Για τα "Μάτια Παντού" του Αλέξανδρου Λυκούρα


Τα μάτια της μικρής μας πόλης


«Μάτια παντού» βλέπει ο Αλέξανδρος Λυκούρας στο έργο του. Ή μήπως «Μάτια παντού» τον βλέπουν; ‘Η μήπως «μάτια παντού» μας βλέπουν όλους; Ή μήπως «μάτια παντού» είναι και τα δικά μας.

Η μικρή πόλη είναι ένα μεγάλο θέατρο.
Η ραχοκοκαλιά της, οι πολυσύχναστοι δρόμοι της και οι πλατείες της, είναι η μεγάλη της φωτισμένη σκηνή. Ιδανικός θεατρικός χώρος για ένα σκηνοθέτη. Εκατοντάδες είσοδοι και έξοδοι, ατέλειωτα παρασκήνια (και μεγάλο παρασκήνιο), κι όλος ο θίασός του διάσημος. Όλοι γνωρίζουν τους πάντες. Το κοινό ταυτίζεται με τους ηθοποιούς, εκείνη η μεγάλη γραμμή που χώρισε θεατές και θεώμενους όταν το θέατρο έπαψε να είναι τελετή.

Στον κόσμο του Αλέξανδρου Λυκούρα, τον μακρόκοσμο της τεράστιας σκηνής που είναι ταυτόχρονα μικρόκοσμος μιας πόλης, οι εκάστοτε θεατές είναι οι «πετρίτες», αρπακτικά με εξασκημένο, άγρυπνο βλέμμα. Οι εκάστοτε «ηθοποιοί» είναι τα θύματά τους, εκείνα που με το ίδιο τους το βλέμμα θα κατασπαράξουν οι πετρίτες.

Τα μάτια των αρπακτικών που βρίσκονται παντού έχουν ένα προνόμιο σε σχέση με τους σημερινούς θεατές μιας συμβατικής παράστασης. Σαν τους θεατές της αρχαίας τραγωδίας, εν πολλοίς γνωρίζουν τον «μύθο», τη ζωή των θυμάτων τους. Αν οι ηθοποιοί του Στανισλάφσκι έπρεπε να μελετούν επί πολύ καιρό προκειμένου να εντοπίσουν την ιστορικότητα του ρόλου τους, οι πετρίτες-θεατές του μεγάλου θεάτρου της μικρής μας πόλης γνωρίζουν σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν όσα και οι ηθοποιοί.

Υπάρχουν παρασκήνια που είναι απολύτως διάφανα, ακόμα κι αν τα χωρίζουν από την «σκηνή» ψηλοί μαντρότοιχοι και κλειδωμένες πόρτες. Υπάρχουν όμως και επί σκηνής αντικείμενα και υποκείμενα τα οποία παραμένουν, συμβατικά, αόρατα. Κάποια απ’ αυτά οι «πετρίτες» συμφωνούν ότι δεν βλέπουν. Η επιλεκτική καθολική τυφλότητα πρέπει να είναι μια πολυμερής σύμβαση. Χωρίς τη συναίνεση, δηλαδή τη σιωπή, όλων, οι «αόρατοι ρόλοι» και οι «ανύπαρκτες πράξεις» θα ήταν ομολογημένα ορατές. Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι «πετρίτες» δεν κατασπαράζουν τα πρόσωπα που κοιτάζουν. Γιατί κοιτάζουν κάνοντας πως δεν βλέπουν.

Ο Αλέξανδρος ταξιδεύει στο χρόνο, όταν άλλα μάτια σάρωναν ένα αλλιώτικο παντού. Κι ένα σημείο του «παντού». Ο συνονόματός του Σολωμός έρχεται στη μικρή μας πόλη από ένα άλλο «παντού». Έναν άλλο κόσμο, εκεί που έχεις πολλά πράγματα να δεις, τόσα πολλά που δεν σου μένει καιρός, ούτε γωνία του ματιού, για να μπορέσεις να δεις κάτι άλλο. Με τα μάτια του γεμάτα εικόνες και με το είναι του γεμάτο αγάπη, επιστρέφει, μαζί με την αγαπημένη του. Και, όπως συμβαίνει στα έργα του Ίψεν, τα μάτια όλων στρέφονται σ’ εκείνον που έρχεται να σπάσει το «ασφαλές κουκούλι», το status quo ante, την υφιστάμενη κατάσταση. Πώς θα καταφέρει ο Αλέξανδρος να μη γίνει Πενθέας από τις Βάκχες-πετρίτες της πόλης; Φτιάχνοντας ένα μαγικό κουτί μέσα σ’ αυτήν, ένα διάφανο μαγικό κουτί, που θα δείχνει πέρα από τον στενό της ορίζοντα. Τις ζωές άλλων, τα όνειρα άλλων, τα συναισθήματα όλων. Κάτι που θα κάνει το βλέμμα να φύγει από το παντού και να πάει στο «αλλού».

Τι θέση έχει ένα θέατρο, σαν εκείνο του Αλέξανδρου Σολωμού, μέσα στο μεγάλο θέατρο της μικρής πόλης; Ένα θέατρο εν θεάτρω. Ένα σπιτάκι απ’ όλα εκείνα τα μικρά που μέσα του συμβαίνει μια άλλη παράσταση; Όπερα. Μουσική. Τραγούδι. Συναισθηματική έξαρση. Κι ένα αόρατο μάτι να  μπορεί να παρατηρεί από το ταβάνι. Το θέατρο είναι ένας μικρόκοσμος που είναι προορισμένος να σώζει τον μακρόκοσμο από τον κανιβαλισμό του πολίτη-«πετρίτη». Είναι ένας τόπος όπου τα «μάτια παντού», κοιτώντας πάνω στη σκηνή, γίνονται «μάτια εντός». Σ’ εκείνο το μαγικό κουτί, το θέατρο, αφήνεις τα μάτια σου από τους άλλους. Γιατί εκεί ο πετρίτης βλέπει τον εαυτό του. Όχι το καθρέφτισμά του, αλλά αυτό που είναι, την αλήθεια του. Και μετά από εκείνη τη γνωριμία… ποιος ξέρει, μπορεί τα υποψήφια θύματά του να γλιτώσουν.


Το όνειρο του Σολομού


Ήταν αρχές του 19ου αιώνα όταν ήρθε στον κόσμο ο Αλέξανδρος Σολομός, ο πρώτος από τους τρεις γιους του Γεράσιμου Σολωμού και της Αναστασίας Λειβαδά. Όπως κι ο μεσαίος αδελφός του Μαρίνος, ο Σολομός σπούδασε νομικά στο Παρίσι, έγινε δικηγόρος, δικαστικός. Μα τον Γεράσιμο δεν τον θυμόμαστε ούτε για την επαγγελματική του σταδιοδρομία, ούτε για τη μεγάλη ακίνητη περιουσία της οικογένειας, αλλά για το θέατρο που ίδρυσε στα μέσα της δεκαετίας του 1830 στο ισόγειο του αρχοντικού του, στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, που ανήκε τότε στις Ηνωμένες Πολιτείες των Επτά Ιονίων Νήσων. 

Τριάντα χρόνια πριν υψωθεί στην Κεφαλονιά η ελληνική σημαία, το θέατρο του Σολομού ήταν χρονολογικά η δεύτερη θεατρική στέγη που έχει τεκμηριωθεί μέχρι σήμερα από την ιστορική επιστήμη, μετά το θέατρο του Σπυρίδωνος Μπερέττα, που λειτούργησε από τις αρχές του αιώνα μέχρι περίπου το 1825. Ο ιστορικός ερευνητής της Κεφαλονιάς Αγγελο-Διονύσης Δεμπόνος έχει φέρει στο φως με τις πολύχρονες αρχειακές έρευνές του πολύτιμα στοιχεία για τη διοίκηση, τη λειτουργία και τη δράση του θεάτρου του Σολομού, που βρισκόταν σε κεντρικό σημείο της παλιάς πόλης με τους στενούς, στριφτούς, «βενετσιάνικους» δρόμους.

Η αγάπη του Σολομού για την πατρώα γη (στην οποία επέστρεψε και εγκαταστάθηκε), για τις τέχνες, αλλά και για τη φιλόμουση γυναίκα του, ήταν ίσως τα κίνητρα που τον ώθησαν να ιδρύσει και να διαχειρίζεται το θέατρο, το οποίο φιλοξενούσε παραστάσεις ιταλικών μελοδραματικών θιάσων, αλλά και κάποιες ερασιτεχνικές θεατρικές δοκιμές. Το θέατρο έγινε ένα «ανοιχτό σαλόνι», όπου η μουσική, η υποκριτική, αλλά και η κοινωνική συναναστροφή χρωμάτιζαν την αστική ζωή της μικρής πρωτεύουσας ενός από τα εφτά νησιά του αγγλικού προτεκτοράτου.

Όχι, δεν τα κατάφερε ο Σολομός. Το εγχείρημα ναυάγησε οικονομικά, κι εκείνος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κεφαλονιά και την Ελλάδα. Η αποδεδειγμένα φιλόμουση πόλη του Αργοστολίου δεν στήριξε οικονομικά το θέατρο, και οι δανειστές έσπευσαν να μοιραστούν την περιουσία του Σολομού. Το παραμύθι είχε λυπημένο τέλος, καθώς ο αιώνας βάδιζε προς το δεύτερο μισό του. Μα πάντα το τέλος φέρνει ένα καινούριο παραμύθι. Στα τέλη της δεκαετίας του 1850 ένα καινούριο, λαμπρό θέατρο, «Ο Κέφαλος», θα σηματοδοτήσει μια καινούρια αρχή στη θεατρική ζωή του τόπου. 
Το τέλος του παραμυθιού θυμίζει τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ – η οικογένεια φεύγει σχεδόν κυνηγημένη καθώς μια εποχή τελειώνει. Μόνο που εδώ, η εποχή του θεάτρου, των τεχνών, του λόγου, δεν τελειώνει ποτέ. Οι θίασοι της όπερας θα ξανάρθουν πολλές φορές, τα πρώτα ελληνικά έργα θα παιχθούν από τους ντόπιους, και, όσο ο αιώνας πλησιάζει προς το τέλος του, όλο και περισσότεροι ελληνικοί επαγγελματικοί θίασοι θα ανεβαίνουν στη σκηνή του «Κεφάλου».

Τα φώτα του θεάτρου του Σολομού είχαν ήδη σβήσει όταν γεννήθηκε, πολίτης του ελληνικού κράτους, ο Γεώργιος Μολφέτας ένας από τους μεγάλους σατιρικούς ποιητές της Κεφαλονιάς και της Ελλάδας, στις αρχές της δεκαετίας του 1870. Κι εκείνος άφησε το νησί για να σπουδάσει νομικά, αλλά στράφηκε προς τη σάτιρα, σάτιρα πιο «μπριλάντε» από εκείνη του Λασκαράτου. Ο Μολφέτας, σωστό «Ζιζάνιο», θα εκδώσει την ομώνυμη εφημερίδα με τα ευφυή στιχάκια του που θα διαδίδονται από στόμα σε στόμα στους κατοίκους της μικρής πόλης. Σ’ ένα απ’ αυτά, ο ποιητής συναντά σε κάποια γωνιά του Λιθοστρώτου, του στρωμένου με κυβόλιθους κεντρικού δρόμου της πόλης, έναν «πετρίτη», έναν συμπολίτη του που με άγρυπνο βλέμμα παρακολουθεί και καταγράφει τις ζωές των συμπολιτών του, όπως διαγράφονται στις καθημερινές του περαντζάδες. 

Οι «πετρίτες» γίνονται όλο και περισσότεροι, όσο μικρότερες είναι οι πόλεις που «κατοπτεύουν». Γεμίζουν τη δική τους ζωή με κομμάτια από τις ζωές των άλλων. Σαν ένα πάτσγουορκ από στιγμές της καθημερινότητας, ως επί το πλείστον ασήμαντες, που κάνουν κάθε «πετρίτη» να αισθάνεται σημαντικός.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

"Το χώμα βάφτηκε κόκκινο" του Βασίλη Γεωργιάδη και ο Μαρίνος Αντύπας

Τα σχολικά βιβλία χθες και σήμερα