Δυο άγγελοι έκλαψαν απόψε στο προσκέφαλό μου


Το ρολόι του υπολογιστή γράφει 4.55 το πρωί. Χαράματα το λες. Κάθομαι σταυροπόδι στο κρεβάτι μου και το μόνο που με νοιάζει είναι να γράψω, μόνο και μόνο για να σώσω κάτι απ’ αυτό που συνέβη πριν λίγο.  Είμαι ξάγρυπνος και το στομάχι μου γυρίζει σαν κάδος πλυντηρίου, ο συνηθισμένος τρόπος να σωματικοποιώ ένα δύσκολο εξωτερικό ερέθισμα.

Πριν λίγες ώρες, όλα καλά. Παρουσίασα ένα ωραίο βιβλίο στο Λιθόστρωτο, χαμόγελα, θετική ενέργεια, φωτογραφίες, μετά, ας περπατήσουμε και λίγο να δούμε τη μικρή μας πόλη που σιγά σιγά γεμίζει κόσμο, αλλά μάλλον το ‘χω κάπως βαρεθεί αυτό, πίσω στο σπίτι, λίγη μουσική, πάω για ύπνο, σιγά, δες πρώτα το έργο που παίζει το ταβάνι και μετά βλέπουμε.

Ένας βόμβος ακούγεται στ’ αυτιά μου, το μάτι δε θέλει και πολλά πολλά για ν’ ανοίξει. Όχι δεν είναι κουνούπι. Κοιτάω το ρολόι, κοντεύει τέσσερις. Δυο άνθρωποι είναι. Μιλάνε. Ακούγονται μακριά και ταυτόχρονα τόσο κοντά μου. Σαν να είναι στο προσκεφάλι μου, μα δεν είναι. Δεν καταλαβαίνω όλα τα λόγια τους. Κάπου σε κάποια γωνιά κάποιας από τις δυο πλατεΐτσες που βρίσκονται κοντά στο σπίτι μου. «Πω πω» σκέφτομαι… «Πάλι κάποιο αισθηματικό δράμα θα έχουμε». Λόγω θέσης,  πολλές φορές έξω από το παράθυρό μου έχουν συντελεστεί σπαραξικάρδιοι χωρισμοί, τσακωμοί μετά μαρσαρισμάτων και άλλες σκηνές απείρου κάλλους, που μ’ έχουν κάνει να θέλω να βγω έξω να παρέμβω και να πω στους εμπλεκόμενους: «Βρε παιδιά, ας καθίσουμε όλοι μαζί να τα βρείτε, μπας και κοιμηθούμε λιγάκι απόψε».

Όμως απόψε δεν είναι το ίδιο. Έχω παγώσει πάνω στο κρεβάτι μου και ουδεμία διάθεση να γελάσω έχω. Ουδεμία. Προσπαθώ να ξεκαθαρίσω μέσα στο σκοτάδι τί κρύβει αυτός ο βόμβος που βρίσκεται πάνω στο προσκεφάλι μου και δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ.

Είναι δυο νέα παιδιά. Δεν βλέπω. Ακούω. Αγόρια. Πρέπει να ‘ναι λίγο πάνω, λίγο κάτω από 18, αν κρίνω από το μπάσο της φωνής τους, είναι πια παλικαράκια. Ο ένας έχει πιο μπάσα φωνή. Ακούγεται κάπως αλλοιωμένη, οι λέξεις του εκφέρονται με λίγο μικρότερη ταχύτητα απ’ ότι συνήθως. Ο άλλος έχει πιο σβησμένη φωνή, ακούγεται ελάχιστα, περισσότερο ακούει. Πρέπει να κάθονται κάπου κοντά στο παράθυρό μου, μια και οι φωνές δεν απομακρύνονται. Μονάχα η έντασή τους ανεβαίνει και πέφτει καμιά φορά.

Πολύ δύσκολα μπορώ να πιάσω κάποιες λέξεις μονάχα. Αυτό που αρχίζει να με συγκλονίζει είναι ότι ανάμεσα στις λέξεις ακούω και κάποιους λυγμούς. Δυο άντρες εκεί έξω κλαίνε. Ο ένας τουλάχιστον. Οι λυγμοί δεν διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο για να καταλάβω αν  κλαίνε κι οι δυο. Κουβεντιάζουν. Ξέρω ότι είναι ανεπίτρεπτο το ότι στήνω αυτί. Αλλά θέλω ν’ ακούσω. Ο θεός ας βάλει κι αυτό στη λίστα με τα κρίματά μου, κι ας με συγχωρέσει αν γουστάρει.

Κάποια στιγμή, η φωνή του ενός, του μπάσου, ακούγεται πιο δυνατή:

«Και πού είναι ο πατέρας μου, ρε φίλε; Μπορείς να μου πεις που είναι ο πατέρας μου όλη μέρα;» Είπε και που είναι, αλλά, δε χρειάζεται να γράψουμε κάτι για να ταυτοποιήσουμε ανθρώπους.

«Πού είναι ο πατέρας μου;» φώναξε. «Στ’ αρχίδια του. Κι εγώ, πίνω πρέζα. Στ’ αρχίδια μου».

Αν διαβάζεις αυτή τη γραμμή και θεωρείς ότι ο νεαρός απλά έλεγε εμφατικά στο φίλο του ότι δεν τον νοιάζει τίποτα, άσε με πρώτα να σου πω για τον τόνο της φωνής του. Είχε μέσα του τόση απελπισία και τόσο παράπονο, που  ένιωθες τον πόνο αυτού του ανθρώπου να περνάει μέσα από το παράθυρό σου και σαν ένα μεγάλο μαξιλάρι να σού πιέζει το πρόσωπο.

Η κουβέντα συνεχίζεται. Ο μπάσος νεαρός με την επιβραδυμένη φωνή μιλάει όλο και περισσότερο. Είμαι τώρα καθισμένος στο κρεβάτι και προσπαθώ να καταλάβω. Δε γίνεται να σας μεταφέρω όλα αυτά που έλεγε, ο τόπος μας είναι πολύ μικρός. Μπορώ να σας μεταφέρω την απόγνωση, το παράπονο, την απογοήτευση στο χρώμα της φωνής αυτού του ανθρώπου. Που κάποιες φορές ξεσπούσε σε λυγμούς.

Εκεί που έσπασε τελείως, δε μπορώ να μη σας πω τη φράση. «Με χτύπαγε… Σφαλιάρες ρε φίλε…» Δεν ξέρω ποιος χτύπαγε εκείνον, εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι κάποιος χτύπαγε εμένα.

Ο άλλος μιλούσε ακόμα πιο σιγά, μα πια τον κυρίαρχο λόγο στο παιχνίδι έπαιζαν οι λυγμοί. Κι αυτούς τους λυγμούς , μαζί με τις λέξεις τους που ξεκινούσαν ή τέλειωναν βαφτισμένες σ’ ένα λυγμό, άρχισα σιγά σιγά να τα νιώθω κι εγώ, εκεί κάτω, κάπου ανάμεσα στο διάφραγμα και το στομάχι, από εκεί που ξεκινάει η φωνή μας όταν τραγουδάμε ή κάνουμε μια απαγγελία. Μα τώρα εκεί αντηχούσε το κλάμα δυο αντρών που δεν είδα και δεν θα μάθω ποτέ ποιοι ήταν, εκεί, έξω από το παράθυρό μου.

Έπιανα λέξεις που όσο τις επεξεργαζόμουν κι όσο προσπαθούσα να φανταστώ τα συμφραζόμενα με πονούσαν πιο πολύ.

«Δεν αντέχω ρε φίλε άλλο. Δε μπορώ».

«Είμαι κατεστραμμένος ρε φίλε. Ό,τι κι αν κάνω δε μπορώ να γλιτώσω.»

Λέξεις πνιγμένες σε δάκρυα. Που, σιγά σιγά, είχαν αρχίσει να γεμίζουνε και τα δικά μου μάτια. Λέξεις που εβγαιναν από τα λυμένα χείλη ενός νέου ανθρώπου, λυμένα ποιος ξέρει από ποια ουσία, προς έναν άλλο άνθρωπο, που κι αυτός ποιος ξέρει τι είχε πάρει και πόσα από αυτά άκουγε και καταλάβαινε. Σκέφτηκα ότι ήμουνα ένας ιερόσυλος μάρτυρας μιας εξομολόγησης – και να σκεφτεί κανείς ότι ο τόπος της εξομολόγησης ήταν ανάμεσα σε δυο εκκλησιές. Τα μάτια μου τρέχανε αλλά δε σκέφτηκα στιγμή να ανοίξω το παράθυρο. Δειλία; Μπορεί. Θα είχε αποτέλεσμα; Αμφίβολο. Το σίγουρο ήταν ότι θα διέκοπτε την ιεροτελεστία. Δύο άνθρωποι έκλαιγαν έξω από το παράθυρό μου. Ή μήπως δυο άγγελοι έκλαιγαν πάνω από το προσκέφαλό μου;

Ο μπάσος κλαμένος νεαρός ήθελε να μιλήσει. Ήπιε για να μιλήσει. Γιατί φαινόταν σαν η κανονική του ζωή να του έχει ράψει τα χείλη. Και άσχημα. Αν κρίνουμε από την ώρα, ίσως κι οι δυο τους να είχαν κάνει τη βόλτα τους στα μοδάτα κλαμπ της πόλης μας, ίσως κιόλας να είχαν πριν από λίγο ανεβάσει ανέμελα σέλφις στα κοινωνικά δίκτυα, κάνοντας τσεκ-ιν σ’ αυτά και γράφοντας «Περνάμε γαμάτα». Πού να μιλήσουν; Στο δρόμο, κάπως απόμερα, εκεί που νόμιζαν ότι δεν τους ακούει κανείς. ΄

«Τα λέω ρε φίλε σε σένα, άκου με». 

Αυτό το «άκου με» ήταν για μένα ακόμα πιο σκληρή λέξη από το ηχηρό «πίνω πρέζα». Γιατί αν κάποιος λίγο νωρίτερα είχε ανταποκριθεί σ’ αυτό το «άκου με», ίσως ο μπάσος κλαμένος νεαρός να μην φώναζε ποτέ αυτές τις δύο λέξεις μέσα στη νύχτα.

Αυτό το «άκου με» απενοχοποίησε και τον ιερόσυλο ωτακουστή, εμένα, γιατί ένιωσα πως απευθύνεται και σε μένα, και όχι μόνο σε μένα, αλλά και σε όλη τη μικρή μας πόλη. Εκείνη που κοιμάται τον ύπνο, του δικαίου άραγε ή του αδίκου, στα κρεβατάκια της.

Συχνά έκαναν παύσεις. Για λίγη ώρα έπεφτε απόλυτη σιωπή. Το ταραγμένο μυαλό και των δυο τους ίσως επεξεργαζόταν τις λέξεις… ή ίσως μάζευαν βροχή στα μάτια τους και μπουνιές στην ψυχή τους για να τις εξομολογηθούν παρακάτω.

Κάποια στιγμή τις φωνές τους τις σκέπασε ένας πιο δυνατός βόμβος. Ένα αεροπλάνο περνούσε πάνω από τη μικρή μας πόλη. Εκείνη την ώρα, οι συνειρμοί είναι μοιραίοι. Οι τουρίστες, το φυσικό κάλλος, η περηφάνια που έχουμε όλοι ότι ζούμε σ’ έναν επίγειο παράδεισο.

Η αλήθεια είναι μία. Εμείς εδώ τα παιδάκια μας δεν τα βρίσκουμε στους δρόμους με τις ενέσεις καρφωμένες. Δεν τα πετάμε. Τα προσέχουμε. Συναντιούνται με το θάνατο, σε διάφορες, ελαφρύτερες ή βαρύτερες εκδοχές του, σ’ ένα ειδυλλιακό τοπίο. Σε καλοφτιαγμένα σπίτια, μουντισμένες αυλές, ανάμεσα σε γιασεμιά και μποκαμβίλιες, σε όμορφα χωριά, σε περιποιημένα αστικά σοκάκια. Όλα κι όλα, εμείς και στο θέμα αυτό είμαστε σεστάδοι. Γιατί τι εικόνα θα παρουσιάσουμε προς τα έξω;  Τίποτα δε φαίνεται, όλα τα έχουμε πολύ ωραία περιτυλιγμένα με το χαλί της ομορφιάς του τόπου και της «κουλτούρας» μας (που είναι άλλης στιγμής θέμα να σχολιάσουμε). Ωραία και ποστιαγμένα τα παιδάκια μας θα τα σκοτώσουμε εμείς. Και κανείς δεν θα πάρει χαμπάρι. Ενίοτε ούτε και εμείς οι ίδιοι.

Κάποιοι φωνάζουν «άκου με» κι εμείς ακούμε μόνο το θόρυβο του αεροπλάνου που θα μας φέρει τα όρθια πενηντάευρα. Πασπαλίζουμε τη φρεναπάτη μας άλλοτε με αδιαφορία και άλλοτε με την πεποίθηση ότι «αποκλείεται να συμβεί στο δικό μου το παιδί, το παιδί μου έχει αρχές». Αλλά δεν μιλάμε εδώ για αρχές, εδώ μιλάμε για το τέλος του.  Και αυτό το τέλος αρχίζει επειδή κάποιος δεν άκουσε εκείνο το «άκου με».  Αυτή η επιλεκτική βαρηκοΐα είναι και η αρχή.  Γιατί είναι μεταδοτική. Και τα ίδια τα παιδιά, λένε κάποιοι, «δεν ακούνε». Θεωρούν κάποτε ότι το κάνουν «για πλάκα», «έλα μωρέ δεν το κάνω συστηματικά» ή «από περιέργεια». Για να ακούσουν, πρέπει να μάθουν να ακούν. Κι αν εσύ δεν άκουσες ποτέ εκείνο το απελπισμένο «άκου με»,  από πού να το μάθουν εκείνα;  Όχι μόνο δε θα μάθουν να σ’ ακούν ποτέ, αλλά θα ζητήσουν να «την ακούσουν» αλλιώς. Άκουσέ τους λοιπόν πρώτα, και μετά κρίνε τους. Αλλά κοίτα και λίγο τα δικά σου τα μούτρα στον καθρέφτη, την ώρα που θα ξυπνήσεις το πρωί.

Οι δυο νεαροί ακούστηκαν να λένε «Πάμε». Πού να πάνε; Πρέπει να σηκώθηκαν. Ο ένας άρχισε να βήχει και να κάνει σκόρσα και εμετό. Απόμακρύνονταν σιγά σιγά ψιθυρίζοντας, έχανα πια κάθε λεπτομέρεια, μα νομίζω ότι τώρα μέσα στην απελπισία τους  η εξομολόγηση πρέπει να είχε τελειώσει. Τώρα απλά στέκονταν ο ένας στον άλλο. Και το δικό μου το στομάχι γύριζε… και τα δικά μου τα μάτια ήταν γεμάτα. Πετάχτηκα από το κρεβάτι και πήρα στα χέρια μου τον υπολογιστή.

Η ώρα αυτή τη στιγμή είναι 6.02. Έτσι λέει ο υπολογιστής μου, και τα μηχανήματα, λένε, δεν κάνουν λάθος. Εμείς οι άνθρωποι, κάνουμε. Πολλά λάθη. Από αδιαφορία; Από βλακεία; Από σκοπιμότητα; Δεν ξέρω. Χτίσαμε έναν τόσο άγριο κόσμο για τα παιδιά μας, που η αγάπη μας ίσως δεν είναι αρκετή για να τα προστατεύσει από «όλο αυτό» που συμβαίνει γύρω τους. Δεν είναι αρκετή, αλλά είναι απαραίτητη.

Δυο άγγελοι έκλαψαν απόψε πάνω από το προσκέφαλό μου.  Μ’ έκαναν να κλάψω κι εγώ μαζί τους, αλλά αυτό, εδώ που τα λέμε, δεν τους έκανε και κανένα καλό. Και είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν πολλοί  άγγελοι που κλαίνε κάπου εκεί έξω (ή εκεί μέσα, στα ωραία σπίτια με τις περιποιημένες αυλές) και δεν τους ακούει κανένας.  Κανένας. 

Ναι, το ξέρω, μια ωραία συμβουλή στα παιδιά είναι «να προσέχεις».  Κι εγώ τη δίνω, γιατί αν κάνεις για πάντα τον άγρυπνο φρουρό στο παιδί σου, στο τέλος θα γίνεις δεσμοφύλακας. Πρέπει να του δώσεις του παιδιού σου ένα μαγικό κλειδί. Την εμπιστοσύνη σου. 

Για «να προσέχει όμως» πρέπει κι εμείς να έχουμε ανταποκριθεί σ’ εκείνο το περισσότερο ή λιγότερο απελπισμένο «άκου με».

Ή, μάλλον, να το έχουμε προλάβει το «άκου με», λέγοντας στο παιδί μας, μια άλλη προστακτική, λιγότερο απεγνωσμένη και περισσότερο διαρκή: 

«Μίλα μου…»

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά