Η ζωή σου ΔΕΝ είναι μηχανογραφικό...



Είναι πάντα δύσκολες οι μέρες που βγαίνουν οι βαθμοί των Πανελληνίων στο σχολείο. Γιατί είναι η πρώτη δοκιμασία στη ζωή των παιδιών – και γιατί δεν είναι μόνο τα ίδια τα παιδιά που έχουν επενδύσει σ’ αυτές. Είχα κατά νου να γράψω αυτό το κείμενο, όχι για να απαξιώσω τη διαδικασία, αλλά απλά για να περιγράψω τη δική μου εμπειρία, που ξεκινάει από είκοσι χρόνια πριν, προσπαθώντας να δείξω ότι οι πανελλήνιες δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα για τη ζωή του ανθρώπου. Ίσως αυτό το κείμενο είναι επιπλέον ένα αποδεικτικό για την αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος ή ακόμη για το πώς ένας ανώριμος και ανερμάτιστος άνθρωπος διαχειρίζεται τη ζωή του. Είναι χρήσιμο και ως παράδειγμα προς αποφυγήν, δηλαδή. Πάντως δεν έχει καμία πρόθεση περιαυτολογίας…

            Στο σχολείο είχα καλούς βαθμούς σε όλα – και συνακόλουθα μια μεγάλη δυσκολία στο ν’ αποφασίσω τι δρόμο να διαλέξω για τη ζωή μου. Ήξερα μόνο ότι ο μόνος δρόμος που είχα ήταν οι σπουδές – δεν υπήρχε ούτε οικογενειακή περιουσία, ούτε οικογενειακή δουλειά, αλλά, ευτυχώς, και καμία παραίνεση ή πίεση από τους γονείς. Λάτρευα τα μαθηματικά, ήξερα όμως καλά ότι το αρρωστημένο άγχος μου δεν θα με άφηνε να γράψω καλά στις πανελλήνιες. Είπα λοιπόν το πρώτο μεγάλο «όχι» σε κάτι που αγαπούσα. Και πήγα στην τρίτη δέσμη (τη σημερινή θεωρητική κατεύθυνση), παρότι κατά βάθος αδυνατούσα να αποστηθίσω. Ο μόνος λόγος που με κρατούσε εκεί είναι ότι η δέσμη αυτή νομιμοποιούσε το μοναδικό σχηματοποιημένο και αμετροεπές όνειρο-ψώνιο που είχα: να γράφω.

 Στην Τρίτη λυκείου τα μηχανογραφικά τα υποβάλλαμε πριν μάθουμε τους βαθμούς των εξετάσεων – από τον Μάρτιο, μόλις είχα κλείσει τα 17 έπρεπε να αποφασίσω «τι θα κάνω στη ζωή μου». Διάλεξα την πεπατημένη. Σχολές με τη σειρά των βάσεων. Πρώτα όλες οι Αθήνες, μετά τα Γιάννινα, μετά οι Θεσσαλονίκες (Πάτρες τότε δεν πολυβρίσκονταν για μας τους θεωρητικούς), το όλον 58 σχολές. Νομική Αθήνας, Αγγλική Αθήνας, Φιλολογία Αθήνας, και Νο 58 … Μαιευτική Θεσσαλονίκης. Υπολόγιζα ότι θα έπιανα τις επιλογές μου από το 5 και κάτω: Δηλαδή το Φ.Π.Ψ… (που μου άρεσε γιατί δεν είχε πολλά αρχαία και πολλά λατινικά, αλλά είχε λογοτεχνία).

Ήδη τον καιρό των εξετάσεων είχα μετανιώσει για τη σειρά. Ο βαθμός που έγραψα (19,2) με έστειλε σούμπιτο στην πρώτη (τον Μάρτιο, αλλά όχι τον Αύγουστο) επιλογή: Νομική Αθήνας, και με υποτροφία. Ωχ. Κανονικά έπρεπε να πανηγυρίζω, ο αχάριστος. Πηγαίνω και γράφομαι σε μια σχολή για την οποία εκ των προτέρων είχα μετανιώσει, μια σχολή σκληρή την οποία μαζοχιστικά παρακολουθούσα και μισούσα όλο και περισσότερο. Στο δεύτερο έτος την παρατάω, και γυρίζω στο νησί, ξανακάνω μηχανογραφικό, αυτή τη φορά με πρώτη τη Φιλολογία. Δεν δίνω πανελλήνιες. Δεν δίνω ούτε εξετάσεις στη Νομική. Στο τρίτο έτος, χρωστάω όλο το δεύτερο. Και, όταν ένας φίλος μου λέει «εσύ δεν θα πάρεις πτυχίο ποτέ» αποφασίζω ότι ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθώ αυτή τη σχολή είναι να την τελειώσω. Από συστηματικός κοπανατζής των εξετάσεων αρχίζω και δίνω με λύσσα όλα τα μαθήματα, παλιά και τρέχοντα. Τελειώνω ακριβώς στα 4 χρόνια, σαν να μην την είχα παρατήσει ποτέ. Και τώρα;

Το σχέδιο είχε πλέον αλλάξει: Ήθελα να πάω έξω, να σπουδάσω λογοτεχνία (πάντα υστεροβούλως σκεπτόμενος: για να γράψεις ωραία πρέπει να μελετήσεις τους άλλους). Αντί γι’ αυτό, μου προσφέρουν δουλειά σ’ ένα δικηγορικό γραφείο, ως ασκούμενος δικηγόρος. Εξαίρετοι άνθρωποι, δεν θα τους ξεχάσω ποτέ. Μισούσα όμως τόσο τη δικηγορία (λάτρευα μόνο να βγάζω φωτοτυπίες και να κολλάω μεγαρόσημα, πράγματα που δεν εγγυώνται μια λαμπρή καριέρα στα δικαστήρια) που εγκαταλείπω το γραφείο και πάω φαντάρος. Το σχέδιο παραμένει. Θα τελειώσω το στρατό, και μετά στην Αγγλία για μεταπτυχιακό. 

Αλλά, όταν εμείς σχεδιάζουμε, ο θεός γελάει. Ένα πρόβλημα υγείας αναβάλλει οριστικά τα σχέδια για «έξω». Καθώς αυτό εξελισσόταν, και (ενδεχομένως ευτυχώς) μ’ έκανε να βλέπω τα πράγματα κάπως αλλιώς, παίρνω την άλλη απόφαση: Θα δώσω κατατακτήριες στη Θεατρολογία, σε μια σχολή που σε εκείνο το πρώτο μηχανογραφικό την είχα βάλει πολύ-πολύ χαμηλά, ενώ ταυτόχρονα κάνω τη χάρη στη μάνα μου και γράφομαι στον Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας, χωρίς να πατήσω ποτέ το πόδι μου στο δικαστήριο, και δουλεύω και λίγο ως δημοσιογράφος, σε μικρό κανάλι της Αθήνας (σαν τον «Τηλεβόα» του «Παρά 5» ένα πράγμα) αλλά και αυτή η λαμπρή καριέρα μου τερματίζεται άδοξα εντός τριμήνου χάρη σε μια πνευμονία. 

Ευτυχώς, γιατί άρρωστος με πνευμονία προλαβαίνω να διαβάσω και περνάω στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Αθήνας – και εκεί λέω «αυτό είναι, τώρα βρήκες τον δρόμο σου». Περνάω απίστευτα όμορφα εκεί, γνωρίζω σπουδαίους δασκάλους, η ζωή μου αλλάζει ολοκληρωτικά, εκεί που ως 17άρης δεν σκεφτόμουν ποτέ ότι θα πήγαινα…  Και ενώ σχεδιάζω να συνεχίσω για μεταπτυχιακό στη Θεατρολογία, έρχεται άλλη μία αναπάντεχη πρόταση: Να γυρίσω στην Κεφαλονιά (κάτι που ονειρευόμουν ότι θα έκανα κάποτε, μάλλον ως συνταξιούχος) και να αναλάβω τη διεύθυνση της Βιβλιοθήκης στο Αργοστόλι. Ήμουν 25, απένταρος και είχα φάει στα μούτρα άπειρες πόρτες από δουλειές που επιχείρησα να κάνω στην Αθήνα. Λέω ναι στην Κεφαλονιά, και τη Βιβλιοθήκη, όχι στη Θεατρολογία, και στην Αθήνα, και ό,τι αυτή συνεπάγεται. Με χαρά θυμάμαι τη μέρα που πήγα και παραιτήθηκα από το Δικηγορικό Σύλλογο. Ήταν μάλλον η οριστική απελευθέρωση από τα δεσμά της νομικής επιστήμης και της δικηγορίας… Με θλίψη,  θυμάμαι την τελευταία μέρα στη σχολή μου.

 Και επιστρέφω στο νησί. Προσωρινά. Καθώς, όπως μου είχαν πει, θα παραμείνω «υπό δοκιμήν».
Αυτή η δοκιμαστική περίοδος κράτησε 9 χρόνια. Εργάστηκα σε μια δουλειά που δεν σπούδασα, δεν γνώριζα, που ποτέ δεν φαντάστηκα ούτε ονειρεύτηκα ότι θα έκανα (Είμαι βέβαιος ότι σ’ εκείνο το μηχανογραφικό δεν είχα δηλώσει Αρχειονομία ή Βιβλιοθηκονομία). Κι όμως, πέρασαν 9 χρόνια, και δημιουργικά και δύσκολα, σ’ ένα αντικείμενο που ανακάλυψα πως ήταν συναρπαστικό. Σ’ αυτά τα χρόνια, βοηθώντας τις έρευνες των άλλων, έμαθα κι εγώ ν’ αγαπώ την έρευνα. Σ’ αυτά τα χρόνια είδα επίσης για πρώτη φορά και κάποια κείμενά μου να τυπώνονται. Και επιστημονικά (πράγμα το οποίο επίσης δεν υποψιαζόμουν ότι θέλω στα 17) και λίγο λογοτεχνικά (πράγμα που μάλλον αντανακλούσε το εφηβικό μου ψώνιο). Λεφτά βέβαια, δεν έβγαλα από τίποτα εκ των ανωτέρω, αλλά το ψώνιο, ψώνιο...

 Στα πρώτα χρόνια στην Κεφαλονιά, και ψιλοασφυκτιώντας, βρίσκω μέσω διαδικτύου και μια καθηγήτρια στην Αγγλία που ενδιαφέρεται να επιβλέψει ως διδακτορικό μια ερευνητική μου πρόταση. Δειλιάζω και δεν το προχωράω (άλλο ένα «όχι»), αλλά λίγα χρόνια μετά ξεκινάω το διδακτορικό (αλλάζοντας θέμα), όχι στην Αγγλία, αλλά στην Κέρκυρα μ’ έναν εξαιρετικό καθηγητή ο οποίος έδειξε απεριόριστη υπομονή στην εκνευριστική ασυνέπειά μου. Η δουλειά στη Βιβλιοθήκη  δεν μ’ αφήνει να χαρώ την έρευνα, καθυστερώ, κι έτσι πείθομαι ότι κι αυτός ο νεανικός στόχος δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ, τώρα που πατήσαμε και τα τριάντα κάτι.

Κι εκεί που πίστευα ότι  θα πεθάνω ανάμεσα στα βιβλία, ότι θα είμαι για πάντα ένας ποντικός της έρευνας, των αρχείων και των παλαιτύπων, κι εκεί που πίστευα ότι τα πτυχία της Νομικής και της Θεατρολογίας ήταν άχρηστα χαρτιά που η μάνα μου απλώς είχε κορνιζάρει στο παιδικό μου δωμάτιο, τα πράγματα στη Βιβλιοθήκη γίνονται ζόρικα, εγώ πάλι σε αδιέξοδο, και τότε ένας καλός φίλος που του χρωστάω πολλά, σχεδόν εκβιαστικά με στέλνει να δώσω εξετάσεις στον ΑΣΕΠ για τους εκπαιδευτικούς. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα σκεφτεί ότι θα δουλέψω σε σχολείο. Ποτέ. Είχα όμως ζηλέψει με την καλή έννοια τη δουλειά των εκπαιδευτικών βλέποντας στη Βιβλιοθήκη τις δραστηριότητές τους… Δίνω εξετάσεις με λιγοστές ελπίδες και περνάω… Για να περάσω, χρειάστηκαν και τα δύο πτυχία που είχα πάρει, και της Νομικής και της Θεατρολογίας, εκείνα που είχαν ξεχαστεί επί δεκαετία και πλέον στην κορνίζα… Και, τα τελευταία τρία χρόνια, βρέθηκα ξαφνικά σ’ ένα σχολείο. Κι είναι και πολύ ωραία, εκεί. Και η ζωή συνεχίζεται. Και να που το αιωνόβιο διδακτορικό τελειώνει κι αυτό…

Τι θέλω να πω με όλη αυτή τη σπαραξικάρδια ιστορία; Στα 17 μου δεν μπορούσα να φανταστώ ότι όλα αυτά θα είχαν συμβεί, χωρίς να προσπαθήσω, η αλήθεια είναι, πολύ. Η ζωή πήγε τα πράγματα εδώ, εκεί, παραπέρα, τα ξανατούμπαρε. Κι εγώ μαζί της, πήρα αποφάσεις, είπα ναι, είπα όχι, κλώτσησα ευκαιρίες, έκανα βλακείες, λάθη, αλλά δεν ξέρω, στ’ αλήθεια, ποια επιλογή θα ήταν σωστή. Πέτυχα κάποια μικροπράγματα, μάλλον μπορώ να πω ότι απέτυχα σ’ αυτά που πραγματικά επιθυμούσα, μα τα έχει αυτά η ζωή. Δεν σε ρωτάει πού σε πάει, καμιά φορά. Και μπορεί να σε πηγαίνει, άθελά σου, κάπου που τελικά να είναι και ωραία.

Αν το 19,2 των πανελλαδικών και το μηχανογραφικό μου είχαν καθορίσει τη ζωή, τώρα θα ήμουν δικηγόρος παρ’ Εφέταις. Ή. θα είχα γίνει συμβολαιογράφος (όπως με συμβούλευε ένας φίλος μου) ή δικαστής. Νομίζω ότι αυτό που ζω τώρα, αυτό που ποτέ δεν επιθύμησα και ποτέ δεν ονειρεύτηκα, μου αρέσει πιο πολύ απ’ αυτό που περιέγραψαν ως μέλλον μου οι βαθμοί μου και το μηχανογραφικό μου. Ευτυχώς, δεν έγινα αυτό. Για την ακρίβεια, μάλλον δεν έγινα τίποτα. Αλλά αυτό το τίποτα είναι καλύτερο απ’ αυτό που προδιέγραφε εκείνη η επιλογή, τότε, στα 17. Αλλά και εκείνο το πτυχίο της Νομικής, που μισούσα και δεν ήθελα με τίποτα να πάρω, μου έδωσε αυτή τη σημερινή δουλειά μετά από 15 χρόνια στο συρτάρι…Ειρωνεία;

Έτσι, και όσοι κάνετε τώρα μηχανογραφικό, να το κάνετε με βάση αυτό που αληθινά επιθυμείτε, έχοντας κατά νου ότι ο μεγάλος βαθμός δεν εγγυάται ευτυχία και επιτυχία, και ο μικρός δεν σημαίνει τελεσίδικη δυστυχία και αποτυχία. Και να το συμπληρώσετε, όχι ανεύθυνα, αλλά με ελαφριά καρδιά, ξέροντας ότι η ζωή είναι τόσο απρόβλεπτη, που κανένα λάθος δεν είναι ανεπανόρθωτο και κανένα σωστό δεν είναι επιβεβλημένο. Η ζωή είναι εκεί, μπροστά σας, και χαρείτε την με όλα σας τα λάθη και τα σωστά… Ποτέ δεν ξέρεις εκ των προτέρων ποια είναι η σωστή επιλογή… Ρισκάρεις και  προχωράς. Απλά, όπου κι αν προχωρήσεις, φρόντισε να το πιστέψεις, να το ευχαριστηθείς, κι ας μην ήταν το «απόλυτο» όνειρό σου, ας είναι μια επιλογή «λίγο παρακάτω». Κι αυτή, μια ευκαιρία είναι. Ένα εισιτήριο. Το επόμενο σκαλοπατάκι δεν το ξέρεις, ούτε κι εσύ ούτε κι εγώ. Μπορεί να σε πάει πιο πάνω, μπορεί και πιο κάτω. Ζήσε το λοιπόν, με συνείδηση ότι η ζωή είναι απείρως πιο απρόβλεπτη από τη σειρά των σχολών του μηχανογραφικού σου!

Τώρα, αν με ρώταγε κανείς «τι θα έκανες αν ήσουν τώρα, πάλι 17», θα απαντούσα: «Θα σπούδαζα μαθηματικά, ασφαλώς!!!»
         



Σχόλια

  1. 'Ετσι όπως τα περιγράφεις είναι Ηλία! Η ζωή δεν τελειώνει στα 17, ούτε καθορίζεται από τη συπλήρωση ενός μηχανογραφικού. Η ζωή είναι ένα μοναδικό θαυμάσιο ταξίδι για τον καθένα, που κάθε της στιγμή αξίζει να τη ζει με πάθος και λαχτάρα! Να 'σαι καλά, μου έφερες στο νου αντίστοιχες δικές μου ..."αναθεωρήσεις" πορείας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]