Ένα παγκάκι στη Σπιανάδα




Μάρτης μήνας, συννεφιά, όμορφη πόλη, μεγάλη πλατεία. Απ’ τη μεριά της θάλασσας, το παλιό κάστρο. Απ’ την άλλη, μια πόλη παλιά, σαν παραμύθι που πήγε να κρυφτεί ανάμεσα στον θόρυβο των αμαξιών της καινούριας πόλης και το μόνο που κατάφερε ήταν  να κρύψει εκείνο μέσα στην αγκαλιά του και να γλυκάνει όλες τις αναποδιές, ηχητικές, πλαστικές, ολότελα ανθρώπινες, του καινούριου κόσμου.

Ώρα πολλή περιπλανιόταν στα στενάκια της Παλιάς Πόλης, εκεί που βαδίζεις δίχως να ξέρεις από πού έρχεσαι, δίχως να ξέρεις πού πηγαίνεις, βόλτα που τον έκανε να νιώθει τόσο οικεία, μια κι έτσι, δίχως προέλευση και προορισμό, είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του. Από τα ψηλά, παλιά κτίρια δυσκολευόσουν να δεις τη συννεφιά εκεί ψηλά, μα ξεχνούσες και τα σύννεφα τα πιο χαμηλά, εκείνα τα κεντητά πάνω στο στήθος, εκεί που χτυπάει η καρδιά όποτε το θυμάται. Ωραία βόλτα.

Τουλάχιστον σήμερα ήξερε από πού ερχόταν. Στην άλλη άκρη της παλιάς πόλης, ένα σχεδόν ολοκαίνουριο κτίριο είχε γραμμένο πάνω του τον παράταιρο για την ηλικία του τίτλο «Τμήμα Ιστορίας» - πώς να σε λένε εσένα τμήμα Ιστορίας όταν τριγύρω σου ιστορίες χιλιάδες φωλιάζουν στα σκαλιά και τα παραθυρόφυλλα των ψηλόλιγνων σπιτιών, στους απλωμούς που κρέμονται απάνω απ’ το κεφάλι σου φτιάχνοντας παρέα με τα σκοινιά τους λοξές περίεργες γέφυρες που κοιτούν κοροϊδευτικά από ψηλά τα στενοκάντουνα;

Είχε κρατήσει λίγο η μικρή τελετή.  Τρεις άνθρωποι, εκεί, κάπου κοντά στα σαράντα, οι καθηγητές της σχολής, μερικά τυπικά λόγια, μερικές φωτογραφίες από τους συγγενείς, ναι, να βγάλουμε και μία έξω από την πόρτα, κάτω από τα ωραία εκείνα γράμματα «Τμήμα Ιστορίας». Πω, πω, φαίνεται κι η ομπρέλα μου εκεί κι ένας χυμένος καφές, δεν πειράζει είναι άκρη, θα την κόψουμε. Χρόνια δουλειάς και έρευνας, χρόνια σκύψιμο πάνω από αρχεία και βιβλία, ξεθωριασμένα, κιτρινισμένα και σκοροφαγωμένα. Ένα χαρτί σχήματος Α4, κίτρινο, δεν το λες και χοντρό, μα λες βρε παιδί μου να σκιστεί μέχρι να γυρίσω πίσω; Α! ευτυχώς μας έβαλαν δύο ίδια… και μας έδωσαν και μια ζελατίνα. Μας έσφιξαν το χέρι. Μας χαμογέλασαν. Χαμογελάσαμε κι εμείς.

Η ζελατίνα με τα δύο ίδια κίτρινα χαρτιά μπήκε μέσα σε μια μαύρη τσάντα. Αποχαιρετισμοί με τους άλλους συναποφοίτους. Όχι και πολλές κουβέντες. Δεν είχαν γνωριστεί ποτέ ξανά, πιθανότατα δεν θα ξανασυναντηθούν, ό,τι θα τους ενώνει είναι πως την ίδια μέρα, κάποτε, είπανε έναν όρκο.

Άρχισε η βόλτα. Με τα δυο κίτρινα χαρτιά στη ζελατίνα, μέσα στην τσάντα, που γράφανε πάνω το όνομά του, είχανε τη σφραγίδα του πανεπιστημίου κι ανάμεσα κάποιες άλλες, τυποποιημένες λέξεις..

Πήρε το πρώτο τηλέφωνο, απλά για να πει πως τέλειωσε η διαδικασία. «Πώς νιώθεις, μετά από τόσα χρόνια;»
«Τίποτα». Μετά από τόσα χρόνια τί να νιώθεις; Κοιτούσε μόνο τους νέους φοιτητές που έφευγαν κι έρχονταν από το πανεπιστήμιο κι ένιωσε λιγάκι απόμαχος. Ω, ναι, θα προτιμούσε να έχει στην τσάντα του ένα τετράδιο, να μπει σ’ ένα αμφιθέατρο, όπως παλιά, να ακούσει την παράδοση του αγαπημένου του καθηγητή. Ιστορία και θεωρία της λογοτεχνίας. Να κρατάει ασταμάτητα σημειώσεις και κατόπιν, να ορμήσει στη βιβλιοθήκη για να διαβάσει μερικούς από τους συγγραφείς που είχε μνημονεύσει στην παράδοσή του εκείνος. Μα έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Και ποτέ του δεν βρήκε το θάρρος να χτυπήσει την πόρτα εκείνου του καθηγητή, να του πει αυτό που πάντα ήθελε. Ένα μεγάλο ευχαριστώ που του είχε ανοίξει τα μάτια, που τον έκανε ν’ αγαπήσει τη λογοτεχνία και την ιστορία της όσο κανένας άλλος. Που τον έκανε για πολλά χρόνια να θέλει να ψάχνει μέσα σε κιτρινισμένα φύλλα παλιών εφημερίδων και περιοδικών για ν’ ανακαλύψει ποιητές χαμένους, που κανείς δεν τους θυμάται πια, να τους διαβάσει, να τους αγαπήσει κα να γράψει κάτι για κείνους, κι ας μην μπορούν πια εκείνοι να το μάθουν για να χαρούν.

Η βόλτα προχωρούσε κι εκείνος ένιωθε πως έτσι κι αλλιώς εκείνη την εποχή την είχε αποχαιρετήσει. Πως οι πεθαμένοι ποιητές σιγά σιγά παίρνανε το βαλιτσάκι τους και φεύγανε από τη ζωή του, όσο μεγάλωνε κι εκείνος ένιωθε ότι δεν είχε πια το κουράγιο να ψάχνει για τη ζωή τους, τα αισθήματά τους, τις δυσκολίες που περάσανε, και άλλοτε να ξεχνάει, κι άλλοτε να θυμάται δικά του στιγμιότυπα, αισθήματα, δυσκολίες. Όλα αυτά τα χρόνια, όλα αυτά τα ξεχασμένα ποιήματα και πεζά, του είχανε γεννήσει μια αίσθηση ματαιότητας. Κοίτα πόσα έχουνε γραφτεί. Κοίτα πόσοι άνθρωποι είπαν ιστορίες και δεν τους θυμάται πια κανένας. Δηλαδή, μπορεί και να τους θυμάσαι μόνο εσύ, που έκατσες να τους μελετήσεις. Μα τι τ’ όφελος γι’ αυτούς; Δε θα μάθουνε ποτέ ότι έφαγες κάμποσο καιρό πάνω από τα γραφτά τους, τους συμπόνεσες, τους έβαλες μέσα στις μελέτες σου, τους χάρισες λίγη από την προσοχή που όσο ζούσαν ίσως δεν τους είχε δείξει κανένας. 

Μάρτης μήνας, είπαμε, συννεφιά, κι είσαι στη μεγάλη πλατεία. Που είναι άδεια, τέτοια ώρα ο κόσμος δουλεύει, κι εσύ θα δούλευες…  Μερικοί φοιτητές διασχίζουν στην πλατεία, για να πάνε στη σχολή τους, περνώντας τη γέφυρα του παλιού Κάστρου. Πιο κάτω, το Λιστόν, με τα ωραία, στυλάτα καφέ του. Όχι, δε θες να πας, τί να κάνεις εκεί πέρα μόνος σου…  Να ένα περίπτερο. Θα κάνεις κάτι που έχεις να κάνεις πολύ καιρό. Εφημερίδα και παγκάκι. Ναι, εφημερίδα και παγκάκι. Ακούγεται τελείως ξεπερασμένο, όλοι πια διαβάζουν τα νέα από τα κινητά και τις ταμπλέτες τους, μα, εσύ, έτσι κι αλλιώς είσαι παλιός. Εφημερίδα και παγκάκι. Εκείνο, το πιο απόμερο, που βλέπει όλη την πλατεία. Σαν τη σκοπιά του δεσμοφύλακα. Μακριά απ’ όλα, τα βλέπει όλα. Μόνο που εδώ, εσύ, τι φυλάς, σε μια ανοιχτή πλατεία; 

Τα κτίρια απέναντι, αιώνες ίδια, αγέρωχα, τα χρώματα που ζωγραφίζει ο καιρός πάνω στη συννεφιά αιώνες αλλάζουν κάθε στιγμή, οι άνθρωποι κινούνται, μόνο μια παρέα από φοιτητές κάθεται αρκετά μακριά, σ’ ένα άλλο παγκάκι, μα ούτε το γέλιο τους δεν ακούς. Και βυθίζεσαι στα χάρτινα φύλλα, η τσάντα σου εκεί δίπλα, παρατημένη, ακόμη κι αν την κλέψουν, το περιεχόμενό της δεν θα έχει απολύτως καμία αξία για τον κλέφτη.

Η εφημερίδα, όλως περιέργως, έμοιαζε να μην έχει ειδήσεις. Σαν πάνω της να ήτανε γραμμένο το χρονικό τόσων χρόνων δουλειάς. Οι βιβλιοθήκες, τα αρχεία, οι τόνοι φωτοτυπιών, οι παλιές εφημερίδες. Μοναχική, σιωπηλή δουλειά το παρελθόν, για τις ανθρωπιστικές επιστήμες αυτή είναι και η μοιραία κατάρα – προσπαθείς να ταξιδέψεις κόντρα στη ροή του χρόνου, κι αυτό που θ’ ανακαλύψεις είναι αναπόδραστα παλιό. Να μαζεύεις κουκί κουκί τα στοιχεία και μετά να σπας το κεφάλι σου πώς θα τα ενώσεις. Εβδομάδες, μήνες, χρόνια ξενύχτια, κουβέντες με τον επιβλέποντα καθηγητή, διαφωνίες, διορθώσεις, ξαναγραψίματα, και πάλι διορθώσεις, και πάλι ένα καινούριο στοιχείο που σου άλλαζε όσα είχες γράψει, και πάλι να κοιτάξεις αν έγινε σωστά εκείνη η παραπομπή, και πάντα να αμφιβάλλεις και να σε τριβελίζει η σκέψη πως, δε μπορεί, κάτι άλλο θα υπάρχει που δεν το είδες, που θα ανατρέπει όσα έχεις πει, και οι επερχόμενες γενεές θα σε κοροϊδεύουν. Μα μήπως θα το διαβάσει κανένας; Καθησυχάζεις τον εαυτό σου – ναι, αλλά ο επιστημονικός κόσμος; Το επιστημονικό σου κύρος; Κι άλλα ξενύχτια, να το ξανακοιτάξεις, και να ξαναγράψεις, και να πληκτρολογείς με τόση μανία που τα γράμματα πάνω στα πλήκτρα του υπολογιστή έχουνε σβηστεί, και να μετράς σελίδες και να φτιάχνεις ευρετήρια… Και στο τέλος να λες, μα είναι αυτό συμβολή στην επιστήμη; Τι καλό κάνει στην ανθρωπότητα τόσος κόπος; Μήπως θα θεραπευτεί καμιά ασθένεια και δεν το είχες καταλάβει; Η δικιά σου πάντως, όχι. Εκεί, μέσα στην τσάντα σου, το κίτρινο Α4 γράφει ότι είσαι «Διδάκτωρ». Νόσος μάλλον ανίατη.

Οι σελίδες γυρίζουν, κάποια στιγμή το μυαλό το επέστρεψε στην επικαιρότητα της ημέρας…  κι εκεί που τα φύλλα της εφημερίδας, στην κανονική τους μορφή, κόντευαν να τελειώσουν, η ανάγνωση διακόπτεται απότομα. Νιώθει κάτι να τον χτυπάει ελαφρά στο πόδι.

Αφήνει την εφημερίδα. Κοιτάει κάτω. Μια μπάλα. Μια μπάλα, στη Σπιανάδα… Ναι, είναι τέλειο μέρος για μπάλα, πώς δεν το είχε σκεφτεί. Την κρατάει για λίγο. Σηκώνει το βλέμμα. Πυκνώνει η συννεφιά. Ίσως είναι ώρα να φύγει, να μην τον πιάσει κι η βροχή. Μια μπάλα. Την κοιτάζει λίγο. Το βλέμμα πλανιέται λίγο πιο πέρα. Μερικά μέτρα πιο κάτω. Ένας κύριος τον κοιτάζει. Είναι νέος. Ναι, είναι πιο μικρός από κείνον. Χαμογελάει. Χαμογελάνε κι οι δυο. Πιο πίσω, ένας μικρούλης κοιτάζει πότε τον έναν, πότε τον άλλον. Τον νεαρό κύριο με προσμονή. Τον καθιστό κύριο με απορία.

Ο καθισμένος στο παγκάκι χαμογελάει… Σηκώνεται και πετάει τη μπάλα προς το μέρος του όρθιου κυρίου και του πιτσιρίκου. Από μακριά ο άλλος του κάνει ένα ευχαριστήριο νεύμα. Κάθεται πάλι.

Τώρα η πλατεία δεν είναι τίποτα από όσα είχε δει προηγουμένως. Είναι γήπεδο. Ο νεαρός κύριος κι ο πιτσιρίκος αλλάζουνε μπαλιές. Ο καθιστός κύριος με την εφημερίδα τους παρακολουθεί. Τίποτα άλλο δεν υπάρχει. Ούτε το κάστρο. Ούτε η παλιά πόλη. Ούτε το Λιστόν. Ούτε η εφημερίδα. Ούτε καν αυτά τα σύννεφα.

Μόνο δυο άνθρωποι να παίζουν μπάλα. Ένας μεγάλος κι ένας μικρός.
«Έλα ρε μπαμπά πώς σουτάρεις έτσι;» αγανακτεί ο μπόμπιρας.
Μόνο δυο άνθρωποι να παίζουν μπάλα. Ένας πατέρας κι ένας γιος.

Και στο μυαλό του καθιστού κυρίου, όλες οι άλλες σκέψεις έχουν εξαφανιστεί. Η εφημερίδα κείται παρατημένη στο παγκάκι, πλάι στη μαύρη τσάντα με το κίτρινο δίπλωμα. Οι πεθαμένοι ποιητές έχουν κι αυτοί γίνει άφαντοι, μάλλον κάποιο σύννεφο τους πήρε και τους σήκωσε. Όλα τα χρόνια του ψαξίματος, του γραψίματος, των ξενυχτιών, δεν είναι πια εδώ, έτσι κι αλλιώς. Ο καθιστός κύριος βλέπει μόνο τον μπόμπιρα με τον πατέρα του να παίζουνε μπάλα. Σουτ ο ένας, απόκρουση ο άλλος. 

Όχι. Δεν ξανάρθε προς το μέρος του η μπάλα. Ο πατέρας συμμορφώθηκε στις προπονητικές οδηγίες του γιου και οι μπαλιές αλλάζανε τέλεια. Όλα είχανε ξεχαστεί… κι η τσάντα με τα κίτρινα χαρτιά.. και τα χρόνια των κόπων… κι η όμορφη πόλη.

Πέρασε η ώρα. Τέλειωσε το παιχνίδι. Το βλέμμα του καθιστού κυρίου έπαψε να παρακολουθεί τη μπάλα που πήγαινε πέρα-δώθε. Ο πατέρας κι ο γιος πήραν τα ποδήλατά τους, αραγμένα λίγο παρακάτω, κι έφυγαν προς την παλιά πόλη.

Ο καθιστός κύριος ένιωσε για μια στιγμή βιδωμένος πάνω στο παγκάκι. Κι όσο το βλέμμα του έχανε τα δυο ποδήλατα που απομακρύνονταν, σκεφτόταν πως ναι, θα ‘θελε να είναι εκείνος πάνω στο μεγάλο το ποδήλατο. Θα ‘θελε περισσότερο από κάθε άλλο πράγμα στον κόσμο να είναι εκείνος που πριν από λίγη ώρα έπαιζε μπάλα με το γιο του πάνω στη μεγάλη πλατεία. Κι όσο το σκεφτόταν αυτό, ένιωθε πως το βλέμμα του έφευγε μόνο του, πάνω ψηλά… και γυρνούσε προς τα κάτω. Και κοιτούσε εκείνον, τον ίδιο. Τον καθιστό κύριο που είχε μείνει ακίνητος πάνω στο παγκάκι. Να είναι μόνος σε μια τεράστια πλατεία, κι από πάνω σύννεφα. Μόνος, με μια διαβασμένη εφημερίδα και μια μαύρη τσάντα με δυο αντίγραφα από το ίδιο κίτρινο χαρτί. Που τόσα μα τόσα χρόνια περίμενε κι αγωνιζόταν για να το πάρει, και να το βάλει στη ζελατίνα, μέσα στη μαύρη τσάντα.

Ναι. Ακόμα κι αν του χάριζες την τσάντα με το κίτρινο χαρτί, όχι, ο άλλος ο κύριος δεν θα σου έδινε τη θέση του στο ποδήλατο. Ούτε τη θέση του στο παιχνίδι. Όχι. Για κανένα λόγο δεν θα δεχόταν να μπεις εσύ στο παιχνίδι κι εκείνος να κάτσει στον πάγκο, συγνώμη, στο παγκάκι. Δε θ’ άλλαζε τη θέση του με τη δικιά σου.

Βρήκε τη δύναμη να σηκωθεί. Δίπλωσε την εφημερίδα και την έβαλε στη μαύρη τσάντα. Με προσοχή, να μην τσαλακωθεί η ζελατίνα με τα κίτρινα χαρτιά. Πέφτουνε και κάτι ψιχάλες. Προλαβαίνει να πάει στο ξενοδοχείο;

Όλο το μεσημέρι έβρεχε στην Κέρκυρα. Πάνω από το λιμάνι μια κουρτίνα βρόχινη ξέπλενε τα αραγμένα φέρι-μπωτ – αυτή την εικόνα κοιτούσε από τη μπαλκονόπορτα του ξενοδοχείου.

Πρέπει να τον πήρε λίγο ο ύπνος. Και άκου να δεις τί ονειρεύτηκε. Ήτανε λέει, σε μια άλλη πόλη. Έξω από ένα κτίριο που έμοιαζε πολύ με το «Τμήμα Ιστορίας». Τραβούσε φωτογραφίες εκεί στην είσοδο, σε μια παρέα από νεαρούς, που στα χέρια τους κράταγαν από μια ζελατίνα με δύο κίτρινα χαρτιά, εις έκαστος.  Έπειτα τα παιδιά χαιρετηθήκανε, αγκαλιαστήκανε, τι στα κομμάτια, τέσσερα χρόνια είχανε περάσει μαζί, αλλά εντάξει ρε, δε θα χαθούμε»... Σιγά σιγά έφευγαν παρέες παρέες από την είσοδο του κτιρίου. Αυτός συνέχιζε να τραβάει φωτογραφίες. Ώσπου, ένας από τους νεαρούς, τον πλησίασε, τον χτύπησε στην πλάτη και του είπε:

«Εντάξει, ρε πατέρα, οι φωτογραφίες… Νισάφι πια… Τι λες να κάνουμε τώρα;»

«Τι θα’λεγες… να πάμε κάπου οι δυο μας… να παίξουμε μπάλα;»

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]