"Ανθρωποφύλακες" - Περικλής Κοροβέσης


Περικλής Κοροβέσης, Ανθρωποφύλακες
Αθήνα: Οι εκδόσεις των Συναδέλφων, 2013

Όταν ξεκίνησα να διαβάζω τους «Ανθρωποφύλακες», το μυαλό μου πήγε στη φετινή γιορτή του Πολυτεχνείου στο σχολείο μας. Η γιορτή είχε τον τίτλο «40 χρόνια μετά». 40 χρόνια. Οι μαθητές μου της πρώτης Λυκείου έχουν γεννηθεί το έτος 1998 – επομένως η Χούντα των Συνταγματαρχών είναι για τα παιδιά μας τόσο μακρινή όσο ακριβώς ήταν για τη δική μου γενιά ο πόλεμος του 1940 και ο εμφύλιος. 

Εμείς οι μεγάλοι ίσως είναι αδύνατο να εννοήσουμε αυτή την απόσταση, όμως ο χρόνος κυλάει πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε και ανοίγοντας το βιβλίο με κυρίευσε μια αγωνία. Είχα διαβάσει για τους «Ανθρωποφύλακες», δεν είχα διαβάσει όμως τους «Ανθρωποφύλακες» - είχα στο μυαλό μου την αύρα από την απήχηση ενός βιβλίου που είναι εμβληματικό για μια ολόκληρη εποχή, ένα ντοκουμέντο που ταξίδεψε εκδοτικά στο χρόνο,  από την πρώτη φορά που κυκλοφόρησε (1969) έως την έκτη  έκδοση που έχουμε στα χέρια μας από τις «Εκδόσεις των συναδέλφων». Στην έκδοση αυτή έχουμε τη δυνατότητα, πέρα από το σώμα του κειμένου να δούμε και τους προλόγους τριών ακόμη από τις εκδόσεις του, και ένα φωτογραφικό παράρτημα που δείχνει τη διεθνή απήχηση του βιβλίου, από την κυκλοφορία του μέχρι σήμερα.

Θα ήταν ωστόσο λάθος να αντιμετωπίσουμε το βιβλίο μόνον ως μια συγκλονιστική μαρτυρία των βασανιστηρίων που έζησε ο Περικλής Κοροβέσης από τους «ανθρωποφύλακες» της επταετίας κυρίως στο κτίριο της Ασφάλειας στην οδό Μπουμπουλίνας, αλλά και στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.  Πρόκειται για μια σημαντική πηγή της νεοελληνικής ιστορίας, για γεγονότα που συνήθως καλύπτονται από πέπλο σιωπής, αλλά από τις πρώτες σελίδες καταλαβαίνει κανείς ότι δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτό.

Ο χρόνος των βασανιστηρίων, όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο, είναι ένας παρένθετος χρόνος που εισέρχεται βίαια και αθέλητα στην καθημερινότητα του ήρωα. Ένας χρόνος που δεν μπορεί να μετρηθεί με τις μονάδες του δικού μας χρόνου. Υπάρχουν τέτοιοι χρόνοι της ζωής μας, στη διάρκεια των οποίων η πραγματική ροή του χρόνου χάνεται. Ο χρόνος που παρακολουθούμε μια θεατρική παράσταση, ο χρόνος του καρναβαλιού, ο χρόνος που βρισκόμαστε άρρωστοι σε κάποιο νοσοκομείο, ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας, ο χρόνος της έκτισης μιας ποινής. Ο χρόνος ενός πολέμου. Όλοι αυτοί οι χρόνοι τέμνουν κάθετα την καθημερινότητα και την ανατρέπουν. Ο χρόνος των βασανιστηρίων είναι πολύ πιο συμπυκνωμένος από αυτούς τους προαναφερόμενους χρόνους, και ταυτόχρονα πολύ πιο μακρύς. Στον χρόνο αυτό ο άνθρωπος υφίσταται πολύ εντονότερο και πολύ πιο παράλογο σωματικό και ψυχικό πόνο απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη από τις περιόδους της ζωής του, «κανονικές» ή «παρένθετες. Από την άλλη, ο ίδιος αυτός ο συμπυκνωμένος πόνος διευρύνει τη διάρκεια του βασανιστηρίου για το θύμα του. Και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει αυτή τη διπλή ταλάντωση του χρόνου εκτός από το ίδιο το θύμα.

Ο Περικλής Κοροβέσης αποτυπώνει με συγκλονιστική ψυχραιμία αυτή τη διάσταση του βασανιστηρίου, που ξεπερνά τη συγχρονία, γεωγραφική και χρονική, της στιγμής. Αφαιρώντας τη χρονική και γεωγραφική συγκυρία, τα ονόματα και τις διευθύνσεις που καθιστούν τους «Ανθρωποφύλακες» σημαντικότατο ιστορικό τεκμήριο, μπορεί κανείς να διακρίνει ίσως το μέγεθος της σκληρότητας που περικλείει αυτή η παράλογη βία που ασκείται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Και ασκείται με συστηματικό τρόπο και «επιστημονικά μελετημένες» μεθόδους από όργανα μιας αυταρχικής εξουσίας.

Κι αυτό ξεδιπλώνει δύο επιπλέον ζητήματα: Αφενός, τη βία, που ασκεί η εξουσία, έχοντας διατηρήσει για τον εαυτό της το δικαίωμα της νόμιμης βίας. Και αφετέρου, το ζήτημα των «ανθρωποφυλάκων», των ανθρώπων οι οποίοι «στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων» είναι οι φυσικοί αυτουργοί των βασανιστηρίων. Ανθρώπων οι οποίοι κατ’ επάγγελμα ασκούν βία σε άλλους ανθρώπους, σύμφωνα με τις οδηγίες μιας αυταρχικής εξουσίας. Αυτή η βία, που ασκείται με παράλογα επιχειρήματα και στόχο την αντιμετώπιση κάποιας απειλής για την ομαλότητα, η ίδια δηλαδή η καταστολή της ομαλότητας που ασκείται δήθεν για την προστασία της, είναι χαρακτηριστικό όλων των ανθρώπινων κοινωνιών. Αυτή η βία που για να εξασφαλίσει δήθεν την ομαλή συνέχεια της κοινωνικής συμβίωσης εισβάλλει στην κοινωνία με μια δύναμη παράλογη, που καταλύει ό,τι η ανθρωπότητα αγωνίστηκε για αιώνες να χτίσει. Το θύμα των βασανιστηρίων στο βιβλίο επικαλείται συνεχώς τα δικαιώματά του, αυτά που απορρέουν από συνταγματικούς κανόνες και διεθνείς συνθήκες. Οι βασανιστές δεν ακούνε τίποτα. Δεν υπολογίζουν τίποτα. Ανάμεσα στο θύμα και στην άλογη βία δεν υπάρχει επικοινωνία, γιατί απλώς η τελευταία έχει τ’ αυτιά της κλειστά. Ο παραλογισμός των βασανιστηρίων που ξεδιπλώνεται στις σελίδες του βιβλίου είναι στα χέρια της εξουσίας μια απλή εφαρμογή δοκιμασμένης μεθοδολογίας. Αν πιστεύει κανείς ότι οι σωματικές και ψυχικές δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλονται οι άνθρωποι είναι απλές εκφάνσεις μιας πρωτόγονης βαρβαρότητας, οι «Ανθρωποφύλακες» προσθέτουν μία ακόμη σημαντική μαρτυρία στη φοβερή διαπίστωση ότι αυτός ο απάνθρωπος παραλογισμός είναι προϊόν επιστημονικού σχεδιασμού. Ότι οι τεχνικές είναι μελετημένες, προκειμένου να οδηγήσουν στον επιθυμητό στόχο. Ότι ο ανθρώπινος νους έχει επεξεργαστεί με επιστημονικά εργαλεία απάνθρωπες μεθόδους. Ότι το ίδιο το οργανωμένο κράτος έχει ως εργαλείο του τη βάρβαρη καταστολή, αυτή την οποία στερεί από τον άνθρωπο την ίδια την ανθρώπινή του φύση, τον από-προσωποποιεί, τον μεταχειρίζεται σαν αντικείμενο.

Οι «Ανθρωποφύλακες» δεν έχουν εθνικές και ιδεολογικές ταυτότητες, ούτε γεωγραφικές συντεταγμένες. Οι διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις, αλλά και, με μεγάλη καθυστέρηση, η ιστορική έρευνα φέρνουν διαρκώς στο φως δεδομένα που αποδεικνύουν ότι οι συστηματικοί βασανισμοί αντιφρονούντων είναι ίσως διαρκέστερο και δυσμενέστερο φαινόμενο για την κοινωνία απ’ ό,τι οι πόλεμοι και οι θανατηφόρες επιδημίες. Είναι από εκείνες τις εγκληματικές πράξεις που καλύπτονται από πέπλο σιωπής, όχι μόνο επειδή γίνονται εν κρυπτώ, αλλά επειδή οι αυτουργοί τους, υλικοί και ηθικοί, συνεχίζουν συχνά, ενίοτε και με διαφορετικούς ρόλους, να υπηρετούν την εξουσία, ακόμη και με διαφορετικό καθεστώς από εκείνο που τους όπλισε το χέρι. Το λένε και οι ίδιοι κυνικά στο βιβλίο. Ακόμη κι αν τα πράγματα αλλάξουν, εκείνοι θα είναι μέσα στα πράγματα.

«Ανθρωποφύλακες» λοιπόν υπάρχουν σε όλες τις κοινωνίες, όπου και όποτε η εξουσία αποφασίζει να χρησιμοποιήσει αυτού του είδους την απάνθρωπη βία προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της. Κι αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι κάποια τέρατα που κρύβονται σε σκοτεινές σπηλιές. Ο Περικλής Κοροβέσης περιγράφει με εντυπωσιακή καθαρότητα στο βλέμμα τους ανθρώπους που τον βασανίζουν, σαν να μην είναι εκείνος το θύμα που βιώνει τον πόνο από τα χέρια τους. Και βλέπει ότι ο βασανιστής του τότε, αλλά και του σήμερα, δεν είναι το τέρας που νομίζουμε, έστω και αν συμπεριφέρεται σαν τέτοιο. Είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας που μεταμορφώνεται σε κτήνος για τις ανάγκες της υπηρεσίας. Που έχει ποτιστεί με ιδεολογήματα που δεν έχει μπει στον κόπο να ψάξει, που θέλει μια ήσυχη ζωή για την οικογένειά του, που μετά τη βάρδια του στην οδό Μπουμπουλίνας ίσως και να πήγαινε βόλτα τα παιδιά του στην παιδική χαρά. Ο «ανθρωποφύλακας» θα μπορούσε να είναι ένας από μας – και είναι σίγουρο ότι πολλοί από αυτούς απεκδύθηκαν το κοστούμι του ρόλου τους μετά τη μεταπολίτευση και χάθηκαν μέσα στο πλήθος. Ο ανθρωποφύλακας είναι και επάγγελμα. Είναι και στάση ζωής. Σε κάποιους ανθρώπους δεν βρίσκει την ευκαιρία να εκδηλωθεί ποτέ. Σε άλλους, την ευκαιρία τη δίνει η εξουσία. Δίνει στον ανθρωποφύλακα τη δυνατότητα να νιώσει ότι έχει τη δύναμη να κάνει κουμάντο σε κάποιους άλλους ανθρώπους. Να έχει και εκείνος ένα κομματάκι από την εξουσία που οδηγεί και τον ίδιο να παίξει αυτόν τον ρόλο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ανθρωποφύλακας είναι άμοιρος των ευθυνών του – ή θύμα του συστήματος. Η εξουσία δεν είναι μια απρόσωπη κακή θεά, που μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε τέρατα και τους οπλίζει με ραβδιά όχι μαγικά αλλά βασανιστηρίων. Ίσως ο αγώνας αλλά και η αγωνία για επικράτηση να είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση, αλλά δεν είναι όλοι οι άνθρωποι πρόθυμοι να ριχθούν σε αυτόν με οποιοδήποτε τίμημα. Και δεν πιστεύω ότι ο ανθρωποφύλακας είναι μόνο φανατισμένος, μόνο φοβισμένος, μόνο σαδιστής, μόνο πειθήνιο όργανο. Είναι ίσως όλα αυτά μαζί – ο φανατισμός, ο φόβος, ο σαδισμός, ο πειθαναγκασμός, η γοητεία της ισχύος και της εξουσίας που κάνουν τον άνθρωπο να αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο.

Όσο υπάρχουν άνθρωποι, άραγε, θα υπάρχουν και ανθρωποφύλακες; Ίσως, όσο υπάρχει η εξουσία που θα βάζει τη βία να φυλάει την «ευταξία», θα βρίσκονται άνθρωποι που θα διαδραματίζουν αυτόν το ρόλο. Στον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου, είναι το Κράτος και η Βία που διατάζουν ένα θεό, τον Ήφαιστο (φανταστείτε: διατάζουν ένα θεό) να καρφώσει πιο δυνατά τον Προμηθέα πάνω στο βράχο. Η βία, τα βασανιστήρια, οι απάνθρωπες αυτές μέθοδοι έχουν στιγματίσει την ανθρώπινη ιστορία με εγκλήματα που η ανθρωπότητα θα ήθελε, αλλά δεν πρέπει να ξεχάσει ποτέ. Αν λοιπόν υπάρχει μια φωνή που μπορούμε να ακούσουμε σήμερα μέσα από τους «Ανθρωποφύλακες» δεν είναι η κραυγή εκείνου που βασανίζεται, ούτε οι υλακές των βασανιστών. Είναι η φωνή της σκέψης του ανήσυχου πολίτη, εκείνου που επαγρυπνεί, εκείνου που προβληματίζεται για την αυθαιρεσία της εκάστοτε εξουσίας, εκείνου που αντιστέκεται, που αναζητάει στη συλλογικότητα και στην αλληλεγγύη τη χαρά που καμιά εξουσία δεν μπορεί να δώσει. Γιατί αν η καρέκλα της εξουσίας χωράει μόνον έναν και γύρω του πολλούς ανθρωποφύλακες, η πλατεία της πόλης χωράει πολλούς, και γύρω της έχει μονάχα μια αναγκαία και ικανή δύναμη. Τη δύναμη του «μαζί».

Παρουσίαση του βιβλίου στον "Αστραίο" (Κάστρο Αγ. Γεωργίου, Κεφαλονιά, 21-12-2013)

Ηλίας Τουμασάτος
Δεκέμβριος 2013
 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]