Ο Πλάτων Δρακούλης και η Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

Το κείμενο εκφωνήθηκε τον Οκτώβριο του 2009 σε συνέδριο για τον Πλάτωνα Δρακούλη που διοργανώθηκε στη γενέτειρά του, Ιθάκη. Καθώς τα πρακτικά του συνεδρίου δεν εκδόθηκαν ποτέ, αναρτούμε εδώ την "προφορική" εκδοχή της ομιλίας εκείνης, 6 χρόνια μετά...


Ο Πλάτων Δρακούλης και η Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

Στη μνήμη του Αλέξανδρου Αργυρίου
Ιθάκη, 25-10-2009

Στα τέλη του 1897 εκδόθηκαν στην Οξφόρδη, στην αγγλική γλώσσα, τρεις διαλέξεις με τίτλο «Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία» που πραγματοποίησε τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς ο Πλάτων Δρακούλης στο Ινστιτούτο Τέιλορ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, όπου φιλοξενούνται οι βιβλιοθήκες και ο Τομέας ευρωπαϊκών μεσαιωνικών  και σύγχρονων γλωσσών. Οι διαλέξεις εκδόθηκαν και στην ελληνική γλώσσα, με τίτλο «Νεοελληνική Γλώσσα και Φιλολογία» στην Αθήνα, από το τυπογραφείο Κωνσταντινίδη.
Η ελληνική έκδοση δεν φέρει χρονολογία, πρέπει όμως να εκδόθηκε μεταγενέστερα, και σίγουρα μετά το 1901, αφού στο εσώφυλλό της περιλαμβάνει διαφήμιση του περιοδικού του Δρακούλη «Έρευνα», με μνεία ότι κυκλοφορεί από το έτος 1901. Υποθέτουμε ότι ο ίδιος ο Δρακούλης πρέπει να είναι ο μεταφραστής των αγγλικών του κειμένων, αφού δεν υπάρχει μνεία για άλλον μεταφραστή.

Η παρούσα ανακοίνωση θα επικεντρωθεί στο περιεχόμενο της τρίτης από τις διαλέξεις αυτές, που αναφέρεται στην «νεοελληνική περίοδο» και στην ελληνική έκδοση του βιβλίου τιτλοφορείται με το ιστορικό γεγονός που ο Δρακούλης τοποθετεί ως ορόσημο για την περιοδολόγησή του – και αυτό είναι η Γαλλική Επανάσταση. Το κείμενο της διάλεξης θα εξεταστεί ως ιστορικό δοκίμιο για τη νεοελληνική λογοτεχνία, δηλαδή ως ένα από τα πρώιμα κείμενα που επιχειρούν αναδρομή στο σχετικά πρόσφατο λογοτεχνικό του παρελθόν, σε συνάρτηση με τις δύο πρώτες διαλέξεις, των οποίων αποτελεί συνέχεια και αναπόσπαστο τμήμα. Η πρώτη από αυτές περιλαμβάνει την περίοδο μετά την πτώση της Ρώμης («Βυζαντινή περίοδος») και το δεύτερο στην περίοδο μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως («Τουρκική περίοδος»).

Ως εισαγωγική παρατήρηση είναι απαραίτητο να σημειώσουμε το εξής:  Η αγγλική και η ελληνική έκδοση των δύο διαλέξεων παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Η αγγλική έκδοση είναι πιο προσεγμένη, με αναλυτικά περιεχόμενα στην αρχή κάθε διάλεξης και πλαγιότιτλους στις επιμέρους ενότητες – στοιχεία που απουσιάζουν στην ελληνική έκδοση που είναι πιο δύσχρηστη. Οι διαφορές, ωστόσο, δεν έχουν να κάνουν μόνο με την εκδοτική επιμέλεια των δοκιμίων, αλλά είναι εξίσου σημαντικές και στο περιεχόμενό τους. Υπάρχουν τμήματα του αγγλικού δοκιμίου που απουσιάζουν παντελώς από την ελληνική έκδοση – ακόμα και ολόκληρα αποσπάσματα κειμένων. Αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί αν λάβουμε υπόψη μας ποιο είναι το κοινό στο οποίο απευθύνονται οι δύο εκδόσεις: Η αγγλική έκδοση απευθύνεται στο βρετανικό κοινό που, όπως παρατηρεί ο Δρακούλης στην εισαγωγή του (που επίσης δεν υπάρχει στην ελληνική έκδοση) ζήτησε από τον συγγραφέα να εκδώσει τις διαλέξεις του. Ένα κοινό ακαδημαϊκό, αλλά όχι ειδικό, στο οποίο ο Δρακούλης επιχείρησε να παρουσιάσει την ιστορική διαδρομή της νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας θεωρώντας ότι ενδέχεται το κοινό αυτό να μην έχει καμμία γνώση της ελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται δηλαδή για μια συνάντηση γνωριμίας, μια εισαγωγικού χαρακτήρα διάλεξη για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία. Ο Δρακούλης μας πληροφορεί ότι ακόμη και η αγγλική έκδοση διαφοροποιείται από τις διαλέξεις, καθώς έχουν γίνει κάποιες γλωσσικές βελτιώσεις προσαρμογής από τον προφορικό στον γραπτό λόγο και κάποιες προσθήκες λογοτεχνικών παραθεμάτων που δεν συμπεριλήφθηκαν σε αυτές καθαυτές τις διαλέξεις λόγω χρόνου.

Η ελληνική έκδοση απευθύνεται σε διαφορετικό κοινό, στο οποίο η ιστορική διαδρομή της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας είναι γνωστή. Επομένως η ελληνική έκδοση φιλοδοξεί να διατυπώσει το στίγμα του Δρακούλη στις συζητήσεις που ήδη στην εποχή του είναι ζωηρές γύρω από το γλωσσικό ζήτημα, κυρίως, και δευτερευόντως γύρω από τη νεοελληνική λογοτεχνία.

Σε ό,τι αφορά τη μεθοδολογία, ασφαλώς δεν μπορούμε να μιλήσουμε για συστηματική καταγραφή της λογοτεχνικής παραγωγής. Ο Δρακούλης λέει ότι οι διαλέξεις του είναι «αντισυμβατικές» για το ακαδημαϊκό περιβάλλον της Οξφόρδης, καθώς για την απαρίθμηση των σημαντικότερων εκπροσώπων και στα τρία δοκίμιά του χρησιμοποιεί τη μνήμη του – τις γνώσεις που έχει λάβει είτε από την εκπαίδευσή του είτε από τις δια βίου εμπειρίες του, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο η ομιλία του θα γινόταν πιο ευχάριστη. Στο προοίμιο της αγγλικής έκδοσης, ωστόσο, κάνει αναφορά στο εξαιρετικό Νεοελληνικό τμήμα της βιβλιοθήκης του Ινστιτούτου Τέιλορ και τους εκεί βιβλιοθηκάριους- πράγμα που σημαίνει ότι ο Δρακούλης θα πρέπει να είχε συμβουλευτεί και την συλλογή εκείνη. Αν συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι στην Ελλάδα της εποχής εκείνης ο μελετητής της φιλολογίας δεν είχε στη διάθεσή του μια αντίστοιχα οργανωμένη βιβλιοθήκη, και οι πρώτες βιβλιογραφίες, όπως του Emile Legrand ήταν ίσως το μοναδικό σχετικό βοήθημα, ίσως η μνήμη και η εμπειρία του Δρακούλη να ήταν τη δεδομένη στιγμή η πιο αξιόπιστη φιλολογική πηγή. Σε κάθε περίπτωση από τη ίδια τη φύση των διαλέξεων προκύπτει ότι ο  Δρακούλης δεν επιχειρεί να συνθέσει ένα γραμματολογικό δοκίμιο. Η αναφορά του άλλωστε στα έργα της νεοελληνικής φιλολογίας έχει μάλλον δευτερεύοντα χαρακτήρα – η βασική του μέριμνα είναι να γνωρίσει το κοινό της Οξφόρδης με την ελληνική γλώσσα. Ο ίδιος παρατηρεί ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσει κανείς για πρόσληψη της ελληνικής λογοτεχνίας από τους λόγιους του εξωτερικού, τη στιγμή που ελάχιστοι μπορούν να διαβάσουν τα έργα της από το πρωτότυπο. Η αγωνία του, όπως διαφαίνεται, περνά αναγκαστικά από την αναγκαιότητα διάδοσης της ελληνικής γλώσσας στους λόγιους κύκλους της Ευρώπης.

Μ’ αυτή τη λογική ο Δρακούλης δεν φαίνεται να στοχεύει στη σύνθεση ενός ιστορικού δοκιμίου – αισθάνεται, αντίθετα, ότι η νεοελληνική λογοτεχνία δυνητικά μπορεί να γίνει μεγάλη λογοτεχνία – με την ίδια λογική που ο Ελληνισμός μπορεί να  βρίσκεται μπροστά σε μία δεύτερη ευκαιρία να μεγαλουργήσει.  Θα μπορούσε κανείς να πει ότι γράφει τον πρόλογο σε μια Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας που δεν έχει γραφτεί ακόμα στην εποχή του. Οι προσδοκίες του, όχι με τον χαρακτήρα της νομοτελειακής βεβαιότητας αλλά με την έννοια της δυναμικής και της προοπτικής είναι μεγάλες. Ο Δρακούλης βλέπει το κοντινό στην εποχή του λογοτεχνικό σύμπαν από τη μια με το πρίσμα αυτής της προοπτικής, και από την άλλη με το βάθος της ιστορικής συνέχειας.

Η έννοια της ιστορικής συνέχειας στην ελληνική γλώσσα και τη λογοτεχνία, που διατρέχει και τα τρία δοκίμια, δεν φαίνεται να διακατέχεται από το άγχος της απόδειξης της ιστορικής εθνικής συνέχειας, που σε πολλές περιπτώσεις φαίνεται να κυριεύει τη λόγια παραγωγή του τέλους του 19ου αιώνα. Ο Δρακούλης δεν επιχειρεί να οικοδομήσει με αποδεικτικά μέσα μια εθνική ταυτότητα με βάση αυτή τη συνέχεια, διατρέχοντας τα χρόνια από τη ρωμαϊκή κατάκτηση στην τουρκοκρατία και στη μετά τη γαλλική επανάσταση και την δημιουργία του Νέου Ελληνικού Κράτους εποχή.  Αυτή η συνέχεια μέσα στον χρόνο για τον Δρακούλη παρουσιάζεται ως φυσική εξέλιξη, ως φυσική πορεία που διαγράφεται με βασικούς άξονες τη γλώσσα και τη χριστιανική θρησκεία: «Ο Χριστιανισμός έχει ανάγκην του ηλιόφωτος του Ελληνισμού, τουτέστι γλυκύτητος και γνώσεως», λέει ο Δρακούλης. Και όλα αυτά, «ζωογονημένα υπό του δροσερού ρεύματος της πνευματικότητος και του ανθρωπισμού». Θέλει, δηλαδή έναν «ελληνικόν Χριστιανισμόν».

Ακολουθώντας την συλλογιστική των προκατόχων του στην προοδευτική πολιτική σκέψη ριζοσπαστών, ο Δρακούλης βλέπει στον χριστιανισμό, τον οποίο διακρίνει από την «ιεροκρατία», ένα βασικό συστατικό που, σε μια διαλεκτική και αλληλεπιδραστική σχέση με τον ελληνισμό μπορεί να προσδώσει στη σύγχρονη Ελλάδα τη δυναμική και τον ρόλο που της αρμόζει στην καινούρια προοπτική της κοινωνικής προόδου, του μετασχηματισμού της κοινωνίας.  Υποστηρίζει ότι ο χριστιανισμός έσωσε τον νέο Ελληνισμό όπως η φιλοσοφία έσωσε το αρχαίο ελληνικό πνεύμα μετά την πτώση της Αρχαίας Ελλάδας στη Ρώμη. Ο Δρακούλης δεν προσπαθεί να πείσει το ακροατήριό του ότι οι νεοέλληνες είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, αλλά ότι ο ελληνισμός ως ολότητα κοινωνική, γλωσσική, θρησκευτική, και συνακόλουθα λογοτεχνική, εξελίσσεται με φυσικό τρόπο μέσα στον χρόνο.

 Ο Δρακούλης φαίνεται να αποδέχεται ως αυτονόητο αυτό που η φιλολογική έρευνα χρειάστηκε πολλές δεκαετίες και πολλά άγνωστα κείμενα που ήρθαν στο φως για να αποδείξει: Δεν υπάρχουν χάσματα στην ελληνική λογοτεχνία – υπάρχει εξέλιξη όχι γραμμική αλλά κυματοειδής, άμεσα συναρτώμενη με τις ιστορικές συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργεί ο Ελληνισμός. Η «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» είναι για εκείνον άλλοτε ο πυροδοτικός μηχανισμός και άλλοτε τροχοπέδη για τη λογοτεχνική παραγωγή. Μετά την εθνική απελευθέρωση και τις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους, η προοπτική μιας νέας ανοδικής πορείας είναι ορατή.

 Σ’ αυτή τη διαχρονική του ματιά του έτους 1897, εμείς, οι σημερινοί αναγνώστες αυτών των διαλέξεων, με περισσότερο από έναν αιώνα επιπλέον λογοτεχνικής εμπειρίας, μπορούμε να μετασχηματίσουμε την αρχική ταυτότητα και πρόθεσή της, και να την διαβάσουμε ως ιστορικό δοκίμιο. Το κείμενο αλλάζει ρόλους στη διαχρονία του – κι αυτό δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Το έκανε, όπως είδαμε, και ο ίδιος ο Δρακούλης όταν επέλεξε να μεταφράσει το έργο του και να το δημοσιεύσει στην ελληνική γλώσσα, αποστασιοποιούμενος από την αρχική του σκοπιμότητα.

Η περιοδολόγηση που επιλέγει ο Δρακούλης ουσιαστικά δεν είναι περιοδολόγηση της νεοελληνικής λογοτεχνίας –  είναι αποτύπωση της  λογοτεχνικής παραγωγής μέσα σε συγκεκριμένη ιστορική περίοδο – αυτό είναι συνεπές προς δύο βασικές θέσεις του Δρακούλη: η πρώτη είναι η λογική της φυσικής συνέχειας, στην οποία αναφερθήκαμε. Η δεύτερη είναι η αδιάσπαστη σχέση λογοτεχνίας, ιστορίας και κοινωνίας, πάντα σε συνάρτηση με την πίστη του στην δυναμική των «θαυμασίων λανθανουσών ιδιοτήτων» που θεωρεί ότι υπάρχουν στη φύση του Έλληνα και που πιστεύει ότι θα οδηγήσουν στην κοινωνική πρόοδο. Με σημερινούς όρους θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Δρακούλης αντιμετωπίζει την ιστορία της λογοτεχνίας με το μάτι του κοινωνικού επιστήμονα. Η λογοτεχνία είναι ένα οργανικό κομμάτι της κοινωνίας – και η ιστορία της λογοτεχνίας θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, μ’ αυτή τη συλλογιστική, μ’ έναν περισσότερο «κοινωνιολογικό τρόπο». Αυτές «αι λανθάνουσαι ιδιότητες», λέει ο Δρακούλης «έδει να ενδιαφέρωσι τον κοινωνιολογικόν παρατηρητήν». Όχι, κατά τον ίδιο «χάριν του παρελθόντος», αλλά «χάριν του μέλλοντος». Γιατί «Η νεοελληνική φιλολογία βεβαίως είνε εν τω γίγνεσθαι, δεν υπάρχει δε λόγος ού ένεκα να μη κρίνωμεν πιθανόν ότι ενδέχεται να καταστή σημαίνουσα φιλολογία» αποφαίνεται για την τύχη της λογοτεχνίας της πατρίδας του.

Ο Δρακούλης μοιάζει ιδιαίτερα συγκρατημένος αναφορικά με την αισθητική αξία της νεοελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής  - ωστόσο, σε ένα αρκετά μεγάλο τμήμα της τρίτης του διάλεξης αναφέρεται ειδικά σε ορισμένες κορυφαίες προσωπικότητες του λογοτεχνικού 19ου αιώνα, αφού ήδη από το δεύτερο δοκίμιο μάς έχει αποκαλύψει την εξαιρετική σημασία που δίνει στο κλέφτικο τραγούδι, στο οποίο κάνει εκτεταμένη αναφορά με πολλά αποσπάσματα, ενώ δεν παραλείπει, σε μικρότερο βαθμό, να μνημονεύσει και την κρητική λογοτεχνία.

Όλες οι λογοτεχνικά ενεργές περιοχές του ελληνισμού που ήταν γνωστές στην εποχή του παρελαύνουν από την τρίτη διάλεξη. Αναφέρεται στη συμβολή των Φαναριωτών, αφιερώνοντας παραγράφους στον Γεώργιο Πλήθωνα Γεμιστό και στον  Γεννάδιο Σχολάριο. Αυτοί που για τον Δρακούλη αποτελούν κομβικές προσωπικότητες για την περίοδο αυτή είναι ο Ρήγας Φεραίος και ο Αδαμάντιος Κοραής, στους οποίους αφιερώνει εκτεταμένο μέρος της διάλεξης, μετά από μια σύντομη, ονομαστική αναφορά στους δασκάλους του Γένους. Η εθνική δράση, η γλωσσική εξέλιξη και συγκρότηση, η λογοτεχνική παραγωγή των κορυφαίων αυτών προσωπικοτήτων παρουσιάζονται άρρηκτα συνυφασμένες μεταξύ τους: ο Ρήγας και ο Κοραής φαίνεται ότι αποτελούν για τον Δρακούλη τα πρότυπα των ανθρώπων των γραμμάτων που ταυτόχρονα είναι οραματιστές αλλά και ενεργοί αγωνιστές στην προσπάθεια των Ελλήνων για εθνική ανεξαρτησία και πρόοδο. «Η Ελλάς δεν είχε ηγέτας κατά τον επταετή αγώνα της», αναφέρει. «Αι κινητήριαι δυνάμεις αυτής ήσαν φιλολογικαί και δημοκρατικαί».

Η πρόοδος στη λογοτεχνική παραγωγή που ακολούθησε την επανάσταση συνδέεται άρρηκτα με τον «εθνικόν θρίαμβον» του 1821 και την γλωσσική μεταρρύθμιση του Κοραή, στην οποία αναφέρθηκε εκτενώς ο Δρακούλης, ο οποίος επιλέγει κατά κανόνα να αναφερθεί εκτενέστερα σε λογοτέχνες από όλο το φάσμα του 19ου αιώνα. Εξυμνεί τους Αλέξανδρο Ρίζο και Κλέωνα Ραγκαβή, μιλά για τον Ανδρέα Ρηγόπουλο (παραλείποντας στην ελληνική έκδοση την αναφορά στην κριτική πρόσληψη από τον Ροΐδη). Αναφέρεται επίσης στους Βηλαρά, Χριστόπουλο και Ιάκωβο Ρίζο (Νερουλό), και τους αδελφούς Σούτσους, όπως θα έκανε κάθε σύγχρονη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αντίστοιχες είναι οι αναφορές του στον Αχιλλέα Παράσχο, τον Δημήτριο Παπαρρηγόπουλο και τον Σπυρίδωνα Βασιλειάδη, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η προτίμησή του για τον Ηλία Τανταλίδη. Ο Γεώργιος Ζαλοκώστας και ο Γεώργιος Βιζυηνός ακολουθούν. Το ποίημα «εαρινή εσπέρα» του τελευταίου παρατίθεται σε αγγλική μετάφραση (όχι του Δρακούλη) που συμφωνεί μετρικά με το πρωτότυπο, ενώ μικρή αναφορά γίνεται και στα «Βέλη» του Συνοδινού.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο Σολωμός και οι επτανήσιοι ποιητές κατέχουν δυσανάλογα μικρή θέση στην τρίτη διάλεξη. Ιδιαίτερα για τον Σολωμό και για το γλωσσικό του εργαστήριο δεν διακρίνουμε αντίστοιχο θαυμασμό του Δρακούλη σε σχέση με τον αντίστοιχο για τον Κοραή. Στην αγγλική έκδοση ο Δρακούλης παραθέτει μετάφραση στίχων του Σολωμού, ενώ στην ελληνική έκδοση απουσιάζει παντελώς κάθε παράθεμα (ενώ, π.χ. στον Συνοδινό αφιερώνει δέκα στίχους και στις δύο εκδόσεις).  Στην αναφορά του βέβαια στην  επτανησιακή σχολή υπάρχει η μνεία ότι «Εις την Επτάνησον ανήκει ίσως η τιμή ότι παρήγαγε τους μεγίστους ποιητές της νεωτέρας Ελλάδος», ωστόσο, για λόγους χρόνου, όπως λέει, δεν προλαβαίνει να αναφερθεί αναλυτικότερα, παρά μόνον στους «μεθυγράφους» της Κεφαλονιάς (μιλώντας για τον Ανδρέα Λασκαράτο). Από τους άλλους Επτανήσιους αναφέρει απλά τον Παναγιώτη Πανά, τον Χαραλάμπη Άννινο, τον Παναγιώτη Βεργωτή και τον Γεράσιμο Μαρκορά, ενώ, προηγουμένως, μιλώντας για τους δασκάλους του Γένους, είχε μνημονεύσει τους Ηλία Μηνιάτη και Νικηφόρο Θεοτόκη.  Ενδιαφέρον έχει και η χολερική του αναφορά, ανάμεσα σε θετικά σχόλια, για τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη: «εάν δε εγοητεύετο ολιγώτερον υπό παντός ό,τι φοβερόν και φρικαλέον, θα προσεπέλαζεν αισχύλειον ύφος».

Από τους σύγχρονους της διάλεξης ποιητές και πεζογράφους, και δη εκείνους της γενιάς του ’80 και εντεύθεν η αναφορά του είναι περιορισμένη και απλά ονομαστική (Παλαμάς, Προβελέγγιος, Δροσίνης, Πολέμης, Ξενόπουλος, Εφταλιώτης) -  τηλεγραφική είναι και η μνεία στον Ροΐδη.  Στον Ψυχάρη και το κίνημά του είχε αφιερώσει μερικά, όχι θετικά,  σχόλια, μιλώντας για τον Κοραή. Μοναδική εξαίρεση σ’ αυτή τη σύγχρονη γενιά αποτελεί ο Γεώργιος Σουρής, στη σάτιρα και ιδίως στη γλώσσα του οποίου ο Δρακούλης αποδίδει ιδιαίτερη σημασία, καθώς θεωρεί τον δημιουργό του «Ρωμηού» πρωτοπόρο στην προσπάθεια συγχώνευσης της λόγιας και της δημώδους γλώσσας.

Ο Δρακούλης δε φοβάται να πάρει θέση για τη λογοτεχνική πραγματικότητα της εποχής του – ο ίδιος δεν δεσμεύεται, την εποχή των διαλέξεων τουλάχιστον, από τα στενά πλαίσια του ελληνικού χώρου, καθώς δραστηριοποιείται στην Αγγλία. Ο ίδιος, επίσης, δεν ασχολείται συστηματικά με τη λογοτεχνία και την ποίηση – κι αυτό του επιτρέπει να έχει μια απόσταση από τον «πυρήνα» της φιλολογικής παραγωγής.  Σε κάθε περίπτωση, η ματιά του είναι εκείνη του κοινωνικού επιστήμονα, που βλέπει τη λογοτεχνία ως όψη της κοινωνίας – και την πρόοδο στη λογοτεχνική παραγωγή ως ένδειξη, αλλά και ως τροχιοδεικτικό, της κοινωνικής προόδου. Η προσέγγισή του είναι περισσότερο ιστορική -κοινωνιολογική παρά φιλολογική.

Στη σημερινή εποχή οι κοινωνικές επιστήμες χρησιμοποιούν τα λογοτεχνικά έργα, με συγκεκριμένες μεθόδους όπως η ανάλυση περιεχομένου, για να καταγραψουν την κοινωνική ιστορία ή τη μικροϊστορία της εποχής.  Ίσως ο Δρακούλης να μας δείχνει με τις διαλέξεις του αυτές και έναν αντίστροφο, όχι όμως αντίθετο δρόμο. Ίσως είναι η εποχή η ιστορία της λογοτεχνίας να αξιοποιήσει περισσότερο και με τρόπο συστηματικότερο τις κοινωνικές επιστήμες ως εργαλεία για την ερμηνεία των λογοτεχνικών κειμένων.  Ίσως θα πρέπει να δούμε ή να ξαναδούμε τη λογοτεχνία όχι απλά ως καθρέφτη της κοινωνίας αλλά ως οργανικό κομμάτι της, ως σάρκα από τη σάρκα της κοινωνίας, ως πιστοποιητικό αλλά και  ταυτόχρονα ως όπλο και εφαλτήριο για την κοινωνική πρόοδο.


  Ηλίας Α. Τουμασάτος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά