Το τραγούδι του




Καμιά φορά σκέφτομαι πώς θα φαινόταν από μακριά ο κόσμος μας αν μπορούσαμε να δούμε, τη νύχτα, εκεί που όλοι κοιμούνται, το φως από τις ψυχές των ανθρώπων να φεύγει από το σώμα τους και να ταξιδεύει εκεί που πηγαίνουν τα όνειρά τους. Νιώθω πως εκείνο το ταξιδιάρικο και ονειρικό φως θα είχε πολύ περισσότερα χρώματα απ’ όσα εμείς μπορούμε να δούμε με τα μικρά μας μάτια, μέσα στον πεπερασμένο, στενό μας ορίζοντα. Και καμιά φορά τα μάτια μας είναι τόσο κουρασμένα που δεν προλαβαίνουν να χαρούν τόσες και τόσες μοναδικές αχτίδες που κάθε στιγμή ξεπηδούν από παντού.
            Εκείνο το πρωί τα δικά του μάτια ήταν, όπως συνήθως, πολύ κουρασμένα. Και ο δικός του ορίζοντας, πολύ περιορισμένος. Είχε ανοίξει βιαστικά τον υπολογιστή, να δει τα μηνύματά του, να μπει στο αμάξι και να φύγει. Σκεφτόταν μονάχα κάτι ασήμαντες λεπτομέρειες – αν θυμήθηκε όλα τα ψώνια, αν έχει κανένα καλό σιντί στο αμάξι για τα επόμενα 25 χιλιόμετρα, αν έχει μαζί το φορτιστή του κινητού, που άρχισε να κελαηδάει θυμίζοντάς του πως εκτός από τα πουλιά και τα κινητά πεθαίνουν τραγουδώντας. Απλά πράγματα. Μια περασιά, στο δίκτυο, από τις ειδήσεις, εθνικές και τοπικές, το μέηλ, τα κοινωνικά δίκτυα.
            Ένα καινούριο μήνυμα. Γραμμένο γκρίκλις. Τον κουράζουν τα γκρίκλις, είναι αδύνατο να τα συνηθίσει. Μα είναι ένα ευγενικό μήνυμα. «Θα μπορούσατε να μου δώσετε το μέηλ σας να σας στείλω κάτι; Γιατί αν σας το στείλω στο Facebook δεν θα είναι ωραίο».
            Κοιτάζει το ρολόι. Πρέπει να φύγει σε λίγο. Αλλά είναι και περίεργος, πάντα είναι διαβολικά περίεργος. Εκεί που θα πάει δεν θα έχει δίκτυο. «Στείλε το, αν μπορείς όμως σύντομα, γιατί αλλιώς δεν θα μπορέσω να το δω».
            «Δεν θα αργήσω», η απάντηση.
            Σηκώνεται, στριφογυρίζει στο σπίτι να δει για τελευταία φορά αν όλα είναι κλειστά. Διαλέγει ένα καινούριο σιντί κι αναρωτιέται τι μπορεί να είναι αυτό που θέλει να του στείλει εκείνος ο τυπάκος στο μέηλ.
            Περίεργος τυπάκος, είναι αλήθεια. Στους χώρους διδασκαλίας, από τα νηπιαγωγεία ως τα πανεπιστήμια, πάντοτε είναι απρόβλεπτη η ανθρωπογεωγραφία. Απ’ όποια σκοπιά κι αν εισέρχεσαι, του διδάσκοντα ή του διδασκόμενου «φωτογραφίζεις» τον χώρο και τους ανθρώπους με τη δικιά σου ματιά – σ’ αυτή την μικρή σου εφήμερη πολαρόιντ οι άνθρωποι φωτίζονται ο καθένας με τα χρώματα της δικής του στιγμής. Που άλλοτε εκείνοι τα επιλέγουν, κι άλλοτε το δικό μας μάτι παίρνει το πινέλο και τους βάφει, καμιά φορά επηρεασμένο από τη δικιά μας στιγμή.
            Ο τυπάκος είχε διαλέξει χρώματα εκείνον τον καιρό. Σκούρα. Το  έβλεπες στα ρούχα του, στο βλέμμα του, σ’ όλες αυτές τις μικρολεπτομέρειες που ψηφίδα-ψηφίδα χτίζουν την εικόνα μας, κι όταν πια το οικοδόμημα έχει ολοκληρωθεί, μπορείς ν’ αναγνωρίσεις τη συμβολή καθεμιάς  ψηφίδας στη διαμόρφωσή του.  Σαν ένα μεγάλο μωσαϊκό με χιλιάδες σκούρες αποχρώσεις, ο τυπάκος κυκλοφορούσε και ώρες ώρες νόμιζες ότι θέλει να είναι εντελώς αόρατος, ώρες πάλι νόμιζες πως είχε μια πελώρια ανάγκη να αισθανθούν οι άλλοι πως ναι, κι αυτός είναι εδώ, λες και ήθελε να τον δουν όλοι, αλλά από μια κάποια απόσταση. Αν τον έβλεπες στην αίθουσα δεν ήταν ιδιαιτέρως δύσκολο να συνειδητοποιήσεις ότι απλά εκεί ήταν παρκαρισμένο το σώμα του. Η ψυχή του ταξίδευε αλλού, ο θεός ξέρει τι ηφαιστειακές εκρήξεις έβλεπε και τι κοσμογονικούς ήχους άκουγε την ώρα που οι μονότονες φωνές των διδασκόντων προσπαθούσαν να αναλύσουν εις μάτην τα γνωστικά αντικείμενα για τα οποία ήταν τόσο περήφανοι ότι είχαν σπουδάσει. Μπα, όχι, τις περισσότερες φορές ο τυπάκος δεν έβλεπε και δεν άκουγε. Εννοώ, δεν έβλεπε, δεν άκουγε αυτό, που συνέβαινε εκείνη τη στιγμή σ’ εκείνο το μικρό δωμάτιο. Δεν έβλεπε, δεν άκουγε τίποτα, μέσα στον στενό ορίζοντα που κατοικούμε όλοι οι άλλοι.
            Τα σκεφτόταν όλα αυτά την ώρα που ξανακοίταξε το ρολόι. Άντε, να ανοίξει το μέηλ να δει αν το έστειλε… Αλλιώς, θα πάλευε με την ολοένα και πιο μανιασμένη περιέργειά του, για μερικές μέρες, ώσπου να γυρίσει πίσω στον πολιτισμό της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Για να δούμε… Εδώ είναι. Το έστειλε.
            Πάλι γκρίκλις. Ρε φίλε, το ξέρεις ότι μ’ εκνευρίζει αυτό. Δυο γραμμές μήνυμα. Μα για τρεις γραμμές με κρατάς; Όχι, έχει κι ένα συνημμένο. Διαβάζει.
«Είναι ένα τραγούδι που προσπαθούμε εδώ και καιρό να φτιάξουμε με μια φίλη μου. Τα λόγια και η ζωγραφιά είναι δικά μου κι εκείνη έχει φτιάξει τη μουσική στο πιάνο. Ελπίζω να σας αρέσει».
            Ένα τραγούδι; … Ένα τραγούδι. Σε μια παλιότερη εποχή είναι μάλλον σίγουρο ότι αυτό δεν θα είχε συμβεί. Ο τυπάκος δεν θα έβαζε ποτέ σ’ ένα φάκελο το τραγούδι και τη ζωγραφιά του για να το στείλει σ’ έναν άλλον, δεν θα πήγαινε μέχρι το ταχυδρομείο, όχι, όχι, ούτε καν μέχρι το γραμματοκιβώτιο ή  τη χαραμάδα της πόρτας του άλλου. Ούτε ποτέ θα του το έδινε στο χέρι, κι ας βλέπονταν σχεδόν κάθε μέρα. Κι ο άλλος δεν θα είχε ποτέ τη χαρά και την περιέργεια να σκίσει το φάκελο, να ξεδιπλώσει το χαρτί, να διαβάσει.
            Τώρα, απλά ανοίγεις ένα συνημμένο. Κι ο ταπεινός, περιορισμένος σου ορίζοντας, η οθόνη του υπολογιστή σου, τα κλειδιά του αυτοκινήτου, ο φορτιστής, τα ψώνια,  εξαφανίζονται μονομιάς, εκείνα τα δευτερόλεπτα που ανοίγει το αρχείο μπροστά στα μάτια σου, σε μια ηλεκτρική οθόνη.
            Είναι το τραγούδι του. Το τραγούδι του τυπάκου. Γραμμένο με πίξελς σ’ ένα ηλεκτρονικό αρχείο. Με φόντο μια ζωγραφιά του. Μια ζωγραφιά που περιγράφει το θέμα του. Άυλα, όλα. Δεν τ’ αγγίζεις. Δεν μπορείς.  Σαν και την ψυχή. Μα τα βλέπεις. Όπως θα’ θελες να βλέπεις, τις νύχτες, τα χρώματα που εκλύουν οι ψυχές των κοιμισμένων ανθρώπων.
            Κι αρχίζει να διαβάζει. Το τραγούδι του τυπάκου. Αυτό για το οποίο δεν θα μάθαινε ποτέ αν δεν υπήρχε αυτό το σατανικό μηχάνημα. Και κοιτάει τη ζωγραφιά του. Και τι βλέπει εκεί μέσα, σε λέξεις και εικόνα; Ναι. Βλέπει τα χρώματά του. Εκείνα τα σκούρα χρώματα που έβλεπε και στον έξω κόσμο. Βλέπει τα χρώματα να γίνονται αισθήματα και συγκινημένες λέξεις. Αυτές που ο τυπάκος θα ήθελε να πει σε όλους, μα δεν θα το έκανε ποτέ. Αυτές, που φτερουγίζουν μαζί του την ώρα που το σώμα του κάθεται αφημένο σ’ ένα έδρανο ανάμεσα σε άλλα έδρανα, σε άλλα σώματα. Αυτές που βλέπει και ακούει πάνω από τις φωνές των διπλανών του, πάνω από τις σύμφωνες με το αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών διαλέξεις, πέρα από τους τέσσερις τοίχους μιας αίθουσας διδασκαλίας. Αυτές, που παίρνει το φως μαζί του απ’ το παράθυρο και φεύγει. Αυτές, που τις ξαναφέρνει ο αέρας που αναπνέει, εντός του.
            Σκληρές εικόνες. Λυπημένες και σκοτεινές, όπως τη ματιά του. Όσο τις διάβαζε αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν ένας νέος άνθρωπος σαν και τον τυπάκο που έστειλε το μέηλ να έχει νιώσει τόσο έντονα τον πόνο, την οδύνη, την απελπισία. Κι όσο αναρωτιόταν, και ξαναδιάβαζε το κείμενο, και η μία λέξη διαδεχόταν την άλλη, τόσο αισθανόταν ότι μέσα από αυτό το ζοφερό σκοτάδι σιγά σιγά ξεπρόβαλλε ένα αλλόκοτο φως, ότι ο πόνος που έκρυβαν οι λέξεις, σαν να μαγευόταν από τις ίδιες εκείνες λέξεις, σαν να μεταμορφωνόταν χάρη στη μουσική τους. Σαν ελιξήριο κάποιου (μάλλον πονεμένου) αλχημιστή, οι λέξεις σκαρφάλωναν στις κορυφές των συναισθημάτων, και τα έντυναν με χρώματα που όχι, σίγουρα δεν υπήρχαν εκεί έξω, πουθενά, σε καμιά από τις ψηφίδες που έφτιαχναν την εικόνα του τυπάκου.
            Είναι αλήθεια λοιπόν, αυτό συνέβαινε. Ο τυπάκος για κάποιο παράξενο λόγο που δεν θα μπορούσε μάλλον να εξηγήσει ποτέ, είχε μοιραστεί μαζί του ένα από τα πιο κρυφά κομμάτια της ψυχής του. Είχε αφήσει να κυλήσουν από την σιωπή του, σαν δάκρυα από τα μάτια ενός ανθρώπου που προσπαθεί επίμονα να μην κλάψει, οι λιγοστές και πολύτιμες μαγεμένες του λέξεις. Το τραγούδι του. Ναι. Η καρδιά του ήτανε φυλακισμένη μέσα σε συρματοπλέγματα. Μα χάρη στο τραγούδι του μια θάλασσα από ανθισμένους κισσούς φύτρωσε πάνω στον πόνο, λύγισε τα σύρματα, κι έκανε έτσι την ψυχή του ελεύθερη να πετάξει, να αφήσει στο σύμπαν τα χιλιάδες, αόρατα απ’ τα ανθρώπινα μάτια, χρώματά της.
            Δεν τον ένοιαζε που είχε αργήσει πια. Για την ακρίβεια, δεν είχε πια την αίσθηση του χρόνου. Το μυστικό, άυλο τραγούδι του τυπάκου, τον είχε κάνει να δει πώς πετούν οι άνθρωποι όταν ονειρεύονται, και πώς χρωματίζονται ακόμα και τα μαύρα σύννεφα από τα όνειρά τους.
            Κι όπως διάβαζε και ξαναδιάβαζε το τραγούδι του τυπάκου, μια αγωνία δυνάμωνε μέσα του: Θα μπορεί η ψυχή του πάντα να πετάει; Θα μπορούν οι μαγεμένες του λέξεις πάντα να παλεύουν με τον πόνο και να τον μεταμορφώνουν σε αόρατα χρώματα; Τι χρειάζεται γι’ αυτό; Δύναμη ή κάποιο μαγικό ραβδί; Έχει κάτι από τα δύο αυτός ο σιωπηλός τυπάκος; Έχει τα σπαθιά για να μονομαχεί με τα σκοτάδια του; Και θα μπορεί να τα τρυπάει τα σκοτάδια εκεί όπου κοιμάται το παράξενο μαγεμένο φως; Ίσως αυτή ήταν πλέον η μεγάλη αγωνία, ίσως αυτό είναι πλέον το μεγάλο στοίχημα: Να τα καταφέρει ο τυπάκος να κάνει το συναίσθημα τραγούδι. Και να συγκινεί τους άλλους, απελευθερώνοντας ταυτόχρονα και τη δικιά του ψυχή σ’ ένα μαγικό ταξίδι. Αυτό.
Αυτό μπορούν να το κάνουν μονάχα αληθινοί ποιητές. Θα μπορούσε να γίνει κι ο τυπάκος ένας απ’ αυτούς; Και, ποιοι είναι αυτοί, στ’ αλήθεια;
            Μετά από λίγες μέρες ήρθε η απάντηση. Αυτή τη φορά, το συνημμένο στο μήνυμα του τυπάκου είχε δυο αρχεία. Όχι. Κανένα δεν ήταν δικό του.
«Αν μπορείτε βάλτε και τα δυο μαζί να παίξουν ταυτόχρονα. Θα είναι πολύ όμορφο».
            Το ένα αρχείο ήταν ένα ροκ τραγούδι. Μια λυπημένη σπαρακτική μπαλάντα, απ’ αυτές που τραγουδούν κάτι ευλογημένα παιδιά με καταραμένη όψη. Μα πώς θα ακούσει δυο αρχεία μαζί; Κλάσματα δευτερολέπτου κράτησε η σκέψη, όσο ν’ ανοίξει και το άλλο.
            Το άλλο… κρατούσε όσο και το τραγούδι. Κι ήταν ολόκληρο ο ήχος της βροχής που πέφτει. Η ροκιά, και ταυτόχρονα ο ήχος της βροχής. Έτσι το θέλησε ο τυπάκος, στον δικό του παράξενα ενορχηστρωμένο κόσμο. Τον κόσμο που οι άνθρωποι που τον κατοικούν ακούνε και βλέπουν άλλα απ’ όσα εμείς, και διαβάζουν άλλα μηνύματα στους ήχους και τις λέξεις, απ’ όσα εμείς.
            Εκεί πήγαινε λοιπόν, με τα νοτισμένα από τη βροχή τραγούδια του ο τυπάκος όταν απογειωνόταν από τον δικό μας κόσμο. Σ’ έναν κόσμο που κατοικούν τα περίεργα πλάσματα που οι φιλόλογοι ονομάζουν ποιητές. Και τους ονομάζουν ποιητές, γιατί με τις λέξεις τους φτιάχνουν όχι απλές ιστορίες, αλλά ολόκληρα, μικρά και μεγάλα, σύμπαντα. Μαγεμένες λέξεις, σαν ροκ τραγούδια –ντουέτο με μια γλυκιά φθινοπωρινή μπόρα.
            Πέρασε κι άλλος καιρός. Η τελευταία φορά που ο άλλος βρέθηκε στην ίδια αίθουσα με τον τυπάκο ήταν σε μια άχαρη περίοδο εξετάσεων. Έβλεπε τον τυπάκο στο μπροστινό μέρος της αίθουσας να παλεύει με το γραπτό του. Καθόταν πολύ μπροστά, κι από εκεί πίσω που τον έβλεπε ο άλλος φαινόταν σαν ο τεράστιος τοίχος  της αίθουσας να ορθωνόταν μπροστά του, κι εκείνος να είναι ανήμπορος, σκυμμένος πάνω σ’ ένα γραπτό, σαν να επρόκειτο να κουτουλήσει σ’ εκείνο το ντουβάρι, σαν να μην ήταν δυνατό να γλιτώσει.
            Μα χρειάστηκε ένα φύσημα του ανέμου για ν’ αλλάξει τα πάντα. Όπως καθόταν εκεί σκυμμένος ο τυπάκος, ο αέρας κούνησε την κουρτίνα, και το φως από τον πρωινό ήλιο τρύπωσε στην αίθουσα.
            Ο άλλος δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Ολόκληρο το φως είχε πέσει πάνω στον τυπάκο, κι εκείνος, αμέριμνος συνέχιζε να παλεύει με το γραπτό του, χωρίς να βλέπει τίποτα απ’ όσα έβλεπε ο άλλος. Ούτε το φως πάνω του. Ούτε τους τοίχους που είχαν εξαφανιστεί. Και τότε ο άλλος αναρωτήθηκε μήπως δεν ήταν πραγματικά ο ήλιος του πρωινού αυτός που είχε φωτίσει τη μισοσκότεινη αίθουσα.
            Ω, ναι. Το φως έμοιαζε να βγαίνει από τον σκυμμένο καθιστό τυπάκο που ακόμα ξιφουλκούσε με τα θέματα των εξετάσεων. Και τότε ο άλλος σκέφτηκε πως, εντάξει, δεν ήταν σίγουρος αν το τραγούδι του τυπάκου θα έχει τόση δύναμη ώστε τα όνειρά του να φτάσουν ως τον ουρανό. Ήταν όμως πλέον σίγουρος πως ναι, ο ουρανός καμιά φορά έρχεται και αφήνει το άγγιγμά του πάνω σε κάποιους ανθρώπους, για να έχουν κι αυτοί με τη σειρά τους τη δύναμη να βάφουν τον κόσμο με τα χρώματα των ονείρων τους. Με τα τραγούδια τους.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά