Τα σχολικά βιβλία χθες και σήμερα





Τα σχολικά βιβλία χθες και σήμερα
Η αναγκαία παιδαγωγική (;) προσαρμογή
Ηλίας Τουμασάτος


Τα σχολικά μας βιβλία είναι οι πιο παρεξηγημένοι σύντροφοι των παιδικών μας χρόνων. Όσο καιρό βρίσκονται κάπου ανάμεσα στην τσάντα μας, το θρανίο μας και το παιδικό μας δωμάτιο μάλλον τα κοιτάζουμε με μισό μάτι. Κάθε σελίδα τους είναι και μια υποχρέωσή μας για την επόμενη μέρα. Δεν θα αναρωτηθούμε ποτέ ποιος τα έγραψε, ούτε θα διαβάσουμε ποτέ εκείνες τις σελίδες που δεν ήταν στην ύλη. Όταν όμως περάσουν κάποια χρόνια από την αποφοίτησή μας από το σχολείο, και σε κάποιο σκονισμένο κιβώτιο ανακαλύψουμε ένα παλιό σχολικό μας βιβλίο, εκείνον τον παλιό μας «εχθρό», τον βλέπουμε πλέον με διαφορετικό βλέμμα. Όχι τόσο για όσα μάθαμε μέσα απ’ αυτό, όσο για τη συγκινησιακή φόρτιση και τις αναμνήσεις της παιδικής και εφηβικής ηλικίας που συνδέονται με τη σχολική ζωή.

Αυτή η παράμετρος της διαχρονικής εναλλαγής συναισθημάτων από τους μαθητές των βιβλίων κρύβει από πίσω της τρεις άλλες παραμέτρους, που είναι κρίσιμες για να επιχειρήσει κανείς μια σύγκριση των παλαιών και νέων σχολικών βιβλίων. Πρώτο, το σχολικό βιβλίο είναι ένα πνευματικό έργο – τεκμήριο της γραμματείας μιας εποχής, που ταυτόχρονα είναι και ένα αγαθό με οικονομική αξία, που καταλαμβάνει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό σε όγκο και αριθμό τίτλων στην παραγωγή βιβλίων. Έπειτα, είναι ένα, ίσως το βασικότερο, εργαλείο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, δηλαδή ένα παιδαγωγικό εργαλείο, ένα εργαλείο απόκτησης γνώσεων. Και επιπλέον, είναι ένα από τα εργαλεία της εξουσίας για την αναπαραγωγή ή την εξέλιξη του συστήματος αξιών και κανόνων που κυριαρχούν στην εκάστοτε οικονομική, πολιτική και κοινωνική συγκυρία.

Η σύγκριση των σχολικών βιβλίων στην Ελλάδα από εποχή σε εποχή έχει αποτελέσει, ιδίως τα τελευταία χρόνια, προσφιλές θέμα για την επιστημονική έρευνα. Μια πρόχειρη έρευνα στη βάση των διδακτορικών διατριβών στο Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης δείχνει ότι είναι περίπου εκατό μόνο οι διδακτορικές διατριβές που έχουν ασχοληθεί με τέτοιου είδους θέματα, ενώ δεν είναι λίγες και οι μελέτες που έχουν εκδοθεί αυτοτελώς ή σε επιστημονικά περιοδικά. 


Για την παράμετρο του βιβλίου ως πνευματικής εργασίας θα πρέπει να σημειώσουμε μια κρίσιμη χρονολογία. Κι αυτή είναι το 1937. Είναι η χρονιά που με αναγκαστικό νόμο του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, ιδρύεται ο Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων. Πολιτική του Οργανισμού ήταν ο αποκλειστικός έλεγχος της έκδοσης και διάθεσης των σχολικών βιβλίων. Την προηγούμενη εικοσαετία υπήρχε δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε περισσότερα εγκεκριμένα από το εκάστοτε Υπουργείο Παιδείας εγχειρίδια. Αυτό σήμαινε ότι από δω και πέρα θα υπήρχε ένα σχολικό βιβλίο για όλα τα σχολεία, πολιτική που εφαρμόζεται ακόμη και σήμερα. Στη δεκαετία του 1960 ο Οργανισμός θα μετονομαστεί σε Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, και θα συνεχίσει τη λειτουργία του μέχρι το 2012, οπότε καταργήθηκε μαζί με πολλούς άλλους δημόσιους φορείς. Μετά την κατάργηση του Οργανισμού τον συντονισμό της έκδοσης και διάθεσης των σχολικών βιβλίων έχει αναλάβει το Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «Διόφαντος». Υπολογίζεται ότι ο ΟΕΔΒ εκτύπωσε περίπου 3 δισεκατομμύρια αντίτυπα σχολικών βιβλίων όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης.

Συνοπτικά θα είχαμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα για την εξέλιξη των σχολικών βιβλίων:

-          Από την πλευρά της τεχνολογίας παραγωγής βιβλίων, η εξέλιξη των τυπογραφικών τεχνικών φέρνει αισθητικές και σχεδιαστικές βελτιώσεις στα βιβλία. Από τα παλαιά τυπογραφεία στη φωτοσύνθεση και στην ηλεκτρονική σχεδίαση, από την ασπρόμαυρη εκτύπωση στην τετραχρωμία, αλλά και στη μεγέθυνση του σχήματος που σε ορισμένες περιπτώσεις διευκολύνει τη χρηστικότητα, οι αλλαγές είναι σημαντικές. 

-          Ως πνευματικό έργο το σχολικό βιβλίο ωστόσο έχει από τη φύση του μια ατέλεια. Δεν αποτελεί προϊόν ελεύθερης δημιουργικής σκέψης, αλλά οφείλει να κινείται στο πλαίσιο του αναλυτικού προγράμματος που το εκάστοτε εκπαιδευτικό σύστημα προβλέπει για το συγκεκριμένο μάθημα. Ο δημιουργός του περιορίζεται δημιουργικά και επιστημονικά υλοποιώντας μια προδιαγεγραμμένη και συνήθως ανεξάρτητη από τη δική του θέληση δομή. Ο τρόπος ανάθεσης και αξιολόγησης των υπό έκδοση σχολικών βιβλίων διαχρονικά γεννά αντιπαραθέσεις και το περιεχόμενό τους αποτελεί συχνά αντικείμενο δημόσιου διαλόγου, που ενίοτε μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα (χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα πριν από σχεδόν μια δεκαετία, του βιβλίου της Ιστορίας της Στ’  Δημοτικού).

-          Ένα επιπλέον διαχρονικό πρόβλημα του σχολικού βιβλίου ως διδακτικού εγχειριδίου είναι και αυτό που προκύπτει όταν για τις ανάγκες του σχολικού προγράμματος γίνονται από το Υπουργείο Παιδείας μειώσεις της διδακτέας ή εξεταστέας ύλης. Το βιβλίο είναι γραμμένο ως οργανικό σύνολο, και στους μαθητές παρουσιάζεται αποσπασματικά. Σαν ένα μουσικό κομμάτι που ο συνθέτης το έγραψε για να εκτελεστεί ολόκληρο, αλλά ο μουσικός αναγκάζεται να αφαιρέσει μερικά μέτρα.

Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των βιβλίων ως παιδαγωγικών εργαλείων, αυτό ακριβώς το αναλυτικό πρόγραμμα είναι καθοριστικό για το ρόλο του βιβλίου. Το βιβλίο είναι ένα εργαλείο της παιδαγωγικής διαδικασίας. Υπηρετεί το πλαίσιο του εκάστοτε αναλυτικού προγράμματος και κατ’ επέκταση της εκπαιδευτικής πολιτικής που ισχύει στη χώρα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Αυτή η λογική καθορίζει το περιεχόμενο της διδακτέας ύλης, αλλά και ζητήματα όπως η γλώσσα του βιβλίου, ο τρόπος παρουσίασης των διδακτικών ενοτήτων και τα ιδεολογήματα που άμεσα ή έμμεσα διακρίνονται στο περιεχόμενό του. Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις συνδέονται συνήθως με αλλαγή των σχολικών βιβλίων, με εξαίρεση την τελευταία, που σε μεγάλο ποσοστό μέχρι στιγμής υλοποιείται με τη χρήση των παλαιών διδακτικών βιβλίων.

Οι παιδαγωγικές αντιλήψεις που απηχούν τα σχολικά βιβλία έχουν πολλαπλό ρόλο. Χρησιμοποιούν τις παιδαγωγικές εκείνες μεθόδους που εξυπηρετούν τις ανάγκες της συγκεκριμένης εκπαιδευτικής πολιτικής. Παρακολουθούν ασφαλώς τις επιστημονικές εξελίξεις στην επιστήμη της παιδαγωγικής (π.χ. τις νέες μεθόδους διδασκαλίας, διαθεματική, ομαδοσυνεργατική, πολυπολιτισμική), ωστόσο κατά τη γνώμη μας η επιλογή των μεθόδων δεν γινόταν και δεν γίνεται με παιδαγωγικά κριτήρια, αλλά στη βάση του μοντέλου εκπαίδευσης που εφαρμόζει η εκάστοτε κυβέρνηση.  

Με αυτή τη λογική, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή που τα σύγχρονα παιδαγωγικά μοντέλα ευαγγελίζονται μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων του εκπαιδευτικού μέσα από πολλές και εναλλακτικές μεθόδους, τα βιβλία, ως εκφραστές ενός αυστηρά καθορισμένου αναλυτικού προγράμματος  λειτουργούν περιοριστικά στην ελευθερία αυτή. Αν στις παλιότερες εποχές που η μέθοδος της διάλεξης ήταν η πιο συνηθισμένη, τα βιβλία ήταν κατάλληλα να ανταποκριθούν σ’ αυτόν το ρόλο, σήμερα το κείμενο του βιβλίου οφείλει να είναι αφετηρία για τη γνώση και όχι η ίδια η γνώση για τον μαθητή. 

 Αυτή την ανάγκη εξυπηρετούσε παλαιότερα η εικονογράφηση των βιβλίων, η οποία πάντα καθιστούσε το σχολικό βιβλίο ακριβότερη παραγωγή, ωστόσο έδωσε την ευκαιρία στους μαθητές, ιδίως σε εποχές που η εικόνα των πραγμάτων δεν ήταν διαθέσιμη να έρθουν σε επαφή, ανάμεσα σε άλλα, και με έργα τέχνης σπουδαίων καλλιτεχνών. Σήμερα τα σχολικά βιβλία είναι διαθέσιμα και σε ηλεκτρονική μορφή, σε ορισμένες περιπτώσεις εμπλουτισμένα και με επιπλέον ηλεκτρονικό υλικό, ενώ δεν είναι μακριά η εποχή που το βιβλίο θα συνοδεύεται ή θα είναι το ίδιο, ένα πολυμέσο όπου λόγος, εικόνα, ήχος, και σύνδεσμοι προς εξωτερικές πηγές, αλλά και διαδραστικές εφαρμογές θα εμπλουτίζουν τον ρόλο του ως μαθησιακού εργαλείου. 

Είναι ίσως καιρός να δυναμώσει η συζήτηση για την κατάργηση του μοναδικού διδακτικού εγχειριδίου, ούτως ώστε ο εκπαιδευτικός να έχει μεγαλύτερη ευελιξία στο να προσαρμόσει το μάθημά του στις ανάγκες της συγκεκριμένης τάξης, εννοείται με την εξασφάλιση της δωρεάν διανομής στους μαθητές. Το μοντέλο του αυστηρού κεντρικού ελέγχου των βιβλίων έχει δημιουργήσει ένα σύστημα «οργανωμένο» γύρω από το ίδιο το σχολικό βιβλίο, άρα ένα σύστημα άγονο, καθώς τα σχολικά βοηθήματα για παράδειγμα που κυκλοφορούν είναι προσανατολισμένα στο ένα και μοναδικό βιβλίο. Μια τεράστια βιομηχανία έχει στηθεί με βάση το ένα και μοναδικό βιβλίο, ενώ οι ίδιοι άνθρωποι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη γνώση τους για εναλλακτικές προτάσεις στο ίδιο διδακτικό αντικείμενο.

Τέλος, σε ό,τι αφορά τον παιδαγωγικό ρόλο του σχολικού βιβλίου δεν θα πρέπει να παραλείψουμε έναν παράγοντα που κι αυτός απονευρώνει την εκπαιδευτική διαδικασία από τη δυναμική που οφείλει να έχει. Πλάι στο σχολικό εγχειρίδιο, πρόσφατα προστέθηκε και ένα άτυπο, λανθάνον εγχειρίδιο: Αυτό της τράπεζας θεμάτων διαβαθμισμένης δυσκολίας, η οποία είναι ανοιχτή για όσα μαθήματα έχει δημιουργηθεί σε όλη την εκπαιδευτική κοινότητα. Ξαφνικά η μαθησιακή διαδικασία αποκτά ένα δεύτερο κέντρο βάρους, το οποίο έχει συντεθεί με πολύ λιγότερο συστηματικό τρόπο απ’ ό,τι το σχολικό βιβλίο. Την τράπεζα θεμάτων. Η ύλη του μαθήματος κατακερματίζεται πια σε πιθανά θέματα εξετάσεων, πράγμα που συνέβαινε και παλαιότερα, αλλά μόνο στην Τρίτη Λυκείου για τα μαθήματα που εξετάζονται στις πανελλαδικές. Τη στιγμή που οι σύγχρονες παιδαγωγικές αντιλήψεις μιλούν για νέες πιο δημιουργικές μεθόδους διδασκαλίας και τα βιβλία ως κάποιο βαθμό προσπαθούν να ανταποκριθούν σ’ αυτό,  η Τράπεζα Θεμάτων, που όπως είναι διαμορφωμένη ως τώρα απέχει από κάθε σύγχρονη παιδαγωγική αντίληψη καταργεί ουσιαστικά κάθε ελευθερία, αφού μετατρέπεται σε καθοριστικό παράγοντα για τη διδασκαλία και τη μελέτη – έχουμε δηλαδή μια καινούρια «λίστα ερωτήσεων» αντί για μια ύλη που θα ευνοεί την κριτική σκέψη και τη χαρούμενη γνώση.(Σ.Σ. Η τράπεζα θεμάτων ισχύει πλέον μόνο ως παιδαγωγικό εργαλείο και δεν χρησιμοποιείται στις εξετάσεις από το σχολικό έτος 2014-15).

Η τελευταία παράμετρος που θα εξετάσουμε αναφορικά με τη διαχρονική εξέλιξη των σχολικών βιβλίων είναι η χρησιμοποίησή τους για την αναπαραγωγή ή τη διαμόρφωση των κοινωνικών αξιών, στο πλαίσιο του εκάστοτε συστήματος διακυβέρνησης. Το σχολικό βιβλίο είναι το τελικό προϊόν μιας πολιτικής επιλογής, που απεικονίζεται στο εκάστοτε αναλυτικό πρόγραμμα. Το περιεχόμενό του δεν απεικονίζει αναγκαστικά την πολιτική, κοινωνική, οικονομική πραγματικότητα, αλλά προσπαθεί να την διαμορφώσει, μέσα από τους νέους πολίτες που διαπλάθει. Αυτή η διαχρονική «Διάπλασις των παίδων» για να θυμηθούμε το περιοδικό του Γρηγορίου Ξενόπουλου, αποτελεί εργαλείο στα χέρια της εκάστοτε εξουσίας, που επιθυμεί είτε να αναπαράγει το μοντέλο διακυβέρνησης και κατ’ επέκταση τις κοινωνικές και οικονομικές δομές της χώρας, είτε να εδραιώσει το δικό της μοντέλο διακυβέρνησης. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου φρόντιζε να φαίνονται τα σύμβολά της σε όλα τα σχολικά βιβλία. Αλλά τα φανερά σύμβολα είναι ασφαλώς λιγότερο αποτελεσματικά από τα ιδεολογήματα που είναι ενσωματωμένα στα σχολικά βιβλία, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο φανερά. Στα μαθήματα των ανθρωπιστικών επιστημών είναι πολύ πιο έντονο το φαινόμενο Ας θυμηθούμε το βιβλίο της «Ιστορίας του ανθρώπινου γένους» της Α’ Λυκείου, το οποίο αποσύρθηκε επειδή δεν εξυπηρετούσε αυτή τη λογική. Οι έννοιες του έθνους και της συνέχειάς του, της εθνικής ταυτότητας, της ευρωπαϊκής ταυτότητας, της πολυπολιτισμικότητας, των αντιπάλων του έθνους ή των φίλων του έθνους, είναι από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα που καθορίζουν τον τρόπο συγγραφής των βιβλίων. Έτσι το βιβλίο γίνεται και όργανο ενός κυρίαρχου ιδεολογήματος, δηλαδή μιας καθαρά πολιτικής επιλογής. Γίνεται ένα μέσο «μετακένωσης» της κυρίαρχης ιδεολογίας με ευρύτατο δίκτυο διανομής.

Γι’ αυτό το λόγο, αν πράγματι επιθυμούμε το σχολείο να είναι και παράγοντας αλλαγής της κοινωνίας, ίσως είναι ακόμη μεγαλύτερη αναγκαιότητα να αποδεσμευτούμε πλέον από το ένα και μοναδικό διδακτικό βιβλίο, και να δώσουμε περισσότερη ελευθερία στην εκπαιδευτική διαδικασία. Το βιβλίο οφείλει να απελευθερώνει τη σκέψη, και όχι να την περιορίζει, και όλοι μας είχαμε βιβλία τα οποία προσπάθησαν, και τις πιο πολλές φορές το κατάφεραν, να μας  «διαμορφώσουν» σύμφωνα με την εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία. Όχι απαραίτητα λέγοντάς μας ψέματα, αλλά παρουσιάζοντάς μας ένα μέρος της αλήθειας.

Επέλεξα ένα παράδειγμα για να έχουμε και μια λιγότερο θεωρητική και πιο άμεση επαφή με την εξέλιξη στον τομέα του σχολικού βιβλίου. Θα δούμε πώς άλλαξε στο πέρασμα του χρόνου το βιβλίο των κειμένων νεοελληνικής Λογοτεχνίας, της Στ’ Γυμνασίου και αργότερα Γ’ Λυκείου, επιχειρώντας κάποιες γενικές συγκρίσεις. Τα βιβλία αυτά, όπως και τα αντίστοιχα όλων των τάξεων από το 1884 έως το 1977  είναι προσπελάσιμα σε όλους στο Ψηφιοποιημένο Αρχείο Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων της Χρυσάνθης Κουμπάρου Χανιώτη, στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://users.sch.gr/chkoumpar/NAfiles.html. Η κ. Χανιώτη έχει εκπονήσει και διδακτορική διατριβή με θέμα τα νεοελληνικά αναγνώσματα





Το πρώτο που θα δούμε από αυτά, τα «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» του κεφαλονίτικης καταγωγής Ηλία Βουτιερίδη και του Νώντα Έλατου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ζηκάκη το 1930. Βρισκόμαστε ακόμα στην εποχή που ο εκπαιδευτικός έχει δικαίωμα να επιλέξει το σχολικό βιβλίο, το οποίο τελεί, με κάποιες τροποποιήσεις όπως βλέπουμε, υπό την έγκριση του Υπουργείου Παιδείας. Τα σχόλια, οι εισαγωγές και τα βιογραφικά των συγγραφέων είναι γραμμένα όλα σε γλώσσα Δημοτική. Χωρίζεται σε τρία μέρη, ποίηση, πεζογραφία και δράμα και σε κάθε μέρος παρουσιάζεται με περιοδολόγηση αρχίζοντας από τη Βυζαντινή εποχή και φθάνοντας ως την σύγχρονη του βιβλίου εποχή, του πρώτου τετάρτου του 20ού αιώνα. Παρότι δημοτικιστής ο Βουτιερίδης έχει θέση στην ανθολόγησή του για όλο το γλωσσικό φάσμα της νεοελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, χωρίς να αφήνει εκτός ούτε το Βυζάντιο, ούτε το δημοτικό τραγούδι. Είναι μια εξαιρετική ανθολόγηση, από την οποία απουσιάζουν ωστόσο ονόματα όπως ο  Καβάφης, ο Λασκαράτος, ο Ξενόπουλος, ο Σουρής, και είδη όπως η σάτιρα.




Το επόμενο που θα εξετάσουμε κυκλοφορεί το 1940 από τον «Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων», που ελέγχει πλέον κεντρικά τον τομέα του διδακτικού βιβλίου. Δεν είναι τυχαίο ότι τα «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» των Κοντόπουλου, Καλαματιανού, Νικολαϊδη και άλλων ξεκινούν με τον «Λόγο του Εθνικού Κυβερνήτου» και ένα ακόμη κείμενο του Μεταξά περί σκοπών και κατευθύνσεων της Ελληνικής Νεολαίας. Τα περισσότερα κείμενα, από σπουδαίους λογοτέχνες, έχουν περιεχόμενο που υμνεί την Ελλάδα, τη φύση και την ελληνική επαρχία αλλά και τη σύγχρονη Ελλάδα, ενώ βλέπουμε και ενότητα ξένης λογοτεχνίας, σάτιρας και δοκιμίων. Απουσιάζουν ασφαλώς οι εκπρόσωποι της γενιάς του 1930, που εκείνη τη δεκαετία είχαν δώσει το στίγμα της μοντέρνας ποίησης στην Ελλάδα. Μολονότι έχουμε πολλά κείμενα γραμμένα στη Δημοτική, τα επεξηγηματικά κείμενα είναι στην καθαρεύουσα.



Στα μεταπολεμικά χρόνια, τα «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» των Κοντόπουλου – Παπακωνσταντίνου, το 1950, έχουν προκύψει και πάλι από τη σύνθεση των συλλογών Κοντόπουλου (που είχε επιμεληθεί και το προηγούμενο βιβλίο) και Θεόδωρου Παπακωνσταντίνου. Εμφανίζονται εδώ λογοτεχνικές μορφές όπως ο Καβάφης και ο Ηλίας Βενέζης, η γενιά του τριάντα εξακολουθεί να απουσιάζει πανηγυρικά, διευρύνεται η παρουσία της ξένης λογοτεχνίας, ωστόσο με μεταφράσεις κλασσικών έργων των προηγούμενων αιώνων, η γλώσσα των επεξηγηματικών κειμένων παραμένει καθαρεύουσα, ωστόσο μπορούμε να διακρίνουμε μεγαλύτερη ποικιλία στη θεματολογία, αλλά και στους ανθολογούμενους συγγραφείς και ποιητές, ενώ δεν έχουμε πλέον λογοτεχνικά κείμενα πριν το 1821.



Τα «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» των Καλαματιανού, Λάγιου, Σταθοπούλου-Χριστοφέλλη διανέμονται από τις αρχές της Δεκαετίας του 1960 και σε όλη τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας. Οι ελπίδες που είχαν γεννηθεί με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση Παπανούτσου το 1964 δεν μπόρεσαν να βρουν τον κατάλληλο χρόνο για να ξεδιπλωθούν στην εκπαιδευτική πράξη, καθώς η δικτατορία λειτούργησε ανασχετικά σε κάθε προσπάθεια προόδου. Στο βιβλίο αυτό έχουμε και πάλι διαίρεση σε ποίηση και πεζογραφία, με το δράμα και πάλι να είναι εκτός του ανθολογίου, αλλά και επιμέρους κατηγοριοποίηση, με την μυθοπλαστική πεζογραφία να καταλαμβάνει πολύ μικρό χώρο και να εμφανίζονται ρητορικά κείμενα, χρονικά, δοκίμια, ταξιδιωτικά κείμενα. Και εδώ υπάρχει η παρουσία του ηγέτη στην αρχή του βιβλίου, με ομιλία του βασιλιά Παύλου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Όπως και με την ομιλία του Ιωάννη Μεταξά που είδαμε τριάντα χρόνια πριν, διακρίνουμε την πολιτική διάσταση ενός βιβλίου που απευθύνεται στους μελλοντικούς φοιτητές. Εμφανίζονται επίσης κείμενα για το έπος του 1940. Στην ποίηση, έχουμε επικά, λυρικά και επικολυρικά ποιήματα, ένα έμμετρο δράμα, και πάλι με χαρακτηριστική την απουσία τόσο της γενιάς του τριάντα όσο και εκπροσώπων της μεταπολεμικής γενιάς – είναι χαρακτηριστικό ότι μια δεκαετία σχεδόν μετά την απονομή του βραβείου Νόμπελ απουσιάζει ο Γιώργος Σεφέρης από το ανθολόγιο. Επίσης υπάρχουν δύο επίμετρα, με αττικίζουσα βυζαντινή και ξένη λογοτεχνία.

Και αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, οι ίδιοι ανθολόγοι και το ίδιο εξώφυλλο χρησιμοποιούνται σε ένα βιβλίο με αρκετές αλλαγές ως προς τα ανθολογούμενα κείμενα. Βλέπουμε για πρώτη φορά τον Στρατή Δούκα, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Γιώργο Σεφέρη, το Γιάννη Ρίτσο, να παρεισφρέουν στο σώμα των κειμένων που διατηρούνται από τις προηγούμενες εκδόσεις.



Η μεταρρύθμιση που ξεκινάει στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 που συνοδεύεται από την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας, του μονοτονικού, αλλά σε μεγάλο βαθμό ταυτίζεται χρονικά και με την άνοδο στην εξουσία μιας παράταξης που υπόσχεται ένα σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο διακυβέρνησης, έχουμε και μια ριζική αλλαγή των «Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων» που μετονομάζονται το 1981 σε «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας». Το εξατάξιο Γυμνάσιο έχει πάψει να υπάρχει και το βιβλίο απευθύνεται στους μαθητές της Γ’ Λυκείου. Στο βιβλίο, για πρώτη φορά μετά την έκδοση του Βουτιερίδη, συναντάμε εισαγωγή με αναφορά στις περιόδους της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Μικρότερο σε έκταση από τα προηγούμενα, χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Ποίηση και αφηγηματική πεζογραφία, με έμφαση στον 20ό αιώνα, τη γενιά του 1930 και τις μεταπολεμικές γενιές, δοκίμιο, με στόχο να υποβοηθήσει τους μαθητές στο πανελλαδικώς εξεταζόμενο μάθημα της έκθεσης και  ξένη λογοτεχνία. Είναι ίσως η μεγαλύτερη ανανέωση από πλευράς περιεχομένου και δομής.



Σήμερα, στην τελευταία τάξη του Λυκείου διδάσκονται δύο εγχειρίδια λογοτεχνίας. Το πρώτο, ως μάθημα γενικής παιδείας, σε όλους τους μαθητές και το δεύτερο για το πανελλαδικώς εξεταζόμενο μάθημα της Λογοτεχνίας διδάσκεται στους μαθητές της θεωρητικής κατεύθυνσης. Στο  μάθημα γενικής παιδείας,  ο διδάσκων έχει την ελευθερία να επιλέξει ανάμεσα στα κείμενα του βιβλίου, από το οποίο μπορούν να αντλήσουν υλικό και οι διδάσκοντες το μάθημα σε άλλες τάξεις του βιβλίου. Το ανθολόγιο είναι το μεγαλύτερο σε έκταση από όσα εξετάσαμε σ’ αυτή την ομιλία και περιλαμβάνει κείμενα της μεταπολεμικής και σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας, καθώς οι παλαιότερες περίοδοι καλύπτονται στα εγχειρίδια των προηγούμενων τάξεων, και η ομάδα που το συνέθεσε είναι η ίδια που είχε συνθέσει και το αμέσως προηγούμενο. Και πάλι επιλέγεται η τριμερής διάκριση μεταπολεμική ποίηση, πεζογραφία, ξένη λογοτεχνία.



Το εγχειρίδιο που διδάσκεται στη θεωρητική κατεύθυνση, των Ακρίβου, Αρμάου, Καραγεωργίου, Μπέλλα και Μπεχλικούδη περιέχει επιλεγμένα κείμενα από όλο το φάσμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με εισαγωγές και περισσότερη έμφαση στο θεωρητικό υπόβαθρο αλλά απ’ αυτό διδάσκονται και εξετάζονται μόνο τα κείμενα τα οποία το Υπουργείο Παιδείας ορίζει ως εξεταστέα ύλη για τις Πανελλαδικές εξετάσεις, επομένως ο διδάσκων δεν έχει καμία απολύτως ευχέρεια επιλογής.

Από την προσεχή σχολική χρονιά η Νεοελληνική Λογοτεχνία θα εξετάζεται μαζί με το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας στις πανελλαδικές εξετάσεις ως ενιαίο μάθημα για τους μαθητές όλων των ομάδων προσανατολισμού, δεν γνωρίζουμε όμως ακόμη με ποια διδακτέα και εξεταστέα ύλη. Αυτό περιορίζει και πάλι σε ένα βαθμό την ελευθερία του διδάσκοντα, αν τα κείμενα οριστούν περιοριστικά. Απομένει να δούμε τι θα συμβεί με την ελευθερία επιλογής κειμένων που ήταν ένα από τα προνόμια του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. (Σ.Σ. Η ρύθμιση αυτή τελικά δεν ίσχυσε. Η λογοτεχνία κατεύθυνσης διδάσκεται στη θεωρητική κατεύθυνση το έτος 2015-16 αλλά δεν εξετάζεται πανελλαδικά, ενώ η Λογοτεχνία γενικής παιδείας μειώθηκε κατά μία ώρα).

Αυτή η ελευθερία επιλογής, ίσως είναι και το ζητούμενο για τη νέα εποχή, κατά την οποία τα σχολικά βιβλία ή «διδακτικά πακέτα» όπως αποκαλούνται, έχουν να κερδίσουν πολλά στοιχήματα. Αν πριν από εβδομήντα χρόνια το σχολικό βιβλίο ήταν στα χέρια του παιδιού κάτι πρωτόγνωρο, καθώς ελάχιστα ήταν τα βιβλία και οι πηγές γνώσης εν γένει που μπορούσε να πιάσει στα χέρια του, σήμερα θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το βιβλίο στα χέρια του παιδιού αρχίζει να γίνεται πάλι όχι οικείο. Αν η αυλή και η αλάνα ήταν κάποτε πιο ελκυστικά από το βιβλίο, τώρα η ταμπλέτα και το έξυπνο κινητό φαίνεται ότι με τις τεχνικές τους δυνατότητες έχουν κάνει το βιβλίο όχι τόσο ελκυστικό στα μάτια των παιδιών. Τα βιβλία της δεκαετίας του 1990 σχεδιάστηκαν σαν περιοδικά, ακόμα και στο σχήμα, ίσως ακολουθώντας τη μεγάλη έκρηξη του περιοδικού τύπου. Πώς πρέπει να σχεδιάσουμε τα καινούρια βιβλία άραγε; Η γνώση δεν έχει σύνορα, και μπορεί να μεταδοθεί με πολλούς τρόπους. Τα βιβλία είναι, άλλωστε, εργαλεία για τη γνώση. Το ποια μορφή θα έχουν τα βιβλία λίγη σημασία έχει. Αν θα μοιάζουν με εκείνα τα κιτρινισμένα σχολικά βιβλία που συνόδευσαν τα παιδικά μας χρόνια ή αν θα τα ξεφυλλίζουμε σε μια ηλεκτρονική συσκευή… Αυτό που έχει σημασία είναι ότι τα βιβλία, σε όποια μορφή, είναι απλά το κλειδί για μια πόρτα στη γνώση. Αλλά για ν’ ανοίξει αυτή η πόρτα καθοριστική είναι η σχέση του δασκάλου με το μαθητή. Αυτή η σχέση, που δημιουργεί κίνητρο για γνώση, που δε σου κουνάει το δάχτυλο, δεν σε κρίνει, αλλά σου δίνει το χέρι, και σου δείχνει ένα δρόμο. Εκείνον που εσύ θα μάθεις να είσαι ελεύθερος, ώστε να διαλέξεις.

Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη, Αργοστόλι, 25 Οκτωβρίου 2014
Εκδήλωση της Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά