Η αγάπη κατοικεί σ' έναν χαρταετό






Πού κατοικεί η αγάπη; Στις ουρές της Γραμματείας της Νομικής Αθηνών, οδός Σόλωνος 57, μέσα στη  χλαλοή και στο στριμωξίδι, εκεί που όλοι οι πρωτοετείς, Σεπτέμβρη μήνα, στριμώχνονται ο ένας πίσω από τον άλλον, αγοράζουν το πάσο τους από τις φοιτητικές παρατάξεις, μαζί με έξτρα βοήθεια για τη συμπλήρωση των δικαιολογητικών εγγραφής.
Εκεί που κανένας δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει, πού οδηγούν αυτές οι σκάλες ένθεν και ένθεν των θυρίδων της Γραμματείας, εκεί που όλοι αναρωτιούνται αν διάβασαν τόσο πολύ στην τελευταία τάξη του Λυκείου για να περάσουν τα φοιτητικά τους χρόνια  σε αυτό το βρώμικο κτίριο με τις αφίσες και τα συνθήματα και τη φασαρία και τους καφέδες. Εκεί που όλοι δίνουν σε όλους πληροφορίες, που κανείς δεν ξέρει όλη την εικόνα, που όλοι είναι χαμένοι στο διάστημα, πεντακόσια παιδιά, «η αφρόκρεμα της μαθητιώσας νεολαίας» όπως θα τους έλεγε ένας καθηγητής σε μια από τις πρώτες παραδόσεις, όλοι αριστούχοι, όλοι πρώτοι στα σχολεία τους, που ξαφνικά συνειδητοποιούν ότι σ’ αυτό το ελεεινό κτίριο κατοικούν και στριμώχνονται χιλιάδες αριστούχοι και «πρώτοι». Πολιτισμικό σοκ.  Όλοι προσπαθούν να γνωριστούν – κανείς  σχεδόν δεν ξέρει κανέναν. Εκεί γνωρίζονται,  αυτός κι αυτή. Κι οι δυο «από την επαρχία». Κι οι δυο, με όνειρα στις αποσκευές. Αυτός, δεν ξέρει γιατί βρέθηκε στη Νομική, αλλού είναι τα όνειρά του, μοιάζει χαμένος στο διάστημα. Αυτή, μία από τους πρώτους των πρώτων, στα μάτια των άλλων φαντάζει να βαδίζει στους διαδρόμους με σιγουριά, αυτοπεποίθηση και «αέρα». 

Ω, ναι, κι οι δυο φοβούνται πολύ, τόσο πολύ. Κι ονειρεύονται πολύ, τόσο πολύ… Σ’ αυτό το θαυμαστό καινούριο χάος αλλάζουν τις πρώτες κουβέντες, άντε, να βρούμε το αμφιθέατρο, να παρακολουθήσουμε τον καθηγητή, μα πώς θα χωρέσουμε όλοι εκεί μέσα; Θα χωριστούμε σε δύο κλιμάκια. Σε ποιο είσαι; Α, κι εγώ, στο δεύτερο.

Αμφιθέατρα. Κι εκεί η αγάπη κατοικεί. Με παράξενα ονόματα μεγάλων νομικών – ούτε τα φαντάσματά τους βεβαίως δεν θα καταδέχονταν να κατοικήσουν εκεί μέσα. Σαριπόλων. Μπαμπά και γιου. Σβώλου. Αίθουσες. Μεγάλες και μικρές. Παπαρρηγοπούλου, Οικονομίδου, Μπαλή, Ανδρεάδη, Χατζηδάκη. Τίγκα τις πρώτες μέρες, χαμός, ύστερα… η αραίωσις. Εκείνοι οι δύο μπροστά. Στις πρώτες σειρές. Κρατούν μανιωδώς σημειώσεις.  Εκείνος είναι σκυφτός, δε σηκώνει κεφάλι από το γράψιμο, όποιος τον βλέπει από μακριά μπορεί και να νομίζει ότι ζωγραφίζει ή κοιμάται. Αυτή είναι αγέρωχη, γράφει και κοιτάζει τον καθηγητή στα μάτια. Τα γυαλιά ηλίου της σηκωμένα ψηλά, σαν κοκαλάκι για τα μαλλιά. Είναι πολύ όμορφη, με τα μαύρα ίσια μακριά μαλλιά της, το καθαρό βλέμμα, το γλυκό και ταυτόχρονα αυστηρό πρόσωπο. Αυτός είναι σαν κακό χρόνο νάχει. Ο κλασικός σπασίκλας που ούτε που κοιτάζει τον καθρέφτη του το πρωί. Θα αλλάξουν κάποιες φωτοτυπίες. Θα αλλάξουν και τηλέφωνα.

Τηλέφωνα. Η αγάπη κατοικεί στα τηλέφωνα. Όχι, δεν υπάρχουν κινητά – ένα σταθερό στο φοιτητικό της σπίτι κι ένα στο δικό του. Οι φοιτητές βέβαια δεν είναι πολλή ώρα σπίτι. Υπάρχουν και τα περίπτερα, οι κερματοδέκτες που παίρνουν δέκα δραχμές. Τα κινητά θα εμφανιστούν στο δεύτερο-τρίτο έτος – τεράστιες πανάκριβες συσκευές που λειτουργούν μάλλον αρνητικά για όσους τις κατέχουν – σύμβολα τουπέ και νεοπλουτισμού ακόμα. Σε λίγο θα έρθουν και τα καρτοτηλέφωνα, μαγικές συσκευές που δεν τρώνε τα δεκάρικα όπως τα κόκκινα τηλέφωνα με τη σχισμάδα. Κι όμως, ατέλειωτες είναι οι τηλεφωνικές τους κουβέντες. Δύο, τρεις ώρες, ανάβει η συσκευή, μιλάνε, μιλάνε, ο θεός ξέρει γιατί, πού βρήκανε κοινό σημείο αναφοράς δύο άνθρωποι τόσο αλλιώτικοι που απλά οι πανελλαδικές εξετάσεις τους έριξαν στα ίδια αμφιθέατρα. Μιλάνε, κι ο χρόνος δεν τελειώνει, για την ακρίβεια δεν υπάρχει. Αποφασίζουν ποια μαθήματα θα δώσουν, ποια δεν θα δώσουν, από κοινού, λες κι είναι ένας, κι όχι δύο. Μα μετά ξεχνάνε τα μαθήματα, ξεχνάνε τις εξετάσεις – είναι εκείνο το μαγικό σημείο που ο χρόνος πραγματικά σταματά, γιατί δεν σε νοιάζει τόσο γιατί συζητάς, αλλά το μόνο που μετράει είναι ότι στην άλλη άκρη της γραμμής αισθάνεσαι μια φωνή που νιώθεις κοντά σου. Που τώρα νιώθεις ότι μπορείς πολλά περισσότερα πράγματα να μοιραστείς μέσα από το καλώδιο του τηλεφώνου, κι ας είχατε περάσει ολόκληρη τη μέρα στη σχολή, είτε στο αμφιθέατρο, είτε στο πάρκο και τα παγκάκια του πνευματικού κέντρου, είτε στα πέριξ της σχολής ταχυφαγεία,  είτε στα φοιτητικά καφέ των παρακείμενων οδών, είτε στις ουρές των φωτοτυπάδικων και στις στάσεις των λεωφορείων.

Ναι. Και στο πάρκο, το μικρό παρκάκι του Πνευματικού Κέντρου πλάι στη Νομική και στα παγκάκια του κατοικεί η αγάπη. Στα τόσα πολλά κενά ανάμεσα στα μαθήματα, ιδίως εκείνα που ήταν αρκετά μικρά για να το σκάσεις για κάπου πιο μακριά. Με το κρουασάν ζαμπόν τυρί από το Γρηγόρη κι έναν καφέ ή ένα χυμό ανά χείρας, πάλι παρέα, στα παγκάκια ή στο γκαζόν μπροστά στο θεατρικό μουσείο, σε διάφορες συνθέσεις, εκεί που τα ανοιξιάτικα απογεύματα οι φυλλωσιές των δέντρων και το βρώμικο κτίριο της σχολής έπαιρναν παράξενα χρώματα, εκεί που τα περιστέρια, μόνιμοι κάτοικοι των αμφιθεάτρων, έκαναν κι αυτά διάλειμμα και ερωτοτροπούσαν ανερυθρίαστα μπροστά στα μάτια τους. 

Στα μικρά και μεγάλα καφέ, Σόλωνος και Μασσαλίας, Πνευματικό Κέντρο, κι εκεί κατοικεί η αγάπη, μέσα σε ατέλειωτες και άχρονες κουβέντες, με διάφορες παρέες, αυτή πάντα στο επίκεντρο, αυτός άλλοτε αρκετά πολυλογάς, άλλοτε αρκετά μουγγός, πάντα ευτυχισμένος. Αυτή λέει και τον καφέ, ακόμα και τον γαλλικό, οι ώρες περνούν, εφτά η ώρα βράδυ, πρέπει να γυρίσουμε στο μάθημα, και έξω βρέχει, έλα, τι θα κάνουμε, άλλοι φεύγουν, άλλοι μένουν, οι δυο τους πάντα φεύγουν, εφτά με εννιά, και μετά, παρέα μέχρι τη στάση της, κι εκείνος, μόνος, αλλά πάντα ευτυχισμένος, να κατεβαίνει Ομόνοια για το τραίνο.

Χαμηλότερα στη Σόλωνος, κι εκεί κατοικεί, η αγάπη, ναι, κι εκεί, στους χρωματιστούς δίσκους με το τζάνκφουντ των ταχυφαγείων  - αυτός προσπαθεί να μη γεμίζει η μύτη του με το κέτσαπ που έχει ρίξει στο κλαμπ σάντουιτς, αυτή νομίζεις ότι τρώει στο πιο ακριβό εστιατόριο της Αθήνας, ότι οι τηγανητές πατάτες είναι πανάκριβα σπαράγγια και τα χάρτινα ποτήρια του αναψυκτικού στα χέρια της γίνονται πολύτιμα κρυστάλλινα σερβίτσια. Λες κι εξαλείφονται όλοι οι θόρυβοι κι ακούγεται μονάχα η μουσική –  δεν είναι και πολύ σίγουρο βέβαια ότι αυτός ακούει στο κεφάλι του την ίδια μουσική με αυτήν στα ηχεία του καταστήματος.

Στο μεσοδιάστημα, στα βιβλιοπωλεία της Σόλωνος και της Ασκληπιού, αλλά και λίγο παρακάτω, προς τα Εξάρχεια, κι εκεί, ναι, μη σας φαίνεται περίεργο, κι εκεί κατοικεί η αγάπη. «Πολιτεία»στους τεράστιους πάγκους της με τις φοιτητικές τιμές στην Ασκληπιού και «Πρωτοπορία» χαμηλά στα Εξάρχεια… Ξεφύλλισμα πάνω από τους πάγκους, παρέα, μα από πού να κόψουμε για να πάρουμε αυτό το βιβλίο… μπλε περιτύλιγμα, σαν τα παλιά ντύματα των βιβλίων η συσκευασία του δώρου, Χριστέ μου, δεν μπορώ να πάρω αυτό το βιβλίο, θα δώσω όλα μου τα λεφτά στις νομικές εκδόσεις του Σάκκουλα, για να πάρω τον καινούριο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας – πότε είπαμε ότι θα βγάλουμε τις σημειώσεις;

Στις ουρές των φωτοτυπάδικων, εκεί κατοικεί, όπως εύλογα φαντάζεστε, η αγάπη. Να προλάβουμε να τις βγάλουμε πριν κλείσει το σπουδαστήριο, και πόσα μαθήματα είπες ότι σου λείπουν απ’ αυτό και πού θα τα βρούμε; Μαζί όλα, και εργασίες, και να τρέξουμε στο σπουδαστήριο να διαβάσουμε, ή στη βιβλιοθήκη του Δικηγορικού Συλλόγου, και στην Εθνική Βιβλιοθήκη, κι αυτή αργεί καμιά φορά και τ’ άλλα κορίτσια της ομάδας γκρινιάζουν, κι αυτός πάντα την υπερασπίζεται, και τ’ άλλα κορίτσια της παρέας τον κράζουν, ναι, πώς να μην την υπερασπιστείς εσύ, κι η μούρη του παίρνει το χρώμα που έχει το ντοματάκι κονκασέ. Από την Εθνική Βιβλιοθήκη ως τη Βουλή, μα πάμε και καμιά βόλτα στον Εθνικό Κήπο, και τι έκανες τις σημειώσεις για το δικό μου το θέμα, θα προλάβεις να τα δακτυλογραφήσεις, θα έρθω σπίτι σου – Ναι. Θα έρθει σπίτι του.  Μα εκείνος πού να προλάβει να σηκώσει κεφάλι, δακτυλογραφεί σα μανιακός σε μια γραφομηχανή Ανατολικής Γερμανίας μάρκας Erika. Οι άλλες στρίγγλες της ομάδας το έχουν έτοιμο: «Απόψε θα κάνεις έρωτα με την Erika» - Έρως ανίκατε μάχαν, τελευταία παίρνει στα χέρια του τα δικά της τα χειρόγραφα, όλη τη νύχτα η Erika αναστενάζει, και το επόμενο βράδυ ολόκληρο, και νάτον  στη σχολή δυο μέρες χωρίς ύπνο, να κρατάει έτοιμη την εργασία, και τη βλέπει, της τη δείχνει περήφανος, νάτη, τη βλέπεις; Τα κατάφερα, δε σ’ απογοήτευσα. Δεν τον νοιάζει να παραδώσει την εργασία στον καθηγητή. Κατά βάθος, μισεί αυτή τη σχολή. Ξέρει πως θα ήθελε να μη γίνει ποτέ δικηγόρος, κάποια στιγμή παρατάει τη σχολή και φεύγει, μα δεν αργεί να ξαναγυρίσει. Στην πρώτη σειρά των εδράνων στα αμφιθέατρα, εκεί που κάθεται κι αυτή.  Και ναι, πάλι μαζί ψάχνουν τις ανακοινώσεις και τους βαθμούς στους διαδρόμους, και να σου πάλι τα γέλια και τ’ αστεία, κι εκείνος πάει και γράφει στην τοιχοκολλημένη βαθμολογία, δίπλα στ’ όνομά του «Χαίρε βάθος αμέτρητον». 

Εξετάσεις. Βάθος αμέτρητον. Κι εκεί κατοικεί η αγάπη. Τα τηλέφωνα εντείνονται,  αυτός είναι αρρωστημένα αγχωμένος και το δείχνει, αυτή δεν το δείχνει, μα σε κοινές συσκέψεις αποφασίζουν να αποδράσουν από το τάδε μάθημα, να αποτολμήσουν να δώσουν το δείνα – μια μέρα εκείνος σηκώνεται και φεύγει από τις εξετάσεις με ένα σοβαρότατο επιχείρημα «Δεν μπορώ να δώσω Κοινοτικό Δίκαιο τη μέρα που πέθανε ο Μάνος Χατζιδάκις»  - εκείνη σηκώνεται και δίνει την κόλλα της λευκή λίγα λεπτά μετά απ’ αυτόν, αγνοώντας παντελώς το επιχείρημα αυτό. Κάποια στιγμή το αποφασίζουν. Πρέπει να τελειώσουν. Και πρέπει να τελειώσουν νωρίς. Εκείνη θέλει να φύγει για σπουδές στο εξωτερικό. Εκείνος δεν ξέρει τι θέλει, ξέρει μόνο ότι θέλει να φύγει έξω για να σπουδάσει λογοτεχνία. Οι κοπάνες τους από τις εξετάσεις ελαττώνονται σχεδόν ταυτόχρονα – κι ο χρόνος αρχίζει να τελειώνει.

Σαν μια διαδρομή με λεωφορείο, ή με τον ηλεκτρικό, απ’ αυτές που σπάνια έκαναν μαζί, μια και μένανε σε διαφορετικές περιοχές της μεγάλης πόλης. Όταν όμως τύχαινε, αυτός ο κατεργάρης προσευχόταν να κολλήσουν σε μποτιλιάρισμα ή να περιμένουν πολλή ώρα για μετεπιβίβαση στον ηλεκτρικό, έτσι, για να κρατήσει περισσότερο το ωραίο ταξίδι. Ναι, και στα ταξίδια κατοικεί η αγάπη, έστω και σ’ ένα δρομολόγιο Αθήνα-Καλαμάκι, μα πού ακούστηκε αυτό το Καλαμάκι να είναι τελικά τόσο κοντά; 

Κι έρχονται τελικές εξετάσεις. Τελειώνει το ταξίδι. Υπολογίζουν πως κι οι δυο θα τελειώσουν μαζί τον Σεπτέμβρη. Άψογοι. Κι οι δυο στα τέσσερα χρόνια. Μ’ όλες τις ηρωικές αποχές από τις εξετάσεις, μ’ όλες τις ατελεύτητες συζητήσεις στα τηλέφωνα, στα παγκάκια, στα καφέ και όπου γης γενικώς οι οποίες έτρωγαν χρόνο από το διάβασμα… Κι όμως, ήρθε πια η ώρα για το τέλος. Το καλοκαίρι χαιρετιούνται προσωρινώς, θα τα πουν έτσι κι αλλιώς το Σεπτέμβρη. Εκείνος έχει συλλάβει το μυστικό του σχέδιο.

«Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο, και σ’ αυτό  πρωταγωνίστρια θα είσαι εσύ». Ποτέ δεν της το λέει. Μεγάλες προσδοκίες. Όταν ένας κύκλος κλείνει, η αγάπη δεν μπορεί παρά να κατοικεί μονάχα στην ελπίδα. 

Το τέλος των σπουδών δεν έρχεται μαζί και για τους δυο. Τον Αύγουστο εκείνος με έκπληξη μαθαίνει ότι, πάει, τέλειωσε, δεν έχει εξετάσεις το Σεπτέμβρη, πέρασε όλα τα μαθήματα, είναι πτυχιούχος. Και τώρα; Πιάνει δουλειά σ’ ένα γραφείο, εκείνη δίνει εξετάσεις, ελάχιστα τηλεφωνήματα… Όχι, δεν θα πάρουν πτυχίο μαζί. Στην ορκωμοσία του, εκείνη έχει ήδη τελειώσει τις εξετάσεις κι έχει φύγει για την πόλη της. Στη δικιά της; Όχι, ούτε εκείνος είναι στη δικιά της.

Η ζωή, όπως κάθε ωραία ιστορία, έχει και κάποιες απρόβλεπτες ανατροπές. Τα Χριστούγεννα εκείνης της χρονιάς θα ανταλλάξουν ευχές. Σε λίγους μήνες, εκείνη θα ξεκινάει για το μεταπτυχιακό της στο εξωτερικό. Κι αυτός θα είναι χαμένος σε μια σκοτεινή σπηλιά. 

Όμως τα σκοτάδια πάνε με τα σκοτάδια, κι η αγάπη κατοικεί μονάχα στο φως. Κανείς δεν θα μιλάει στον άλλο για τα σκοτάδια του. Τα τηλεφωνήματα που θ’ αλλάζουν είναι σαν εκείνα της σχολής – χωρίς πια να περιέχουν τα διαδικαστικά του πανεπιστημίου, τώρα στις συνδιαλέξεις υπάρχει μόνο το δεύτερο μέρος, το περί ανέμων και υδάτων – λες και δεν είναι πια τόσο μακριά, λες κι αύριο θα ξαναβρεθούν στη σχολή και θα έχουν άπειρο χρόνο.

Θα ξανασυναντηθούν κάποιες φορές, θ’ αλλάξουν και βιβλία με αφιερώσεις. Κι εκεί κατοικεί η αγάπη, στις αφιερώσεις των βιβλίων. Οι σελίδες τους κιτρινίζουν, τα μπλε μελάνια ξεθωριάζουν κι αυτά. Στυλό διαρκείας σου λέει. Μπα. Η αγάπη είναι μόνο διαρκείας. Αυτή, δικηγόρος στην πόλη της. Αυτός, παράτησε το δικηγοριλίκι και πήρε άλλο δρόμο. Αυτή, πάντα τον θεωρούσε τολμηρό για τις επιλογές του, μα εκείνος ήξερε πως στην πραγματικότητα είναι ο πιο δειλός άνθρωπος του κόσμου.

Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τη χρονιά της αποφοίτησής τους. Κι εκείνη, τη μέρα των γενεθλίων της, θα λάβει με κούριερ ένα κάπως χοντρό πακέτο. Μέσα έχει ένα βιβλίο. Το βιβλίο της. Έτσι της έγραφε στην αφιέρωση αυτός. Εκείνη είναι ηρωίδα, σε μια άλλη εποχή… Και το βιβλίο αρχίζει τη μέρα των γενεθλίων της. Όχι, αυτός δεν είναι μέσα στο βιβλίο. Όταν χτύπησε το κινητό του (πάνε πια οι εποχές που σπανίζανε τα κινητά) κρατούσε μια σκούπα κι ένα φαράσι και σκούπιζε μια μεγάλη αίθουσα. Εκείνη ήτανε. Άφησε κάτω το φαράσι, κάθισε σε μια καρέκλα στη μέση της αίθουσας και ένιωσε την ανάγκη να στηριχτεί και πάνω στη σκούπα. Όσα άκουσε στο τηλέφωνο μεταμόρφωσαν τη σκούπα σε σκήπτρο, την ταπεινή πράσινη καρέκλα σε θρόνο κι εκείνον στο βασιλιά όλου του κόσμου. Το φαράσι δεν ξέρω τι απέγινε, μη με ρωτάτε.

Ω, ναι. Η αγάπη κατοικεί σ’ ένα βιβλίο με εικόνες. Με πράσινο χοντρό εξώφυλλο και αντί για τίτλους κεφαλαίων, στίχους τραγουδιών. Των τραγουδιών που άκουγε στο κεφάλι του όταν φανταζόταν την ηρωίδα του βιβλίου. Στο τέλος της ιστορίας, η ηρωίδα έφευγε με μια βαρκούλα,  με άγνωστο προορισμό.

Λίγες βδομάδες μετά από την παραλαβή του φακέλου που περιείχε το βιβλίο με το πράσινο εξώφυλλο, έγινε ο γάμος της. Σε κλειστό κύκλο. Το βιβλίο της έγινε, απολύτως συμπτωματικά, το πιο περίεργο δώρο γάμου που πήρε. Έτσι σκέφτηκε τουλάχιστον αυτός, όταν σε ένα από τα τηλεφωνήματά τους, πληροφορήθηκε το γεγονός. Ασφαλώς, ούτε να το σκέφτεστε: Η αγάπη κατοικεί και στη χαρά των ανθρώπων που αγαπάμε. Αν τους αγαπάμε αληθινά. 

Από τότε, ήταν κάμποσα πάλι τα τηλεφωνήματα, και μηνύματα στα κινητά, και μέηλ  (θυμάσαι που τα κοροϊδεύαμε όλα αυτά; Όλα εδώ πληρώνονται…). Μα πότε θα φτιάξεις Facebook να βλέπεις και τις αηδίες που γράφω; Μα είναι δυνατόν να μην έχεις;  Γιατί, εσύ θυμάσαι πόσα χρόνια έκανες για να πάρεις κινητό; 

 Μια δυο φορές συναντήθηκαν ακόμα, κι ήταν όλα ίδια, σαν μόλις να είχαν βγει από το αμφιθέατρο και να συζητούσαν επί παντός του επιστητού. Ταινίες, βιβλία, τί στο καλό κάνει πάλι αυτός, που πάλι άλλαξε επάγγελμα, ναι, αν ήταν λίγο πιο κοντά στη Σόλωνος  57 θα σηκώνονταν και θα μπαίνανε μέσα στο αμφιθέατρο, μα τι να απέγιναν όλοι, ξαναείδες ποτέ κανέναν, εγώ πού να ξαναδώ, που κάθε τρεις και λίγο ξαναρχίζω τα πάντα απ’ την αρχή. Στο τέλος μιας απ’ αυτές τις συναντήσεις, σκέφτηκε να πάνε παρέα μέχρι το καράβι. Αυτή τη φορά, αντίθετα με το τέλος του βιβλίου, στο καράβι μπήκε αυτός... 

Πέρασαν οχτώ χρόνια από το ξεπακετάρισμα του βιβλίου, και στο κινητό του έρχεται ένα μήνυμα. «Σου έχω μία έκπληξη. Τάξε μου». 

«Εσύ θα μου στείλεις την έκπληξη, κι εγώ θα σου γράψω μια ιστορία.» Ω, ναι, αυτήν που διαβάζεις τώρα, αν άντεξες να φτάσεις ως εδώ.

Έπειτα σιωπή. Έπειτα από λίγες μέρες, άλλο ένα μήνυμα. Μα σου το είχα πει πως δεν διαβάζω εικονομηνύματα στο κινητό… Και έτυχε ο υπολογιστής μου είναι στο γιατρό, με καμένο σκληρό δίσκο. Πώς θα δω την έκπληξη που μου έστειλες;  Πάλι, η ίδια βασανιστική αναμονή, ακόμα και στους καιρούς της υψηλής τεχνολογίας. Ακόμα και τώρα, ο νόμος του Μέρφυ έχει πεδίο εφαρμογής εμένα τον ίδιο. Μου στέλνεις μηνύματα: «το είδες;» Κι εγώ αισθάνομαι τόσο βλάκας που πρέπει να πω « Όχι»... Τουλάχιστον δεν χάλασα την έκπληξη…  Ελπίζω δηλαδή. Την άλλη μέρα, ο υπολογιστής επιστρέφει από το γιατρό μ’ έναν ολοκαίνουριο σκληρό δίσκο. Για να δει την έκπληξη άντε να εγκαταστήσει τα μόντεμ, να ξαναμπεί στο δίκτυο, να ανοίξει το σύνδεσμο στον οποίο τον παρέπεμπε το παντελώς άχρηστο κινητό του.

Η αγάπη κατοικεί και στα καλώδια. Και στα πιξελάκια της οθόνης. Το μήνυμα ανοίγει. Κι είναι ένα νεογέννητο αγοράκι. Ταλαιπωρήθηκε πολύ για να το φέρει στον κόσμο, μα είναι εδώ τώρα, νάτο.

Πάλι νιώθει εκείνος ο βασιλιάς του κόσμου, αυτή τη φορά με σκήπτρο όχι μια σκούπα, αλλά ένα μόντεμ που δεν έπαιρνε μπρος και μέχρι να ανοίξει το δίκτυο ήταν έτοιμος να το εκσφενδονίσει στον τοίχο. Δεν μπορεί να πάρει τηλέφωνο, ευτυχώς όταν μπουκώνει η φωνή μας από τη συγκίνηση υπάρχουνε και τα μηνύματα κειμένου. Έρχεται κι άλλη φωτογραφία. Είναι, του λέει, μετά τον αδελφό της, ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο στέλνει φωτογραφίες του μπέμπη.

Σκέφτεται αυτός, αντί γι’ άλλες ευχές… ας στείλω ένα τραγούδι. Πάντα στο μυαλό του έχει μουσικές. Μα ποια μουσική ταιριάζει στο μπέμπη;

Θυμάται ένα τραγούδι, από μια ταινία γαλλική «Τα παιδιά της Χορωδίας». Cerf-volant λέγεται, ελληνιστί «Χαρταετός». Στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ο επιστάτης ενός αναμορφωτηρίου φεύγει διωγμένος από το σχολείο αφού έχει μάθει τα παιδιά να τραγουδάνε. Τα παιδιά είναι κλειδωμένα μέσα, για να μην τον χαιρετήσουν. Όμως ακούει να του τραγουδάνε, από το παράθυρο, το τραγούδι του Χαρταετού, και να του πετάνε σαΐτες  με μηνύματα για να τον αποχαιρετήσουν. 


Χαρταετέ
Που πετάς στον άνεμο
Μη σταματάς
Προς το πέλαγος
Ψηλά στον αιθέρα
Ένα παιδί σε κοιτά
Ταξίδι αυθάδικο
Αναταράξεις που σε μεθούν
Αγάπες αθώες
Ακολούθα την τροχιά σου
Στον άνεμο
Και μες στην αναταραχή
Που θα θριαμβεύσουν τα φτερά σου
Μην ξεχάσεις να γυρίσεις
Προς εμένα.

Και μετά, αφού μαζεύει τις σαΐτες – αυτοσχέδιους χαρταετούς, φεύγει ο απολυμένος επιστάτης, ολομόναχος, από τη βαριά πύλη του αναμορφωτηρίου, για να πάρει το λεωφορείο, και μόλις ανεβαίνει βλέπει έκπληκτος έναν πιτσιρίκο, τον πιο χαζούλη απ’ όλους, που το έχει σκάσει, να τρέχει πίσω του και να τον παρακαλά να το πάρει μαζί του. Στην αρχή δεν θέλει, μα μετά θα γίνει το θέλημα του πιτσιρίκου – και το δικό του. Τα λεωφορείο θα φύγει, και μέσα θα είναι κι οι δυο τους… 

Ω, ναι. Αυτό το τραγούδι θα στείλει για να ευχηθεί στο μπέμπη, κι ελπίζει να μην κλάψει κι ο μπέμπης, όπως κλαίει αυτός κάθε φορά που βλέπει αυτή τη σκηνή…

Όχι, όχι, δεν κλαίει ο μπέμπης. Σε λίγες μέρες έφτασε η απάντηση. Ο «Χαρταετός» είναι το πρώτο άκουσμα στο οποίο ανταποκρίθηκε. Και τα βράδια, αυτόν ακούει ο μπέμπης και κοιμάται.

Τελικά, μάλλον η αγάπη κατοικεί σ’ έναν χαρταετό, που πετάει ψηλά, πολύ ψηλά, για πάντα.


[Η φωτογραφία από το www.vancouversun. com]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά