Κάτε Ιακωβάτου-Τουλ: Ένας μονόλογος

Ο μονόλογος αυτός παρουσιάστηκε, εμπλουτισμένος με αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Κάτε Ιακωβάτου-Τουλ και άλλο αρχειακό υλικό, στον κήπο της Ιακωβατείου Βιβλιοθήκης Ληξουρίου, στις 3 Αυγούστου 2017, σε σκηνοθεσία της Σοφίας Δελλαπόρτα και με την Κατερίνα Μαγδαληνού στο ρόλο της Κάτε Ιακωβάτου-Τουλ, της ιδρύτριας της Ιακωβατείου Βιβλιοθήκης (βλ. εικόνα)
στον ρόλο της  Κάτε Ιακωβάτου-Τουλ, στο πλαίσιο των διήμερων εκδηλώσεων "Ιακωβάτεια 2017" που διοργάνωσε η Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη Ληξουρίου.

Θέλω από καρδιάς να ευχαριστήσω τους ανθρώπους της Ιακωβατείου, την κ. Σοφία Δελλαπόρτα και την κ. Κατερίνα Μαγδαληνού, που ζωντάνεψαν και εμπλούτισαν το κείμενό μου, σε μια υπέροχη παράσταση κάτω από τ' αστέρια, μέσα στον κήπο της Βιβλιοθήκης.

Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι της κ. Αριστέας Χαριτάτου, από την ιστοσελίδα www.lixouri.gr




Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Η σκηνή μπροστά από την Ιακωβάτειο .  Πάνω στη σκηνή μονάχα μια στρογγυλή ροτόντα κήπου και δύο καρέκλες τύπου «Ζαππείου», και μια τριανταφυλλιά.

Στον κήπο της Βιβλιοθήκης μπαίνει η ΚΑΤΕ, κρατώντας μια βαλίτσα. (μπορεί να βγει π.χ. από το προκάτ της Βιβλιοθήκης). Κατευθύνεται γρήγορα προς τη σκάλα, ενθουσιασμένη που έχει επιστρέψει, προφανώς δεν έχει αντιληφθεί τί έχει συμβεί. Σταματά στη μέση της σκάλας.

ΚΑΤΕ: Είναι κανείς εδώ; Κανείς; Πατέρα! Μάνα! Είναι κανείς εδώ;

[Σιωπή]

ΚΑΤΕ: Η Κάτε είμαι! Μα κανένας δεν είναι εδώ; Θείε; Ήρθα.

[Κοιτάζει καλύτερα το κτίριο. Βλέπει μέσα στο λυκόφως ότι είναι ερειπωμένο. Η βαλίτσα πέφτει από το χέρι της και κατρακυλά στα σκαλιά. Κατεβαίνει κι εκείνη στον κήπο και βαδίζει αργά… παράλληλα με την πρόσοψη του γκρεμισμένου κτιρίου. Το κοιτάζει για λίγο βουβή. Βλέπει κάτι, ξανανεβαίνει τα σκαλιά. Σηκώνει από κάτω ένα παλιό βιβλίο… Το κοιτάζει, το παίρνει στα χέρια της, το χαϊδεύει, κατεβαίνει τα σκαλιά… το σφίγγει στην αγκαλιά της]

ΚΑΤΕ: (στο βιβλίο) Μονάχα εμείς οι τρεις είμαστε εδώ… Εγώ… και εσύ… και το σπίτι μου… γεμάτο πληγές. Κανείς δεν είναι εδώ; Κανείς;

[Απελπίζεται πια, σιγουρεύεται πως κανένας δεν θα απαντήσει. Ανοίγει το βιβλίο. Στο πρόσωπό της ζωγραφίζεται έκπληξη….. το ξεφυλλίζει και η έκπληξη γίνεται μεγαλύτερη]

ΚΑΤΕ: Πού πήγαν οι λέξεις σου, καλό μου;  Πού πήγαν οι λέξεις σου; Άδεια, λευκά, κιτρινισμένα χαρτιά… Φύγανε κι εκείνες όπως έφυγαν όλοι…

[Σταματάει το ξεφύλλισμα… Στο πρόσωπό της σχηματίζεται ένα χαμόγελο, που δυναμώνει και γίνεται χαρά, μ’ ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού. Βγάζει ένα αποξηραμένο τριαντάφυλλο από το βιβλίο]

ΚΑΤΕ: Όπως τότε… όπως τότε. Είχαμε την πιο όμορφη τριανταφυλλιά του κόσμου.

[Μυρίζει το τριαντάφυλλο].

 ΚΑΤΕ: Φώναζε η μάνα μου του πατέρα μου: Χαράλαμπε, αυτό το θηλυκό έχει μαδήσει τον κήπο. Είχε μια λύπη στα μάτια της η μάνα μου, μα μες στον κήπο της ήταν βασίλισσα. «Έλα Σταματούλα μου, κυρά μου», της έλεγε ο πατέρας. Κοπελούλα είναι, άστηνε λίγο να παίξει.  Κι εκείνη συννέφιαζε: «Χαραλάμπη μου… έχεις το γιατρείο σου… την πελατεία σου… τα γραφτά σου… τα πολιτικά σου… Εγώ τι έχω άλλο από τούτονε τον κήπο;». Αχ, μανούλα μου… Αχ, κυρα-Σταματούλα..

[παύση]
[Αφήνει το βιβλίο πάνω στο τραπέζι, ανοίγει τη βαλίτσα, βγάζει από μέσα ένα άλμπουμ με φωτογραφίες κι αρχίζει να το ξεφυλλίζει. Αν είναι δυνατό, προβάλλονται στην οθόνη φωτογραφίες]

ΚΑΤΕ: Ο πατέρας μου… Ο Χαράλαμπος Τυπάλδος Ιακωβάτος… τον έχασα στα δεκατρία μου χρόνια… Ονομαστός γιατρός... μέχρι τη Βουλή των Ελλήνων έφτασε η χάρη του, τον πρώτο καιρό μετά την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα… Όλοι οι Ιακωβαταίοι, ανακατευτήκανε λίγο πολύ με την πολιτική. Κι ο θείος ο Νικόλας έφτασε ίσαμε την Ελληνική Βουλή, μέχρι και πρόεδρός της έγινε. Άμα ρωτήσεις όμως στο Ληξούρι γιατί τονε θυμάται… Όλοι θα πούνε «Ήτανε Δήμαρχος στο Ληξούρι». Αξίωμα ανώτερο κι από το βασιλιά τον ίδιο… Αλλά κι ο θείος μου ο Γεώργιος…. Άλλο πράγμα αυτός ο θείος. Μύγα στο σπαθί του δε σήκωνε. Μέχρι να πεις κίμινο ξεκίναγε τον καβγά, και δεν τον ένοιαζε πού βρίσκεται. Είτε στις ρούγες του Ληξουριού, είτε στα γραφτά του, είτε στο Κοινοβούλιο, το σαματά του τον έκανε, όλοι τον ξέρανε, και γι’ αυτό τον ονομάζανε «Γεωργαντάρα». Ο θεός να σε φυλάει άμα βρισκόσουνα απέναντί του… Κι αυτόν, πολύ λίγο τον θυμάμαι. Τον έχασα στα οχτώ μου χρόνια.  Σωστός Ληξουριώτης, ακόμα και την κηδεία του την ήθελε αλλιώτικη απ’ τους άλλους. Ήθελε, λέει, να τονε θάψουνε σαν το Χριστό, μ’ ένα σεντόνι, δίχως παπάδες. Κι ήθελε και να του ψάλουνε και το Χριστός Ανέστη. Σίγουρα θα το σκεφτήκανε οι δικοί του «Αν δεν του κάμουμε το χατίρι, θα σηκωθεί από το μνήμα να μας κυνηγήσει ο Γεωργαντάρας». Ποιος ξέρει τι θά ‘λεγε από κει ψηλά ο αδελφός τους ο Κωνσταντίνος… Ούτε που μπορώ να τον θυμηθώ καθόλου το μεγάλο αδελφό της οικογένειας… Άλλο δρόμο είχε τραβήξει εκείνος. Έγινε ιερωμένος κι ακολούθησε το δρόμο του Θεού, που τον οδήγησε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έγινε σχολάρχης στην περίφημη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Το μελαγχολικό του βλέμμα έσβησε στα γεράματά του, μα το σκοτάδι στα μάτια δεν τον εμπόδισε να γυρίσει στο Ληξούρι, μαζί με χειρόγραφα, σπάνια βιβλία, άμφια και ιερά κειμήλια, όλα εκείνα που έγιναν ο μικρός του θησαυρός στα χρόνια της παραμονής του στην Πόλη.

[Κλείνει το βιβλίο, σηκώνεται, ξανακοιτάζει προς το σπίτι].

ΚΑΤΕ: Όλα σας τα υπάρχοντα, καλοί μου… όλα εκεί μέσα… Λουστραρισμένα έπιπλα, μαγιόλια στο πάτωμα, τα άμφια και τα χαρτιά του θείου Κωνσταντίνου, τα εργαλεία του πατέρα μου, τα βιβλία, τα χειρόγραφα των θείων… Όλες οι στιγμές των Ιακωβάτων εκεί μέσα… Ναι… και τα φατνώματα… Τα φατνώματα της  οροφής μ’ εκείνες τις υπέροχες ζωγραφιές, τα λουλούδια, τα πουλιά, τα στολίδια… Ο Ρόκος ο Ξυδάκτυλος τά ‘χε ζωγραφίσει…Τα κοιτούσες από μακριά και θαρρούσες πως ο κήπος είχε τρυπώσει απ’ το παράθυρο για να σε νανουρίσει. Με το άρωμα των λουλουδιών, του νυχτολούλουδου, και με το γλυκό κελάηδισμα των ζωγραφιστών πουλιών.

[Σιωπή…]

ΚΑΤΕ: Μα τώρα, σαν να σκοτείνιασε παντού… Τώρα ακούω μονάχα σιωπή. Οι θείοι έφυγαν νωρίς… Τα αδελφάκια μου χάθηκαν όλα κι εκείνα… μικρά… πολύ μικρά. Και να ‘μαι τώρα εδώ, η Κάτε, η Κατερινούλα… η τελευταία απόγονος… Που ούτε το όνομα της φαμίλιας μου δεν μπορούσα να κρατήσω… Μια κοπέλα δεν αξίζει να συνεχίσει μια γενιά. Κι ας παντρεύτηκα το Τζίμη μου. Κι ας έκανα τέσσερα παιδιά. Όχι, Κάτε. Εσύ θα λέγεσαι Αικατερίνη Τουλ. Ό,τι κι αν κάνεις, θα είσαι η γυναίκα του Τζέημς Τουλ. Και τα παιδιά σου θα φέρουν αυτό το όνομα. Τουλ. Κι αν γίνεις κάποτε ηρωίδα και βαφτίσουν ένα δρόμο με τ’ όνομά σου πάλι θα λέγεται «Οδός Αικατερίνης Τουλ». Κι έτσι, πρώτα πέθανε τ’ όνομά μου… και κατόπι εγώ.

[Ξαναπαίρνει το βιβλίο στα χέρια της, κατευθύνεται προς την τριανταφυλλιά. Χαϊδεύει και μυρίζει ένα ένα τα τριαντάφυλλα].

ΚΑΤΕ: Και γύρισε ο αιώνας. Κι  ήρθαν οι πόλεμοι, οι βαλκανικοί, ο Πρώτος, ο Δεύτερος. Ο εμφύλιος… Άλλαξαν τόσα πολλά… Χάθηκαν τόσα πολλά… Άνθρωποι, φιλίες, περιουσίες…Μα το σπίτι μου έμενε πάντα εδώ. Το οικόσημο και τα μνημεία της οικογένειάς μου, πάντα εδώ. Τα έπιπλα, τα βιβλία, πάντα εδώ. Κι η ψυχή μου. Πάντα εδώ. Η Κάτε η Ιακωβάτισσα. Εδώ. Μονάχα η κυρία Τουλ ήταν αλλού. Εγώ είμαι πάντα εδώ, τ’ ακούς, σπιτάκι μου; Πάντα εδώ.

[Σωπαίνει κι αρχίζει να βαδίζει νευρικά πάνω στη σκηνή].

ΚΑΤΕ: Μεγάλωνα, κι  ήμουν ακόμα εδώ. Μαραινόμουνα (σηκώνει ψηλά το αποξηραμένο λουλούδι) κι ήμουν ακόμα εδώ. Κι ήρθε ο σεισμός. Εκείνος ο μεγάλος σεισμός του 1953 που τίποτα δεν άφησε όρθιο. Μα τούτο το σπίτι άντεξε. Το σπίτι μου, η ψυχή μου, στάθηκε όρθιο. Και τότε σκέφτηκα πως ήρθε η ώρα.

(Αφήνει το λουλούδι πάνω στο τραπέζι, τρέχει προς τη βαλίτσα, την ανοίγει, παίρνει από μέσα ένα γράμμα.).

ΚΑΤΕ: Η ματιά μου είχε γεράσει, μα η καρδιά μου έβλεπε. Έβλεπε, ήξερε τι πρέπει να κάνει. Κάθισα μάνι μάνι κι έγραψα τούτο το γράμμα στα παιδιά μου. Στο Χαραλάμπη μου, τον Ερνέστο μου, το Νικολάκη μου, και τη Ρηνούλα μου. Παιδάκια μου, το αίμα σας δεν είναι μονάχα ιρλανδέζικο. Είναι και ληξουριώτικο. Σας χάρισα ό,τι κουβαλάει η γενιά μου… Βλέπετε, μέσα σε τούτη την καταστροφή… ετούτο δω κράτησε γερά. Όλα είναι εδώ μέσα. Όλη μου η ζωή, όλη μου η φαμίλια, τα γραφτά τους, τα ρούχα τους, τα έπιπλά τους, οι φωνές τους. Δεν είναι μοναχά δικά μου. Είναι και δικά σας. Και δεν είναι μοναχά δικά σας. Είναι και του Ληξουριού μας. Εγώ θα φύγω, παιδάκια μου. Ίσα που βλέπω να γράψω τούτες τις γραμμές.

[Παύση].

ΚΑΤΕ: Δεν σας ζητάω να προσέχετε τούτο το σπίτι. Δεν είναι δικό σας. Δεν είναι δικό μου, εμένα πια δεν με λένε Ιακωβάτου. Είναι της πόλης μας. Θέλω λοιπόν να το δώσετε το σπίτι μου. Καλά ακούτε. Να το δώσετε. Θέλω εδώ μέσα να γίνει μια Βιβλιοθήκη, που θα φυλάει τα γραφτά των προγόνων μου. Και μαζί ένα μικρό μουσείο, γιατί χαθήκανε όλα παιδάκια μου, τα σάρωσε ο σεισμός, και τούτο δω το σπίτι θα θυμίζει στο Ληξούρι την ομορφιά και τη χάρη του. Και πέστε τους να μου προσέξουνε τα φατνώματα. Να μη χαλαστούνε τα πουλιά και τ’ άνθη από την οροφή. Για να μπαίνουνε μέσα οι άνθρωποι και να κοιτούν ψηλά. Κι ύστερα να σκύβουνε πάνω στα βιβλία, για να μπορέσουνε να δουν ακόμα ψηλότερα.

[Παίρνει το αποξηραμένο λουλούδι και το φυτεύει δίπλα στ’ άλλα, στην τριανταφυλλιά].

ΚΑΤΕ: Κι έγινε το θέλημά μου. Και τ’ όνομα της φαμελιάς μου ξαναζωντάνεψε. «Δημόσια Βιβλιοθήκη–Μουσείο Τυπάλδων-Ιακωβάτων»…Δεν άναψε μονάχα ο πολυέλαιος. Άναψε ένα φως. Μεγάλο φως. Κι ήρθανε κι άλλα βιβλία. Χιλιάδες βιβλία. Κι ήρθανε και άνθρωποι να τα διαβάσουν, να μάθουν. Κι ήρθανε και παιδιά να τα ξεφυλλίσουν. Και τα πουλιά στα φατνώματα χαμογελούσα. Και χαμογελούσα κι εγώ. Χαμογελούσα, όχι μόνο γιατί κατάφερα να μη σβήσει η γενιά μου. Χαμογελούσα γιατί το φως που σκορπούσε το σπίτι μου ήτανε πιο δυνατό από το οικόσημό μου. Ότι ετούτο, το πέμπτο παιδί μου, που δεν αξιώθηκα να δω, θα χάριζε στους ανθρώπους την αλήθεια… Θα χάριζε μνήμη… Και μαζί με τη μνήμη θα χάριζε και μέλλον...

[Φεύγει και κατευθύνεται προς το σπίτι, ανεβαίνει ξανά τα σκαλιά. Ξανακοιτάζει το σπίτι. Παύση, λίγο διαρκέστερη απ’ όλες τις άλλες].

ΚΑΤΕ: Ξαναγύρισα. Μ’ έφεραν πίσω οι δυο σεισμοί. Δύο.  Ξημερώνοντας το 2014. Μακριά, πολύ μακριά από μένα. Γύρισα πάλι στο σπίτι μου. Μ’ έφεραν εδώ οι σιωπές. Μ’ έφεραν εδώ οι ραγισματιές. Μ’ έφερε εδώ τούτο το σκοτάδι. Τα βιβλία μπήκανε σιγά σιγά στα κουτιά. Πρέπει να φύγουνε. Πρέπει να ξαναμπούνε μαστόροι, να κλείσουν οι ρωγμές. Πρέπει να κλείσουν τούτες οι ρωγμές για να μη μπαίνει μέσα το σκοτάδι της νύχτας.

[Παίρνει το βιβλίο από το τραπέζι, πλησιάζει στο κοινό]

ΚΑΤΕ: Έχω να σας πω ένα μυστικό. Δεν θα το πείτε όμως πουθενά… Το βλέπετε αυτό το βιβλίο;… Τις βλέπετε τις σελίδες του; Λευκές! Λευκότατες! Θα νομίζετε πως είμαι τρελή… Πως κουβαλάω μαζί μου μονάχα ένα γράμμα, ένα ξερό λουλούδι… κι ένα βιβλίο δίχως λέξεις. [Παύση].

 ΚΑΤΕ: Ξέρετε κάτι όμως; Εκεί μέσα είναι όλες οι λέξεις… [δείχνει προς το σπίτι]. Εκεί μέσα είναι, αλήθεια σας λέω…

[Τρέχει προς το σπίτι, κάνει σαν να προσπαθεί να κοιτάξει μέσα]

ΚΑΤΕ: Έχουν κρυφτεί… Ένα βράδυ ξεγλίστρησαν μια-μια από τα βιβλία… κι άρχισαν σαν μυρμηγκάκια να σκαρφαλώνουν προς την οροφή… Όχι,όχι, μην ανησυχείτε. Καμία ρωγμή δεν κατάφερε να σταθεί εμπόδιο στο δρόμο τους. Λίγο λίγο, σιωπηλά σιωπηλά, πράγμα παράξενο για λέξεις, τρύπωσαν και κρύφτηκαν μέσα στα φατνώματα. Ναι… μέσα στα φατνώματα… Πίσω από τα φύλλα της βλάστησης… Κάτω από τα πέταλα των λουλουδιών. Ανάμεσα στα φτερά των πουλιών. Όλες εκεί μέσα είναι κρυμμένες… Να μείνει μεταξύ μας αυτό. Είναι το μεγάλο μας μυστικό. Θα μού πείτε: Μα, τότε, τι δουλειά έχεις εσύ εδώ κοπέλα μου;… Περιμένετε, να σας εξηγήσω…

[Ανοίγει τη βαλίτσα πάλι.]

ΚΑΤΕ: Νομίζετε ότι η βαλίτσα μου είναι άδεια, έτσι;… Ναι. Οι λέξεις είναι εκεί.. Ο Λασκαράτος, ο Άβλιχος, οι Ιακωβαταίοι… Εκεί μέσα είναι κρυμμένες και περιμένουν. Περιμένουν… περιμένουν… περιμένουν.

[Βγάζει από την τσάντα της ένα λαδοφάναρο. Το κρατάει στο ένα της χέρι, στο άλλο κρατάει το βιβλίο]

ΚΑΤΕ: Περιμένουν… Και ήρθα. Με λένε Κάτε Τυπάλδου-Ιακωβάτου…

[Πηγαίνει προς τη σκάλα, ανεβαίνει κάποια σκαλιά…]

ΚΑΤΕ: Πατέρα… μάνα… θείε  Γιώργο… θείε Κωνσταντίνε… Ήρθα!

[Σηκώνει το βιβλίο ψηλά, σαν να τους χαιρετάει]

ΚΑΤΕ: Ήρθα! Ώρα να ξαναγυρίσετε, καλές μου λέξεις…

[Ανάβει το φανάρι, το σηκώνει ψηλά, για να φωτίσει το κτήριο. Γυρνάει προς το κοινό, με το φανάρι ψηλά και κρατώντας με το άλλο χέρι το βιβλίο της στο μέρος της καρδιάς]. 


ΤΕΛΟΣ

Ηλίας Τουμασάτος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40