Για την "Υπερβατική Αφή" της Γαλάτειας Βέρρα



Γαλάτεια Βέρρα, Υπερβατική Αφή, εκδ. Γαβριηλίδης, 2017

Παρουσίαση στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη, 2-12-2017
Σε μια συλλογή που κυριαρχεί η αγάπη, σε όλες της μορφές της, που ενώνονται στη μία εκείνη μορφή του ένθεου έρωτα, είναι μάλλον αντιδραστικό και ίσως μικρόψυχο εκ μέρους μου να ασχοληθώ με εκείνες τις πιο μοναχικές και σκοτεινές γωνίες αυτού του βιβλίου.
Ήθελα να σταθώ σ’ αυτές για να νιώσω αν μπόρεσε να φτάσει ως εκεί η δύναμη των συναισθημάτων που διατρέχουν την «Υπερβατική Αφή» της Γαλάτειας Βέρρα. Ίσως γιατί ο σταυρός που πάνω του δοκιμάζεται η αλήθεια της αγάπης είναι η μοναξιά. Μαζί λοιπόν θα κάνουμε ένα μικρό ταξίδι σ’ αυτές τις σκοτεινές γωνίες.
Σ’ αυτές τις γωνιές της μοναξιάς καμιά φορά δεν μπορεί να φτάσει το φως. Μα μπορεί να φτάσει ο ήχος. Η λύπη, μασκαρεμένη σε ήχους, σε μουσική. Μια στολή γοητευτική, που μεταμορφώνει τη λύπη σε αρμονία. Που καθαγιάζει τη μελαγχολία του δημιουργού, απεικονίζοντας την μεγαλύτερη, την πιο δυνατή αλήθεια της. Η μουσική όμως δεν είναι μονάχα αγωγός της αρμονίας με προορισμό την ανθρώπινη ψυχή. Η μουσική είναι κι ο καθρέφτης της ψυχής που πάλλεται, δονείται, που αναγνωρίζει στη μελωδία, στους συνδυασμούς των ήχων, την αλήθεια κάθε συναισθήματος. Ακόμη και η λύπη, και η μελαγχολία τότε, δεν μπορούν να γεννήσουν φόβο. Το ωραίο και το αληθινό της μουσικής μπορούν να γίνουν το βάλσαμο της λύπης.
ΑΥΤΗ Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ
Αυτή η μελαγχολία,
μητέρα αυτών των ήχων,
επισκέφθηκε την ακοή μου.
Πόσο αληθινή μοιάζει η λύπη
στο άκουσμά της.

Αν η αίσθηση της ακοής μπορεί να συντελέσει στην υπέρβαση της λύπης,  είναι η όραση εκείνη που θέτει τον άνθρωπο ενώπιον του επόμενου στοιχήματος. Με τα μάτια κλειστά, υπάρχει μόνο σκοτάδι. Καμιά αλήθεια, καμιά κίνηση, κανένα φως. Τα ανοιχτά μάτια είναι η δύναμη του ανθρώπου να αντιμετωπίσει τον πόνο, τις πληγές του, να ανεβεί τον λόφο της θυσίας. Δεν μπορείς να γιατρέψεις αν δεν δεις την αρρώστια, δεν μπορείς να ανακουφίσεις τον πόνο αν δεν τον αντικρίσεις κατάματα. Δεν μπορείς να λυτρώσεις αν δεν ανεβείς το ίδιο εκείνο μονοπάτι που οδηγεί στο σταυρό. Αν βρεις τη δύναμη να κρατήσεις τα μάτια ανοιχτά, θα δεις ότι στην κορυφή του λόφου, ένα παιδί σε περιμένει. Το παιδί που σταύρωσες. Που τώρα γεννιέται ξανά, εκεί, στην κορυφή, και σε κοιτάζει με τα μάτια ανοιχτά.
ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΑΝΟΙΧΤΑ
Με τα μάτια ανοιχτά
Βλέπω τον πόνο.
Φιλώ τις πληγές.
Ανεβαίνω αιμάτινα
σκαλοπάτια.
Αντικρίζω τη μοναξιά
ενός παιδιού.

Οι μοναχικές στιγμές των ανθρώπων συντροφεύονται συνήθως από αναμνήσεις. Και τα μοναχικά καλοκαίρια, οι αναμνήσεις αυτές φτάνουν στο κατώφλι σαν σκηνές από παλιές ελληνικές ταινίες. Εκείνα τα «παλιά», που πάντα ο χρόνος τα εξωραΐζει, γλυκαίνει τις γωνίες τους, ακόμη κι όσα ήρθαν αναπάντεχα τα χρωματίζει με την τρυφερότητα του ξαφνιάσματος που καταστάλαξε στην ψυχή κι έγινε γνώση και εμπειρία. Κι εκεί που η μοναξιά ξεχνιέται να θυμάται, ταυτόχρονα ζει μια μεγάλη αγωνία. Ο χρόνος μας είναι σαν το καλοκαίρι, τελειώνει πολύ γρήγορα. Και φοβόμαστε ότι κάθε επόμενο μοναχικό καλοκαίρι θα κρύβει μέσα του λιγότερες αναμνήσεις. Κι ότι όσο περνάει ο καιρός, τα «παλιά» θα γίνονται περισσότερα από τα καινούρια. Πόσα θα είναι ακόμα τα καινούρια καλοκαίρια;`
ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΑΥΤΟ
Το καλοκαίρι αυτό
ιππεύει ανέμους.
Θυμάται τα παλιά.
Φιλά το απρόσμενο.
Προβάλλει ασπρόμαυρες
σκηνές.
Τρέχει να προφτάσει…

Η μοναξιά είναι απόληξη μιας δοκιμασίας. Πρόκειται για τη δοκιμασία της σιωπής. Αυτή η σιωπή συνοδεύει την προσμονή μιας απόκρισης από ψηλά. Μιας απόκρισης από κάποιον που στην ψυχή μας βρίσκεται πολύ ψηλά, ή, ίσως και κάποιον που βρίσκεται ακόμα ψηλότερα από τον άνθρωπο που αγαπάς. Η σιωπή μοιάζει με μια ιδιότυπη νηστεία, μια ιδιότυπη στέρηση, που εξασθενίζει τις αντοχές, από την άλλη όμως εντείνει την προσδοκία. Το μάτι υψώνεται προς το νυχτερινό, σιωπηλό ουρανό, τις σταλαγματιές από φως που καλούν την ψυχή σ’ ένα ταξίδι σιωπηλό. Σ’ ένα ταξίδι όπου κρατάς την ανάσα σου για να σπάσει τη σιωπή μια σχισμάδα φωτός. Η δοκιμασία είναι μεγάλη, η θλίψη είναι επίμονη. Ο άνθρωπος λιώνει, σαν μια φλόγα που αδυνατίζει, αλλά προσδοκά ένα άλλο φως, άκτιστο.
ΜΙΑ ΘΛΙΨΗ ΠΟΥ ΕΠΙΜΕΝΕΙ
Έτρωγε το πενιχρό φαΐ
Του σιωπηλού αφέντη.
Κάθε μέρα και πιο αδύνατη.
Η δοκιμασία συνεχιζόταν.
Η ευλογία κρυβόταν επιμελώς.
Ο χρόνος υποσχόταν ίαση
και φως.
Τα άστρα προκαλούσαν
σε βαρκάδα.

Μπορεί άραγε να σε ματώσει ένα χαμόγελο; Μπορεί να σε κάνει να θέλεις να αποστρέψεις το πρόσωπο; Μπορεί να σε τραυματίζει η έλξη που ασκεί στην ψυχή σου; Κι αν ναι, πώς να στερηθείς ένα χαμόγελο; Ίσως, όταν νιώθεις ότι αυτό το χαμόγελο δεν μπορεί να γίνει και δικό σου. Ότι θα βρίσκεται μακριά, άπιαστο. Ότι ποτέ δεν θα γίνει φιλί. Ότι συνιστά μια ομορφιά που δεν κρύβεται, αλλά  λάμπει και θάλλει. Που δεν σε απωθεί, αλλά σε έλκει. Και την ίδια στιγμή είναι πολύ μακρινό για να το συναντήσεις. Πρέπει να διανύσεις πολύ δρόμο για να καταλάβεις ότι όσο κι αν η ψυχή σου το θέλησε, η αντοχή σου, αλλά και η αντοχή του, δεν θα επιτρέψει ποτέ να φτάσεις ως εκεί.
ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ
Όχι άλλο χαμόγελο. Σε παρακαλώ.
Δεν δύναμαι να το διαχειριστώ.
Ματώνω κάτω από τον μαγνητισμό του.

Υπάρχουν τέτοια χαμόγελα, και κατοικούν σε ανθρώπους που κατοικούν, σαν φάροι, σε βραχώδεις και κοφτερές ακτές. Ο φάρος ανάβει, φωτίζει τα καράβια που ταξιδεύουν στις κοντινές θάλασσες. Γίνεται Νυμφίος, που έρχεται εν τω μέσω της νυκτός. Μα αυτόν τον Νυμφίο τα καράβια δεν μπορούν ποτέ να τον αγγίξουν, θα καταστραφούν μέσα στο κάστρο της μοναξιάς του, στα βράχια του. Κι ο ένοικος του φάρου, ο φαροφύλακας, βιώνει το δισυπόστατο της δικιάς του μοναξιάς. Φωτίζει τον κόσμο, αλλά ελάχιστο φως από το δικό του μπορεί να νιώσει πάνω του. Το φως του φάρου ταξιδεύει, χαϊδεύοντας τα καταστρώματα των πλοίων, μα δεν μπορεί να καταργήσει το φυσικό σύνορο, τον απόκρημνο βράχο, το ασκητήριο της ερημιάς του φαροφύλακα. Που πρέπει, για να αντέξει, να συναισθανθεί πως η μοναξιά του δεν είναι τιμωρία. Ότι μπορεί και να είναι η δικιά του συμβολή στο φως. Όχι των άλλων. Όχι το δικό του. Αλλά του κόσμου.
Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ
Παρατηρούσε την ομιλούσα δύση.
Απόκρημνος όπως κι ο φάρος
Βημάτιζε προσεκτικά.
Ασκητής των νερών.
Εραστής της ερημίας.
Σε λίγο θα άναβε το φως.
Έτσι, για να προβάλει
Επιβλητικά ο φάρος ως νυμφίος
των πλοίων.

Ο φαροφύλακας μπορεί να θέλει να φύγει από τη μοναξιά του φάρου, μα είναι ταγμένος στο ρόλο του να φωτίζει το πέλαγος, να προστατεύει τους ανθρώπους. Η δικιά του επιθυμία δεν έχει κανένα νόημα, καθώς αυτός ο ρόλος έχει καθοριστεί από έναν αόρατο, μακρινό σεναριογράφο. Έρχεται η στιγμή που κάθε άνθρωπος παίρνει τη μεγάλη απόφαση να απεκδύεται την επιθυμία. Αυτή η παραίτηση δεν ισοδυναμεί με την άρνηση του ονείρου, ούτε συνιστά κάποιου είδους μοιρολατρία. Αυτού του είδους η «παραίτηση» είναι απλά η μετάβαση σε άλλο επίπεδο επιθυμίας. Στην παραδοχή ότι «άλλος ορίζει». Κι αυτή η παραδοχή δεν αφήνει τον άνθρωπο απροστάτευτο στα κελεύσματα της μοίρας. Απλώς, τον κάνει να συνειδητοποιεί ότι η αποστολή του καθενός μας πάνω στη Γη δεν χαράσσεται από τη δική του επιθυμία. Όχι, δεν σημαίνει ότι είναι μια ταπεινή μαριονέτα στα χέρια ενός ανώτερου «κουκλοπαίχτη». Σημαίνει ότι έχει φτερά για να ταξιδέψει πέρα από την ατομική του επιθυμία, να συνεισφέρει με τη δικιά του τροχιά στην αρμονία ενός κόσμου που τον ξεπερνά και ταυτόχρονα τον περιέχει.
ΣΤΑΜΑΤΩ
Σταματώ να θέλω.
Άλλωστε
Τι κι αν επιθυμώ;
Άλλος ορίζει.
Άλλος διαφεντεύει.
Άλλος διανέμει
πόθους.

Μ’ αυτόν τον τρόπο η ατομική επιθυμία δεν γεννιέται, αλλά μεταμορφώνεται. Και διεκδικεί, προσδοκά, οικοδομεί, ό,τι όλοι οι άνθρωποι επιθυμούν. Αυτή τη ζεστή φωλιά που σε κάνει να χαίρεσαι το παρόν. Την ειρήνη. Που είναι αδιαίρετη. Ανήκει δικαιωματικά σε όλους. Κι εκείνη την ηλιαχτίδα που όλοι οι άνθρωποι επιζητούν, για να γλυκαίνουν την αβεβαιότητα του μέλλοντος. Την ελπίδα. Που ξεδιψά τον άνθρωπο από την κόπωση των ματαιώσεων, που γλυκαίνει τον πόνο από τα πληγωμένα γόνατα, τα ροζιασμένα χέρια, τα θλιμμένα μάτια. Με την ειρήνη, με την ελπίδα, ο άνθρωπος επιστρέφει σ’ εκείνον τον ονειρεμένο τόπο απ’ όπου απομακρύνθηκε, αλλά που πάντοτε λαχταρούσε. Στον τόπο και στην εποχή της αγάπης. Που είναι αρκετά ταπεινή για να σου πλύνει τα πόδια, αλλά και αρκετά δυνατή για να μπορεί η φλόγα της να φωτίσει τις ζωές και να ζεστάνει τις καρδιές μας.
ΣΤΟΥΣ ΓΝΩΡΙΜΟΥΣ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ
Πάμε ξανά στους γνώριμους εκείνους τόπους
Να θυμηθούμε πότε μας συνάντησε
η ειρήνη. Πότε μας πρόσφερε νερό
η ελπίδα. Πότε μας έπλυνε τα πόδια
η αγάπη.


Ξεκινήσαμε να μιλάμε για τη μοναξιά. Οι στίχοι της Γαλάτειας Βέρρα μας έκαναν να την υπερβούμε. Βρεθήκαμε σε σκοτεινά κι απόκρημνα βράχια, μα κι αυτά ακόμα τα υπερβήκαμε. Η Γαλάτεια μας κάλεσε να σηκώσουμε ψηλά τα ανοιχτά μας μάτια, και υπερβήκαμε τον πόνο. Ζήσαμε τη δοκιμασία της σιωπής και την υπερβήκαμε κι αυτήν. Απαρνηθήκαμε την ατομική επιθυμία και την υπερβήκαμε. Ίσως λοιπόν αυτή η υπερβατική αφή, να είναι τελικά η συνάντησή μας με ό,τι πιο ανθρώπινο, και ταυτόχρονα ό,τι πιο υπερβατικό: Την Ειρήνη, την Ελπίδα, την Αγάπη.

Ηλίας Τουμασάτος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40