Ένας μικρός, σιωπηλός ήρωας




 

 Στα παιδικά μας χρόνια οι ήρωες είναι ή μοιάζουν υπεράνθρωποι. Πετούν, όπως κι εμείς στον ύπνο μας, μπορούν να σηκώσουν απίστευτα βάρη, με τα χέρια τους, το σώμα τους ή τις high-tech στολές τους, ακόμα και με τη σκέψη τους μπορούν να κάνουν πράγματα που για μας είναι παντελώς αδύνατα. Τραυματίζονται, πονούν, στιγμιαία δείχνουν ότι, κοίτα να δεις, μπορεί και να χάσουν οριστικά τη μάχη, αλλά στο τέλος πάντα νικούν.
Άλλοτε πάλι οι ήρωές μας είναι προβεβλημένα πρόσωπα, είναι όλοι εκείνοι που μέσα μας έχουμε έναν μύχιο πόθο πως θα τους μοιάσουμε, και, κοίτα να δεις, μπορεί και να γίνουμε καλύτεροι. Μπορεί να γίνουμε καλύτεροι ποδοσφαιριστές, τραγουδιστές, άντε, και επιστήμονες. Αυτοί οι «ανθρώπινοι» ήρωες είναι που μας παρηγορούν κατά βάθος που δεν μπορούμε να γίνουμε οι άλλοι, οι υπερφυσικοί φανταστικοί ήρωες.

Τα χρόνια περνάνε κι εκείνοι οι ήρωες οι παλιοί ξεθωριάζουν – στην καλύτερη των περιπτώσεων παραμένουν ανεξίτηλοι κι αθάνατοι, αλλά μόνο ως καδράκια στο πάνθεον των παιδικών μας ονείρων, σε μια γωνία της παιδικής σου κάμαρας ή στην αποθήκη, στο κουτί με τα παιδικά παιχνίδια. Ίσως επειδή μεγάλωσες και διαπιστώνεις σταδιακά ότι η κλεψύδρα του χρόνου για να τους μοιάσεις ή να τους ξεπεράσεις σιγά σιγά αδειάζει. Ίσως πάλι, επειδή νιώθεις ότι έχεις ανάγκη από αλλιώτικους ήρωες, απ’ αυτούς που δεν μπορείς να τους δεις να πετάνε με μια κάπα να ανεμίζει στον ουρανό, ούτε καν να ακούσεις τις φωνές τους στα ακουστικά σου. Επειδή απλά δεν πετάνε, δεν τραγουδάνε, δεν έχουν πάνω τους στραμμένα φώτα, δεν ακούν χειροκροτήματα.

Μεγαλώνοντας κι εγώ, χαίρομαι να ανακαλύπτω τους καινούριους δικούς μου ήρωες σε εκείνους που δεν είναι καθόλου υπεράνθρωποι, αλλά είναι πάρα, μα πάρα πολύ άνθρωποι. Άνθρωποι για τους οποίους νιώθω περήφανος. Άνθρωποι που με τη στάση τους με κάνουν να μαθαίνω πράγματα που δεν έμαθα τόσα χρόνια στα θρανία, σκυμμένος πάνω από σκωροφαγωμένα βιβλία ή ψάχνοντας σε ψηφιακούς κόσμους. Άνθρωποι που με κάνουν να νιώθω πολύ πολύ μικρός μπροστά τους, και την ίδια στιγμή μου δίνουν την ελπίδα ότι μπορώ να γίνω κι εγώ καλύτερος, ακολουθώντας το παράδειγμά τους. Όχι μόνο εγώ. Άνθρωποι που δεν «φωνάζουν», που καμιά φορά πορεύονται μονάχοι τους στη σιωπή.

Τις τελευταίες μέρες ανακάλυψα έναν. Κι είμαι πολύ χαρούμενος που αυτός ο άνθρωπος είναι ακόμα παιδί. Όχι. Δεν είναι ο Σπορτ Μπίλυ. Δεν είναι ο Ρόμπιν, ο μαθητής του Μπάτμαν, ούτε ο πιτσιρίκος που παράδερνε μαζί με τον Ιντιάνα Τζόουνς. Όχι.

Δεκατεσσάρων, ούτε δεκαπέντε ακόμα, χρόνων παλικαράκι. Στο σχολείο πολύ καλός μαθητής, πολύ καλός χαρακτήρας, πολύ καλός αθλητής επίσης. Λίγα, πολύ λίγα είχα προλάβει να μάθω γι’ αυτόν, μπήκα στην τάξη του πολύ αργά, πριν δεν είχα ξαναμπεί ποτέ. Οι πρώτες εικόνες από κείνον είναι πολύ θετικές. Εκείνες οι πρώτες αγωνιώδεις ματιές του δασκάλου στα παιδιά που κάθονται στα θρανία, εκείνες που προσπαθείς να μαντέψεις τι ξεχωριστό κρύβει το κάθε παιδί (γιατί κάθε παιδί έχει κάτι ξεχωριστό, που ο δάσκαλος οφείλει να βρει και να το ξεκλειδώσει και λυπάμαι τόσο που τις πιο πολλές φορές δεν τα καταφέρνω). Βλέπω ένα ευγενικό παιδί, από κείνα τα παιδιά που χαίρεσαι να τα βλέπεις να τα πηγαίνουν καλά με ό,τι καταπιαστούν, χωρίς να ψωνίζονται από τις όποιες επιτυχίες τους, που είναι κοινωνικά και έχουν παρέες… που δείχνουν να «λειτουργούν» υποδειγματικά μέσα στη σχολική κοινότητα, μια μικρή κοινωνία που καμιά φορά για τα παιδιά είναι πιο άγρια κι απ’ την κοινωνία των μεγάλων. Οι κουβέντες του σοβαρές και μετρημένες, όπως και τα γραπτά του κείμενα. Ίσως, πιο σοβαρές και μετρημένες απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να περιμένει από ένα παιδί αυτής της ηλικίας. Το μυαλό μου γυρίζει στον εαυτό μου, στα 14. Έτος 1988. Καμία σύγκριση. Εγώ;  Φυτουλάκος στα μαθήματα, πάτος στη γυμναστική, και ταυτοχρόνως ασύστολα πολυλογάς και εσωστρεφής, μονίμως καβάλα σε ένα σύννεφο συγκεχυμένων ονειροπολήσεων. Ώριμος πάντως, σαν και τούτον εδώ τον πιτσιρίκο, οπωσδήποτε όχι.

Σιγά σιγά αρχίζω να προσέχω τις αναρτήσεις του στα κοινωνικά δίκτυα, αυτόν τον μυστήριο κόσμο όπου ο καθένας από μας μπορεί να κατασκευάσει την εικονική προσωπικότητα που θέλει, μια και εκεί δηλώνεις ότι είσαι, κάνεις, αισθάνεσαι ό,τι επιθυμείς να νομίζουν οι άλλοι ότι είσαι, κάνεις, αισθάνεσαι. Εκεί μοιάζω να τα χάνω ακόμα περισσότερο. Ο πιτσιρίκος, όχι απλά δεν «το παίζει» τίποτα, αλλά ανεβάζει λόγια και μουσικές που θα θύμιζαν άνθρωπο της δικιάς μου ηλικίας. Όχι επειδή αυτά που λέει είναι «παλιά». Αλλά επειδή είναι τόσο ψαγμένα. Μιλάει, με την απλότητα της σκέψης ενός εφήβου, για πράγματα που οι πιο πολλοί από εμάς χρειάστηκε να ασπρίσουν τα μαλλιά μας για να τα συλλογιστούμε. Για να μην πω για τη δικιά μου τη γενιά, αυτών γύρω στα σαράντα, που ίσως να μην πέρασαν ποτέ από το μυαλό της στο κυνήγι του χρήματος και της ψεύτικης ευημερίας που είχε συνεπάρει το σύμπαν τα προηγούμενα δεκαπέντε χρόνια… Κοίτα να δεις τι γράφει: Για την αξία της ζωής και της οικογένειας, για το πόσο πρέπει να εκτιμούμε τα μικρά πράγματα, για την αλληλεγγύη και τη συμπαράσταση στους ανθρώπους. Κουβέντες που δεν μοιάζουν να έχουν γίνει κόπυ-πέιστ από τους διάφορους ιστοχώρους που μας τροφοδοτούν με ωραία τσιτάτα για να κάνουμε τους έξυπνους στην παρέα μας. Κουβέντες που δείχνουν να ξεπηδούν από την ψυχή του, που τις υποστηρίζει με πάθος, ξανά και ξανά, σαν να δίνει μια μάχη να υπερασπιστεί την αξία της ζωής. Όχι αυτήν την αξία που νομίζουμε οι πολλοί και μετριέται με ποικίλες μονάδες μέτρησης. Αλλά την άλλη αξία, την πραγματική, εκείνη που είναι απροσμέτρητη.

Ενθουσιάζομαι, όπως κάθε φορά που βλέπω ένα μαθητή μου να ξεχωρίζει σε κάτι. Συζητώ γι’ αυτόν. Και παγώνω. Παγώνω όταν μου λένε ότι εδώ και κάποιους μήνες η ζωή αυτού του παιδιού έχει αλλάξει. Γιατί ο πατέρας του, που όσοι τον ξέρουν μιλούν για άνθρωπο εξαιρετικό, είναι άρρωστος, δίνει μάχη δύσκολη με άνισο αντίπαλο.

Καθώς οι μέρες περνάνε, τον παρατηρώ και πάλι. Όχι με άλλο μάτι. Αλλά ξέροντας μια αλήθεια που πριν μου ήταν άγνωστη. Διαχειρίζεται την περιπέτεια της οικογένειάς του με απίστευτη ψυχραιμία και αξιοπρέπεια. Στωικός και σκεπτικός στο σχολείο, χωρίς όμως να χάνει το χαμόγελο και την κοινωνικότητά του. Στα κοινωνικά δίκτυα συνεχίζει να γράφει με πολλή ζέση για την ανθρωπιά, για την αγάπη, για την οικογένεια. Να επιμένει. Σαν να θέλει όλοι μας να γνωρίσουμε, όχι τη μεγάλη μάχη που κι εκείνος δίνει στην ψυχή του, αλλά τις μεγάλες αξίες που έχει στην καρδιά του. Σαν να πολεμάει, όχι μόνο για να κρατήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του, αλλά για να μας κάνει όλους να δούμε ότι όχι, όλα αυτά τα μικρά και καθημερινά που μας βασανίζουν και μας στενοχωρούν δεν είναι τίποτα, απολύτως τίποτα - ότι υπάρχουν τόσα πράγματα που μπορούν να μας κάνουν να χαιρόμαστε, όλα αυτά που όλοι υποτιμούμε θεωρώντας τα αυτονόητα και δεδομένα.

Κάποια στιγμή μαθαίνω πως τα πράγματα έχουν γίνει ακόμα πιο δύσκολα. Πως το τέλος πλησιάζει. Ο πιτσιρίκος ακόμα μια φορά με κάνει να νιώθω πολύ μικρός μπροστά του. Όχι, λέει, δεν είναι άτυχος, ούτε το σκέφτεται αυτό. Και, λέει, δεν είναι αχάριστος. Ξέρει ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αντιμετωπίζουν πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες από κείνον. Όταν το είδα αυτό γραμμένο σ’ εκείνα τα «ψυχρά και απρόσωπα» κοινωνικά δίκτυα, συλλογίστηκα ότι κανένας από τους παιδικούς μου ήρωες δεν θα είχε τη δύναμη να το πει αυτό εκείνη τη στιγμή. Οι «υπερφυσικοί» θα έβαζαν τις μαγικές τους δυνάμεις και θα νικούσαν το κακό, οπότε δεν είχαν να μπουν σε τέτοιο δίλημμα. Οι «ανθρώπινοι» θα λύγιζαν μπροστά στην ιδέα της απώλειας που μοιάζει πια να είναι αναπόδραστη. Μα ετούτος δω είναι ένας πιτσιρίκος, που σε λίγες μέρες θα χάσει ένα τόσο σημαντικό στήριγμα για τη ζωή του. Που μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία, που έχει ζήσει όλη εκείνη την πολύμηνη αγωνία, που βλέπει τη μάχη του αγαπημένου του πατέρα να χάνεται, κι όμως, εκτός από το δικό του πόνο έχει μάτια για να δει και τον πόνο των άλλων. Πόσο μεγαλείο ψυχής χρειάζεται για να μπορέσει κανείς να δει εκείνη τη φοβερή στιγμή με άλλα μάτια; Και πού τη βρήκε αυτή την ψυχή ένα μικρό παιδί; Όσο κι αν οι περιστάσεις τον έχουν μεγαλώσει απότομα, παιδί είναι ακόμα. Παιδί.

Πριν από λίγες μέρες ο πατέρας του ταξίδεψε. Ο μικρός, το ίδιο βράδυ, ανέβασε στα κοινωνικά δίκτυα μια φωτογραφία του πατέρα του. Κι έγραψε δυο λέξεις. Τις πιο συγκλονιστικές λέξεις που έχω διαβάσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Και, εντάξει, εγώ μπορεί να είμαι εύκολος στα δάκρυα, αλλά πιστεύω ότι κι ο πιο σκληρός άνθρωπος του κόσμου θα μπορούσε να λυγίσει διαβάζοντάς τες:

«Καληνύχτα μπαμπά».

Δυο μέρες μετά την κηδεία του πατέρα του, τον είδα να διαβαίνει την πόρτα του σχολείου. Με το κεφάλι ψηλά, όπως πάντα. Στα διαλείμματα το μάτι μου τον έψαξε, και τον βρήκε εκεί που ήταν πάντα. Με τους συμμαθητές του, με τους φίλους του. Στην τάξη, γαλήνιος κρατούσε σημειώσεις, όπως πάντα. Μόνο το βλέμμα του κάποιες στιγμές ένιωθες πως ταξίδευε. Ας μην υποθέσουμε πού. Όλο δικό του είναι αυτό το ταξίδι. Και ένα μεσημέρι τον είδα να βαδίζει προς την έξοδο του σχολείου ήρεμος, με το κεφάλι ψηλά, όπως πάντα. Κι ένιωθα πως έβλεπα έναν πολεμιστή, που, μπορεί να έχασε ένα ανεκτίμητο στήριγμα, αλλά που την ίδια στιγμή ξέρει καλά πως η μόνη επιλογή είναι να προχωρήσει μπροστά. Να δείχνει καρτερία και να βαδίζει προς το μέλλον. Προς το δρόμο το δικό του. Προς τη ζωή.

Ναι, του χρωστάει πολλά η ζωή αυτού του παιδιού. Και ξέρω πως έχει τη δύναμη και το πάθος να τα κατακτήσει. Του χρωστάω κι εγώ όμως. Γιατί ένιωσα πως έμαθα σε τόσο λίγο χρόνο τόσα πολλά απ’ αυτόν, σ’ αυτήν την τόσο τραγική στιγμή της ζωής του. Ναι, ο δάσκαλος διδάχτηκε από τον μαθητή. Και πιστεύω ότι όσα χρόνια κι αν είμαι δάσκαλός του δεν θα μπορέσω ποτέ να του ανταποδώσω αυτό το πολύτιμο μάθημα ζωής, ανθρωπιάς, αγάπης.

Το ξέρω ότι κάποιοι θα πουν ότι είναι άδικο για τα άλλα παιδιά ένας δάσκαλος να μιλάει έτσι για έναν μαθητή του. Μπορεί να είμαι ο πιο κακός δάσκαλος του κόσμου, αλλά αυτό θέλησα να το κάνω επειδή ακριβώς αγαπάω όλους τους μαθητές μου. Και τους τωρινούς και αυτούς που θα έρθουν. Κι επειδή η ανθρωπιά, η καλοσύνη, η δύναμη και η αγάπη είναι απείρως σπουδαιότερα μαθήματα απ’ αυτά που τους διδάσκω, ήθελα να μείνει κάπου γραμμένη αυτή η ιστορία. Μια ιστορία για έναν άνθρωπο, έναν πιτσιρίκο αλλά Άνθρωπο με κεφαλαίο Α, που μέσα σε λίγες μέρες μπορώ να πω ότι έγινε ένας από τους δικούς μου ήρωες. Ένας μικρός σιωπηλός ήρωας. Γιατί ένας ήρωας δεν είναι ανάγκη να λέγεται Σούπερμαν, Μπάτμαν, Οδυσσέας, Αχιλλέας, Σαίξπηρ, Αϊνστάιν ή Μέσσι. Μπορεί να λέγεται και Παναγιώτης.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά