Δυο μεγάλες, μικρές στιγμές...

Δυο κείμενα από ένα παλιό μου ιστολόγιο, γραμμένα σε δυο διαφορετικές χρονικές στιγμές, για ένα παιδάκι απ' αυτά που η κοινωνία τα ξεχνάει, ή κάνει πως δεν τα βλέπει. Επειδή δεν "χωρούν" στα μέτρα της. Επειδή γεννήθηκαν αλλιώτικα από αυτό που κάποιοι έχουν ορίσει ως "συνηθισμένο" ή (ακόμη χειρότερα) "φυσιολογικό". Δυο πολύτιμες για μένα στιγμές,  από εκείνες που η ζωή φέρνει αναπάντεχα μπρος μας, και μας κάνει να καταλαβαίνουμε ποια πράγματα αξίζουν αληθινά... Δούλευα τότε στη Βιβλιοθήκη του Αργοστολίου, και ούτε που φανταζόμουν ότι λίγο καιρό μετά... θα πήγαινα κι εγώ, ξανά, σχολείο...




Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008
Η ζωή καμμιά φορά τα φέρνει έτσι ώστε μερικές μεγάλες χαρές και συγκινήσεις να έρχονται ανέλπιστα... Ιδίως σε μας που οι ζωές μας είναι συνηθισμένες και λιγάκι βαρετές - αλλά αυτό είναι το δικό μου ιστολόγιο, η δικιά μου καθημερινότητα, δεν έχω άλλη, όσο ασήμαντη κι αν είναι.
Οχτώ χρόνια στη δουλειά κλείνω σε λίγες μέρες... Με πολλές χαρές, πιο πολλές δυσκολίες, αλλά αυτό που έζησα προχθές την Πέμπτη δεν ξεχνιέται εύκολα...  Ίσως ήταν η πιο σημαντική στιγμή στα οχτώ αυτά χρόνια. Όλα τα άλλα, έρχονται και πάνε... Αυτό είναι τώρα τόσες μέρες στο μυαλό μου και δε λέει να φύγει...
Μού είχαν τηλεφωνήσει από την προηγούμενη ότι θα ερχόταν επίσκεψη στη δουλειά το Ειδικό Σχολείο του νομού μας... Είχα, ομολογώ, αγχωθεί, γιατί δεν έχω ειδικές γνώσεις, και δεν ήξερα πώς να αντιμετωπίσω αυτά τα παιδάκια που η ζωή τους στέρησε αυτά που εμείς έχουμε αυτονόητα. Δεν ήθελα με κανέναν τρόπο να τα πληγώσω, να τα κάνω να νιώσουν άβολα και ξένα.
Και να'τα που έσκασαν μύτη εννιά παιδάκια με τις δασκάλες τους... Εννιά αξιολάτρευτες γελαστές φατσούλες, όλα με μάτια λαμπερά, με λαχτάρα να γνωρίσουν κάτι καινούριο. Κανένα δεν είχε ξανάρθει εδώ... Ποιος ξέρει αν πηγαίνουν πουθενά εκτός από το σχολείο... Ποιος ξέρει πόσο έχουν αποκλειστεί, πόσο τα έχουν κοροϊδέψει οι συνομήλικοί τους (ξέρουμε πόσο σκληρά είναι καμμιά φορά τα παιδιά), πόσο οι δικοί τους τα έχουν κρύψει από την κοινωνία, την ίδια τη ζωή...
Έσπασε από νωρίς ο πάγος. Είπαμε τα ονόματά μας. Όλοι, εκτός από έναν. Τον Σ.... Μια τσαχπίνα μικρούλα δίπλα του μού είπε πώς τον λένε.
Τα παιδιά είχαν έρθει προετοιμασμένα, με ερωτήσεις. Ανοίξαμε κουβεντούλα. Όχι μόνο για την επίσκεψή τους. Όλοι ήθελαν να χιονίσει, για να βγουν στο χιόνι και να παίξουν, είπαμε για τα αγαπημένα τους παραμύθια , κάναμε πλάκα και γελούσαμε όλοι μαζί, εκτός από τον Σ... που ήταν πέραν του κόσμου τούτου. Η δασκάλα μού εξήγησε ότι το παιδάκι έχει αυτισμό, γι' αυτό δεν ήθελε να επικοινωνήσει. Κάποια στιγμή μού είπε ότι στον Σ... αρέσουν οι χάρτες. Ψάξαμε και βρήκαμε ένα βιβλίο με χάρτες και του το έδωσα. Το ξεφύλλισε με λαχτάρα και μιλούσε μόνο με τη δασκάλα γι' αυτό ενώ εμείς οι υπόλοιποι είχαμε ανοίξει απίστευτη πολυλογία...
Τα παιδιά είχαν φέρει μαζί τους και ζωγραφιές από το σχολείο. Μού τις έδωσαν όλοι, ένας ένας, εκτός από τον Σ... που είχε ζωγραφίσει κάτι και το έδωσε στη δασκάλα για να  μού το δώσει... (Αυτή η ζωγραφιά του Σ... είναι και στην εικόνα αυτού του ποστ).
Έπειτα σκεφτήκαμε ότι είναι καλή ιδέα να ζωγραφίσουν όλοι κάτι επιτόπου. Μια και δυο αρχίζουν όλοι να ζωγραφίζουν και μού το φέρνουν με πολλή αγάπη. «Τι θα τις κάνετε;» μου λέει ένα κοριτσάκι. «Θα τις πετάξετε;». «Όχι, θα τις βάλω σ' ένα ντοσιέ και θα τις κρατήσω για πάντα, για να σας θυμάμαι». «Θα σας ξαναδούμε, θα σας καλέσουμε στο σχολείο στη γιορτή μας».
Ξαφνικά το μάτι μου πέφτει στον Σ... Με μια μονοκοντυλιά ζωγραφίζει τα δυο νησιά μας, τους κεντρικούς δρόμους και τα βασικά τοπωνύμια και βάζει σημάδια για κάποιους ιερούς ναούς. Μονοκοντυλιά. Χωρίς να σηκωθεί ο ίδιος, μου το δίνει, και μού λέει τι είναι αυτό που ζωγράφισε «Το νησί, οι δρόμοι, οι εκκλησίες». Κοφτά και σταράτα.. Είναι αμφίβολο αν ένα παιδί στην ηλικία του θα μπορούσε να το κάνει αυτό. «Είσαι απίθανος», του λέω.. Μου χαμογελά. Εγώ, στον ουρανό.
(Αυτή τη ζωγραφιά την κρατάω για μένα - γράφει το πραγματικό όνομα του παιδιού, δεν θέλω να το «φωτογραφίσω» με κανέναν τρόπο).
Έρχεται η ώρα του αποχαιρετισμού, και χαιρετιόμαστε με αστειάκια. Θα πάνε εκδρομή σε ένα ανοιχτό μέρος, μετά από μας. «Πόσο σας ζηλεύω».
«Να έρθετε μαζί μας, κύριε. Σας παρακαλούμε...»
«Αχ βρε παιδιά, το θέλω τόσο πολύ, αλλά έχουμε τόση δουλειά».
Η τσαχπίνα μικρούλα πετάγεται...
«Να κάνετε κοπάνα. Ελάτε, κύριε... Σας αγαπάμε πολύ!».
Κι εγώ, ψυχούλες, κι εγώ... Και σας ευχαριστώ που μπήκατε με τα χαμόγελα και τις ζωγραφιές σας και φωτίσατε τη γκρίζα εκείνη μέρα...
Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009


Η μαγεία της στιγμής περνά από δίπλα μας. Είναι τόσο προσωπική που μπορεί κανείς άλλος να μην την αντληφθεί μέσα στο πλήθος. Κι ίσως αυτή να είναι η αξία ενός μπλογκ: ότι μπορεί να αποτυπώσει τις μαγικές στιγμές του καθενός μας - αυτές που κι οι ίδιοι αύριο ίσως θα ξεχάσουμε, και να μας κάνει να τις μοιραζόμαστε, με την αγωνία κάποιος άλλος ν' ανακαλύψει τη μαγεία τους.
Σας είχα γράψει για τον μικρό Σ... παλιά, όταν το ειδικό σχολείο του νησιού μας επισκέφτηκε το χώρο της δουλειάς μου. Ο Σ... είναι αυτιστικός - ο τρόπος που καταλαβαίνει τον κόσμο είναι αλλιώτικος από τον δικό μας, κι εκείνος δεν το ξέρει. Και γι' αυτό οι γέφυρές του με τον δικό μας κόσμο, όπως τον βλέπουμε εμείς, είναι δύσκολες, στριφνές, στενές. Μα κάπου μπορείς να τις βρεις. Σχεδόν δυο χρόνια έχουν περάσει από τότε κι ακόμα έχω τη ζωγραφιά που μου χάρισε.
Κυριακή πρωί, πριν πάω στο πατρικό, σταματώ στο κοιμητήριο της μικρής μας πόλης. Στην εκκλησία του, τη Δραπανιώτισσα, γίνεται μνημόσυνο για ένα πρόσωπο πολύ οικείο και αγαπημένο. Κόσμος πολύς, ζέστη πολλή, ένταση...
Μέσα στον κόσμο, βλέπω τον Σ..., υποβασταζόμενο από ένα άλλο αγόρι, που του έμοιαζε, μάλλον αδελφό του. Ο Σ... περνά από μπροστά μου και πάει ν' ανάψει το κερί του. Ασυναίσθητα η προσοχή μου φεύγει από τη λειτουργία - τον παρακολουθώ.
Ο Σ... είναι μπροστά απ' το κηροπήγιο και μόλις ανάβει το κερί του, κάποιος ανοίγει μια κοντινή πόρτα για να μπει λίγη δροσιά. Το αεράκι που εισβάλλει ξαφνικά στο ναό σβήνει όλα τα αναμμένα κεριά...
Η πόρτα κλείνει. Εγώ κοιτάζω μόνο τον Σ... σαν κανείς άλλος να μην υπήρχε εκεί μέσα. Ατάραχος, μένει εκεί. Ο αδελφός του τον τραβάει να φύγουν. Δε φεύγει. Χωρίς δεύτερη σκέψη, παίρνει και ανάβει ένα ένα όλα τα σβησμένα κεριά. Όλα. Κι ύστερα κάνει στην άκρη.
Δεν είμαι καλός χριστιανός. Θεωρώ όμως ιερότερη απ' όλες τις στιγμές της λατρείας εκείνη που ο πιστός ανάβει ένα κερί, κάπου. Κάθε κερί έχει έναν πόνο, μια προσευχή, μια λαχτάρα, μια ελπίδα.
Τούτο το πρωί της Κυριακής ο Σ... που η επιστήμη λέει ότι δυσκολεύεται να επικοινωνήσει στοιχειωδώς  με τους άλλους ανθρώπους,  που ζει μέσα σ' έναν δικό του, παράξενο για μας κόσμος, εκείνος, ο ίδιος Σ... φρόντισε ώστε όλες οι προσευχές, όλες οι ελπίδες όλων μας εκεί μέσα να μείνουν ζωντανές. Το κεράκι του καθενός μας ξανάναψε, χάρη σε κείνον. Εκείνον, που ανέλαβε μόνος του αυτό το καθήκον. Να κρατήσει αναμμένη τη φλόγα. Και που το έφερε εις πέρας, για όλους.
Δεν ξέρω αν το σκέφτηκε έτσι ο Σ... Θα 'θελα πολύ να καταλάβω το μυαλουδάκι του, τον κόσμο του. Μα νιώθω ότι μ' ένα μυστήριο τρόπο, επικοινώνησε μαζί μας. Άρρητα. Μ' αυτό που ο καθένας μας έχει βαθιά μέσα του και δεν εκφράζει. Όπως δεν το εκφράζει κι εκείνος. Με τον δικό μας, μύχιο αυτισμό.
Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο από κείνη τη λειτουργία. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκεί μέσα μετά απ' αυτό. Τέλειωσε η λειτουργία, χαιρέτησα τους λυπημένους κι έφυγα. Δεν ξέρω, και δε με νοιάζει αν κανείς άλλος εκεί πρόσεξε αυτό που είδα εγώ. Στον δικό μου παράξενο κόσμο «αυτό» ισοδυναμεί με μια υπέροχη στιγμή. Απ' αυτές που σε κάνουν πλούσιο, και σού χαρίζουν καινούρια φτερά.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

"Το χώμα βάφτηκε κόκκινο" του Βασίλη Γεωργιάδη και ο Μαρίνος Αντύπας

Τα σχολικά βιβλία χθες και σήμερα