να τις εκτελέσει χρησιμοποιεί τη βία – ως μέσο καταστολής. Για να υπερασπιστεί την κοινότητα, χρησιμοποιεί τη βία – ως μέσο άμυνας. Για να επεκταθεί καθώς η κοινότητα μεγαλώνει χρησιμοποιεί τη βία – ως μέσο επίθεσης. Η όποια μορφή εξουσίας είναι συνυφασμένη με τη χρήση βίας – η οποία για κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις προκαλεί μορφές αντί-βίας, που είναι εξίσου βίαιες. Η παραβατικότητα στους νόμους που θεσπίζει η εξουσία είναι βία, όπως βία είναι και η επιβολή ποινών σύμφωνα με τους ίδιους αυτούς νόμους. Η σύλληψη ή η εκτέλεση ποινών είναι μια βία νομιμοποιημένη. Ο συγγραφέας ανατρέχει στην πιο αυθεντικά δημοκρατική οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας που έχουμε γνωρίσει μέχρι σήμερα, στην Αθήνα του χρυσού αιώνα, όπου ασφαλώς η βία δεν απουσιάζει, αλλά η συλλογικότητα της λήψης αποφάσεων (στη νομοθέτηση αλλά και στην απονομή της δικαιοσύνης) παρέχει κάποια εχέγγυα μιας πιο αρμονικής και ειρηνικής συμβίωσης στους Αθηναίους πολίτες. Ωστόσο δεν θα πρέπει να λησμονούμε πως όσοι δεν έχουν αυτή την ιδιότητα (όπως οι δούλοι) είναι κινητά αντικείμενα, αντικείμενα ιδιοκτησίας, στερούμενα των θεμελιωδών ελευθεριών για τις οποίες η Αθήνα μέχρι σήμερα είναι λαμπρό παράδειγμα κοινωνικής οργάνωσης.

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει και την παρουσία της βίας μέσα στα κείμενα και τις διδαχές των μονοθεϊστικών θρησκειών που αναπτύχθηκαν στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, της εβραϊκής θρησκείας και εξελικτικά του Χριστιανισμού, και ασφαλώς του Ισλάμ. Ιδιαίτερα στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης η βία και το αίμα κυριαρχούν – ένας θεός παντοδύναμος, εκδικητικός και τιμωρός, ένα κανονιστικό πλαίσιο που καθορίζει όχι μόνο την θρησκευτική και πνευματική ζωή αλλά κυρίως την καθημερινή ζωή. Η χριστιανική θρησκεία ευαγγελίζεται την αγάπη, την ανεκτικότητα και την κοινοκτημοσύνη, ωστόσο στο όνομά της θα δούμε στη διάρκεια της ιστορίας φοβερούς θρησκευτικούς πολέμους, όχι μόνο κατά των «απίστων», αλλά και των «ετεροδόξων». Πόλεμος και μάλιστα ιερός είναι και ο τρόπος με την οποία η μουσουλμανική θρησκεία διαδίδεται. Ο συγγραφέας διακρίνει εδώ μια θεολογική, μεταφυσική από τη μία αλλά ταυτόχρονα απολύτως ενσωματωμένη και επιβαλλόμενη στον πραγματικό κόσμο πατριαρχία. Επιβαλλόμενη με τη βία.

Ο ανταγωνισμός για τις διάφορες μορφές ισχύος (πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική, στρατιωτική) που γίνεται άκρατος και τελικά εκτοξεύεται μετά από το πέρασμα της κοινωνίας από την αγροτική στη βιομηχανική εποχή, και την γιγάντωση του αδηφάγου καπιταλισμού, όπως εξελίχθηκε τους τελευταίους αιώνες, είναι κι αυτά, σύμφωνα με τον συγγραφέα εκδηλώσεις αυτής της πατριαρχίας που επιβάλλεται και επεκτείνεται με τη βία. Ο αποικιακός ανταγωνισμός, η συσσώρευση πλούτου η οποία δεν στηρίζεται πλέον στην παραγωγή και στο εμπόριο, αλλά στην αναγόρευση του ίδιου του χρήματος ως εμπορεύματος, είναι και αυτές εκδηλώσεις – εξελίξεις αυτού του πατριαρχικού κόσμου. Ο παραλογισμός της παραγωγής πλούτου όχι από την παραγωγική διαδικασία αλλά στην κυριολεξία με «αέρα κοπανιστό», μέσα από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τους τόκους εκτοξεύει τις ανισότητες, τον ανταγωνισμό και τη βία. Ας αναλογιστούμε τους όρους «επιθετικό μάρκετινγκ», «επιθετική εξαγορά». Ο τόκος, το χρήμα που γεννάει κι άλλο χρήμα, μεγεθύνει το οικονομικό σύστημα, που φτάνει στο σημείο να εξαντλεί τις παραγωγικές δυνατότητες και να οδηγείται, ακριβώς πάνω στην κορύφωση του οικονομικού κύκλου σε κρίσεις. Κρίσεις που συνήθως εκδηλώνονται με βίαιο τρόπο, συνεπάγονται πολέμους και πλήττουν, με δεδομένες τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, κυρίως τους πιο αδύναμους – ο «τρίτος κόσμος», όπως τον λέγαμε παλιότερα, αλλά και ο «τέταρτος», οι  φτωχοί των ανεπτυγμένων χωρών, υφίστανται τις συνέπειες των κρίσεων, που για την κορυφή της πατριαρχικά οργανωμένης πυραμίδας είναι «ευκαιρίες».

Προσπαθώντας να αναλύσει το φαινόμενο της βίας, ο συγγραφέας επιχειρεί σε αυτό το ιστορικό – φιλοσοφικό και κοινωνιολογικό δοκίμιο, να διατυπώσει την κοσμοθεωρία του, να εξηγήσει τον σημερινό κόσμο, έναν κόσμο όπου η πατριαρχία, και οι ανισότητες κυριαρχούν, και να υποστηρίξει ότι αυτό δεν είναι μονόδρομος – ότι υπήρξαν κάποιες εποχές στις οποίες οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν ήταν έτσι όπως είναι σήμερα. Στο επίμετρο του βιβλίου του μάς δείχνει το δικό του βλέμμα για την αρχαία Κρήτη, έναν από τους τόπους στους οποίους θεωρεί ότι αυτή η άλλη κοινωνία ήταν πραγματικότητα.

Το βιβλίο είναι ένα ενδιαφέρον δοκίμιο που δίνει πολλή τροφή για σκέψη, είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με τη μεθοδολογία και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Το βέβαιο είναι ότι ο Τάκης Λάγιος έχει μελετήσει πολύ και τα αρχαία και θρησκευτικά κείμενα τα οποία επικαλείται, αλλά και την ανθρωπολογική βιβλιογραφία για τις απαρχές και την εξέλιξη του κόσμου μας. Το βιβλίο δεν συνθέτει μια συστηματική και οργανωμένη σε «θεωρία» εκδοχή της κοσμοθεωρίας του συγγραφέα, αλλά δεν νομίζω ότι αυτός ήταν ο στόχος του. Στόχος του, τον οποίο πέτυχε όσον αφορά εμένα ως απλό αναγνώστη, είναι να μας κάνει να σκεφτούμε. Να σκεφτούμε πώς φτάσαμε ως εδώ. Και για μένα ένα βιβλίο είναι πετυχημένο όταν στο τέλος του σε κάνει να έχεις περισσότερες ερωτήσεις απ’ όσες είχες στο μυαλό σου στην αρχή του.

Όντως η βία είναι κοινότοπη. Ξεκινάει από πολύ ψηλά και εκλύει τεράστιες δυνάμεις, όπως όταν μια υπερδύναμη εισβάλλει σε μια κυρίαρχη χώρα ισχυριζόμενη ότι αμύνεται (στην Ιστορία άλλωστε η βία είναι πάντα δικαιολογημένη από εκείνους που την ασκούν. Αν τους πιστέψουμε, όλοι οι πόλεμοι σ’ αυτό τον κόσμο ήταν αμυντικοί). Και μπορεί να φτάσει μέχρι τη βία των απλών ανθρώπων, είτε «εκτελεστών» αποφάσεων των μεγάλων, όπως οι απλοί στρατιώτες που εκτελούν εν ψυχρώ μικρά παιδιά στη Γάζα, στο όνομα του περιούσιου λαού του θεού, θεωρώντας ότι εκτελούν εθνικό καθήκον, είτε ο γείτονας ή ο γνωστός μας που ασκεί βία στο πλαίσιο του δικού του πατριαρχικού μικρόκοσμου: όπως ο άντρας που σκοτώνει τη σύντροφό του επειδή του είπε να χωρίσουν, θεωρώντας την ιδιοκτησία του.

Η καινούρια βία άλλωστε είναι σε μεγάλο βαθμό ψηφιακή. Στα κοινωνικά δίκτυα βλέπουμε θανάτους σε ζωντανή μετάδοση, και η λεκτική βία μεταξύ των χρηστών έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Τα ίδια αυτά μέσα μάς ασκούν μεγαλύτερη βία απ’ όση μπορούμε να φανταστούμε. Ως ψηφιακοί δέσμιοι σε ένα μεταμοντέρνο σπήλαιο του Πλάτωνα, «σκρολάρουμε» αρειμανίως ο καθένας στην οθόνη του, χωρίς ουσιαστική επικοινωνία με τους ψηφιακούς μας «φίλους» ή «ακολούθους». Και τί βλέπουμε; Όχι αυτά που θέλουμε, αλλά αυτά που διαλέγει «για μας» (for you) ένας αλγόριθμος. Και έτι περαιτέρω, η ραγδαία εισβολή της Τεχνητής Νοημοσύνης στον ψηφιακό μας κόσμο, στην οποία αναθέτουμε να μας επιλύσει τα πάντα, είναι κι εκείνη μια υποδόρια μορφή βίας. Το σύνολο της ψηφιοποιημένης ανθρώπινες σκέψης «σαρώνεται» από μηχανήματα που μας δίνουν πολύ γρήγορες και όλο και πιο αξιόπιστες απαντήσεις. Πού βρίσκεται η βία εδώ;  Όχι μόνο στην εφιαλτική προοπτική ότι η «αντικειμενική» τεχνητή νοημοσύνη θα κληθεί να πάρει αποφάσεις (Ποιον εργαζόμενο πρέπει να προσλάβω; Ποιον ασθενή πρέπει να χειρουργήσω; Ποιος είναι ο ένοχος για αυτό το έγκλημα; Ποιος είναι ο καλύτερος ηγεμόνας για να ψηφίσω;) Αλλά, και κυρίως, στο γεγονός ότι ο άνθρωπος παραιτείται οικειοθελώς από αυτό που τον κάνει άνθρωπο: Από το δικαίωμα στη σκέψη, στο συλλογισμό, παραιτείται από την έλλογη φύση του. Βλέπουμε περισσότερη εικόνα, διαβάζουμε λιγότερο, κωδικοποιούμε και αποκωδικοποιούμε γλώσσα όλο και λιγότερο. Αν συμφωνήσουμε ότι η βία ξεκινά από εκεί που τελειώνει ο λόγος,  («όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος» λέει η παροιμία), αυτό που μπορεί να κάνει κανείς για να εξακολουθεί να ελπίζει είναι να υπερασπιστεί τον λόγο.

Δηλαδή, ας αφήσουμε για λίγο τις παθητικές οθόνες και τις καταιγιστικές εικόνες, κι ας ξαναπιάσουμε τις λέξεις, τα βιβλία.

Σας ευχαριστώ.

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις