Άνθρωποι μονάχοι




Η γιαγιά της διπλανής πόρτας κοντεύει πια τα εκατό. Την ακούω, διάφορες ώρες της μέρας, να χτυπάει δυνατά την πόρτα της, να βγαίνει έξω (ακόμα και νύχτα, ακόμα και όταν βρέχει) και να μιλάει ακατάληπτα… Όταν πάω να αφουγκραστώ τα λόγια της, ανάμεσα σε βλαστήμιες και βρισιές επαναλαμβάνει σχεδόν τελετουργικά ορισμένες φράσεις, ορισμένες λέξεις, σαν ένα μηχάνημα που κόλλησε και λέει και ξαναλέει τον ίδιο ήχο, συνεχώς, κι όσο προχωράει η φωνή της αλλοιώνεται, και δεν θυμίζει καθόλου ούτε καν εκείνη τη φωνή που πρωτοακούγεται μετά το χτύπημα της πόρτας, πολύ δε περισσότερο τη φωνή που είχα συνηθίσει ν’ ακούω από τα παιδικά μου χρόνια. 

Την θυμάμαι τριάντα, είκοσι, δέκα χρόνια πριν, για να είμαι ακριβής τη θυμάμαι όσο ζω. Θυμάμαι τον κήπο της και τα μποστάνια της, ένα ποίημα αληθινό από χρώματα και δροσιά, λουλούδια κάθε λογής, δέντρα και λαχανικά που τα καμάρωνε σαν να ‘τανε παιδιά της και τα περιποιόταν με τις ώρες. Θυμάμαι τις πρωτομαγιές και τις Μεγάλες Παρασκευές που πηγαίναμε να μας δώσει από τα υπέροχα λουλούδια της για το στεφάνι ή τον επιτάφιο. Θυμάμαι τις μυρωδιές από τις απίθανες μαγειρικές της, και τις συνεχείς της υποδείξεις προς τη μάνα μου για το ποιο μυρωδικό πρέπει να μπει στη συγκεκριμένη συνταγή και σε ποιο μέγεθος ακριβώς πρέπει να κοπεί, για το πώς και πότε και σε ποια γλάστρα πρέπει να φυτέψει το κάθε λουλούδι.  Θυμάμαι πόσες φορές μας είχε κρατήσει όταν η μάνα μου βασανιζόταν με τα πεθερικά της, μας έστρωνε ένα χαλάκι στην αυλή της, μας έδινε μια λεκανίτσα με νερό και ένα μικρό καραβάκι και μας άφηνε να φτιάχνουμε σαπουνάδες, ή μας έφτιαχνε τηγανητές πατάτες «πολύ πιο ωραίες από της μάνας». Θυμάμαι τη νοικοκυροσύνη και την καθαριότητά της, αλλά και τις ιστορίες που μας έλεγε για τους χορούς που πήγαινε στα νιάτα της, ακόμα και μέσα στα χρόνια της κατοχής, για τα «βάλσια», τα «τανγκά» και τα «φοξ ανγκλαί» που χόρευε μαζί με τους παραδοσιακούς μπάλους, κουτσούς και διβαράτικους. Μας έλεγε για την εποχή που περνούσε, νέα και ωραία, από τη «λόντζα» του χωριού, όπου βρίσκονταν τα μαγαζιά, με ένα σταμνί στο κεφάλι της για να πάει στη βρύση για νερό. Σταμνί στο κεφάλι, αλλά και τα καλά της σκουλαρίκια και τα καλά της τα παπούτσια, δεν περνάς από τη «λόντζα» όπως όπως. Μας έλεγε για τον πατέρα της, που τον σκότωσαν όταν εκείνη ήταν μικρό παιδάκι, και μας έδειχνε τη φωτογραφία μ’ εκείνον στην κάσα και όλα τα παιδάκια τριγύρω, το μόνο πράγμα που είχε απ’ αυτόν. Μας μίλαγε για τη μάνα της, που έπρεπε να είναι μάνα και πατέρας μαζί, για την κατοχή, για τον εμφύλιο, για κάποια ανήψια της που τα μεγάλωσε και  τα αγαπούσε σαν παιδιά της.

Δεν παντρεύτηκε ποτέ, και δεν είμαι από τους ανθρώπους που θα μπορούσα να ρωτήσω «γιατί». Άνθρωπος κοινωνικότατος, μέχρι την πόρτα του σπιτιού της. Από κει και μέσα, στο βασίλειό της, δεν φαινόταν να επιθυμεί ούτε συγκατοίκους, ούτε συμβασιλείς. Με τον τρόπο της, και στα καλά της ακόμα, έδειχνε σε συγγενείς και γνωστούς ότι το κλειδί του παραδείσου της είναι αποκλειστικά δικό της, ότι όλοι οι άλλοι είναι ευπρόσδεκτοι εκεί ως περαστικοί, αλλά, όχι, κανείς δεν είχε το δικαίωμα να διαταράσσει την αρμονία που η ίδια κόπιαζε τόσο να συντηρεί. Τους κήπους της, τα δέντρα της, τη μικρή της Εδέμ. Σιγά σιγά οι κοντινοί της άνθρωποι απομακρύνονταν, περιορίζονταν μόνο στο να της προσφέρουν διακριτικά όποια βοήθεια καταδεχόταν, τις περισσότερες φορές απολύτως καμία, βλέποντας ότι σ’ αυτό το «άβατο» κατά βάθος ήταν ανεπιθύμητοι. Κι όταν κανείς της έλεγε πως, εντάξει, είσαι μόνη, ο καιρός περνάει, και κάποτε θα έχεις την ανάγκη κάποιου, εκείνη ήταν απολύτως πεπεισμένη και διατυμπάνιζε ότι δεν έχει ανάγκη κανέναν. Κανέναν. Κανέναν. Είχε τον δικό της κόσμο. Κι ήταν υπέροχος, γιατί εκείνη μπορούσε να ελέγχει κάθε του εκατοστό, κάθε άνθος στα δέντρα της, κάθε αχτίδα ήλιου που θα έμπαινε στο πάντα τακτοποιημένο σπιτικό της. Ήταν αυτάρκης. Ευτυχισμένη, δεν ξέρω. Φαινόταν όμως ξεκάθαρα ότι είχε τον απόλυτο έλεγχο του κόσμου της, όπως ένας μικρός θεός, πριν την έλευση των ανθρώπων, που θα χαλούσαν αυτή την αρμονία. Αυτό φαίνεται ότι ήταν και το ιδανικό της. Ο κήπος της Εδέμ, πριν το απονενοημένο διάβημα του Θεού να δημιουργήσει τον άνθρωπο.

Σήμερα η γιαγιά της διπλανής πόρτας μοιάζει με μάγισσα. Τα μαλλιά της είναι κάτασπρα και αφημένα μακριά. Φοράει για μήνες την ίδια βρώμικη ρόμπα. Το κάποτε πεντακάθαρο σπίτι της σήμερα δεν μπορείς να το πλησιάσεις. Το μόνο που μοιάζει να έχει μείνει ζωντανό, είναι κάτι, ελάχιστο, από τους υπέροχους κήπους της, μερικά, καχεκτικά πια λουλούδια και φυτά, μέσα σ’ ένα τεράστιο χορταριασμένο οικόπεδο. Την βλέπεις εκεί, σκυμμένη, να προσπαθεί, χωρίς πια να έχει δύναμη, να περιποιηθεί όπως μπορεί τα λουλουδάκια του παραδείσου της. Δεν έχει πια την αίσθηση του χρόνου – δεν ξέρει ποτέ αν είναι πρωί, μεσημέρι, βράδυ, οι φωνές της ακούγονται όλες τις ώρες της μέρας. Εξακολουθεί να αρνείται πεισματικά κάθε υποστήριξη, να μη δέχεται καμιά βοήθεια, από κανέναν,  εκτός από τον αγαπημένο της ανηψιό, που φροντίζει να έχει φαγητό και τα υπόλοιπα απαραίτητα, και τη μάνα μου, που κάθε μέρα κάνει τη βόλτα της για να δει αν θ’ ανοίξει το παράθυρο, αν θα χτυπήσει η πόρτα, αν θα ξανακουστούν οι φωνές. Καμιά φορά οι φωνές της είναι ανακούφιση. Φωνάζει, άρα ακόμα ζει.

Έφτιαξε τον παράδεισό της. Τον φύλαξε με νύχια και με δόντια, όσο μπορούσε. Τους έκλεισε όλους απέξω. Και τώρα ο παράδεισος έγινε κόλαση. Δική της, αποκλειστικά, όσο και ο παράδεισός της.

Τί κάνει τους ανθρώπους να καταλήγουν στη μοναξιά;  Το φέρνει άραγε πάντα η τύχη, οι συγκυρίες, η καλή ή η κακιά ή ώρα; Σε ποιο βαθμό, άραγε, το επιλέγουν; Σε ποιο βαθμό προτιμούν την ασφάλεια μιας προσωπικής Εδέμ, από τη γοητευτική ανασφάλεια να συνυπάρχεις, να μοιράζεσαι, να τσακώνεσαι λιγάκι που και που; 

Είναι πολυτιμότερος ο ακέραια δικός μας, προσωπικός, χώρος και χρόνος από τον μοιρασμένο χώρο και χρόνο; Είναι η ψευδαίσθηση ενός απόλυτου αυτοπροσδιορισμού, είναι η επίφαση μιας ελευθερίας, μιας ανεξαρτησίας;

Κι είναι, γι’ αυτή την ελευθερία, το τίμημα της μοναξιάς, της ερημιάς, τόσο ευκαταφρόνητο, ή φταίει που τα πανωτόκια του αυξάνονται όταν είσαι αδύναμος να υπερασπιστείς τον εαυτό σου;

Είμαι ο πιο ακατάλληλος άνθρωπος για να απαντήσει. Γι’ αυτό με τρομάζουν οι ακατάληπτες  φωνές της γιαγιάς της διπλανής πόρτας. Με τρομάζουν στ’ αλήθεια. Μέσα στην ειδυλλιακή ατμόσφαιρα του καταπράσινου χωριού με τα δέντρα και τα λουλούδια, με τη θάλασσα στον ορίζοντα, τα αστέρια που μπορείς ακόμα να δεις τη νύχτα, και τα κελαηδίσματα των πουλιών, οι φωνές της είναι ακόμα πιο απόκοσμες και τρομακτικές, ακούγονται πιο καθαρά απ’ ό,τι θα ακούγονταν μέσα στο θόρυβο της πόλης, πίσω από κλειστά παράθυρα ή κρυμμένες από τους θορύβους των αυτοκινήτων. Με τρομάζουν πολύ. Γιατί, όσο περνούν τα χρόνια και η δικιά μου μοναξιά μοιάζει να εδραιώνεται κι αυτή στα εδάφη του δικού μου μικρού παράδεισου, στο πίσω μέρος του μυαλού μου φωλιάζει μια βασανιστική ανησυχία. Ανησυχία, μήπως αυτές οι φωνές μπορεί και να έρχονται από ένα δικό μου, μοναχικό μέλλον. Ίσως, πιο φοβερό από το δικό της. Γιατί εκείνη τουλάχιστον είχε, έχει ακόμα, έστω ξερά, άκλαδα, κι ασθενικά, τα παιδιά της: τα λουλούδια και τα δέντρα της. 



Υ.Γ. Νομίζω ότι δεν έχει γραφτεί ωραιότερο τραγούδι για τη μοναξιά απ’ αυτό που συνοδεύει αυτό το κείμενο (Μουσική: Γιάννης Σπανός, στίχοι: Γιάννης Καλαμίτσης)

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
σαν το ξεχασμένο στάχυ
ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος
κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος
σαν το ξεχασμένο στάχυ
άνθρωποι μονάχοι

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
όπως του πελάγου οι βράχοι
ο κόσμος θάλασσα που απλώνει
κι αυτοί βουβοί σκυφτοί και μόνοι
ανεμοδαρμένοι βράχοι
άνθρωποι μονάχοι

Άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, ξεχασμένα
άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, σαν εσένα, σαν εμένα...

Σχόλια

  1. Αχ Ηλία μου αυτή η γιαγιά πάντα με στοίχειωνε και μένα...Όταν στα δέκα μου την ρώτησα για την μοναξιά της(και μην φανταστείς ότι με υποκίνησε η ταπεινή περιέργεια αλλά περισσότερο το γεγονός ότι στα δικά μου μάτια εκείνη η γιαγια είχε καταρρίψει με περίσσια τόλμη τα στερεότυπα της εποχής της), η απάντησή της,λοιπόν, ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιη,σχεδόν νομοτελειακή θα τολμουσα να πω...Και τότε ήταν που τέθηκαν σε λειτουργία οι δικοί μου μηχανισμοί αυτο-αμφισβήτησης...Μιλώ για εκείνους τους φοβερούς μηχανισμούς ,που "σαν τριζόνια επίμονα,καθώς η τύψη"-που λέει και ο Ελύτης-πότισαν τον Σωκράτη με το κώνειο και οδήγησαν τον Χριστό στο Σταυρό...Λένε ότι όποιος παγιδεύεται στα γρανάζια αυτών των φοβερών μηχανισμών συντρίβεται...Εγώ πάλι αρνούμαι να το πιστέψω,όχι επειδή διακατέχομαι από κάποιον ουτοπικό ιδεαλισμό η κάποιον άκρατο ρομαντισμό αλλά γιατί η υπαρκτή και ιστορικά θεμελιωμένη πραγματικότητα το έχει αποδείξει:οι ποιητές της ζωής-ακόμα κι αν θυσιαστούν- δεν χάνονται ποτέ,μετουσιώνονται σε θρησκεία σε πίστη,σε εμπνευστές,σε λαμπρούς καθοδηγητές,σε φωτεινά μυαλά που ανοίγουν δρόμους-σαν εσένα παραδείγματος χάριν...Και ξέρουν πως η πιο σημαντική επένδυση,αυτό που μένει πίσω, είναι ακριβώς η άνευ όρων και ανιδιοτελής προσφορά στον συνάνθρωπο...Και για να επανέλθω στην γιαγιούλα της διπλανής μας πόρτας...Είναι η ασυμβίβαστη για τα στεγανά της εποχής της -και της δικής μας συμπληρώνω εγω- ζωή της που σε ενέπνευσε να γράψεις...Και εσύ δεν την διασώζεις απλά στην μνήμη των αναγνωστών σου αλλά την καθιστάς ταυτόχρονα και εφαλτήριο γόνιμου προβληματισμού και κριτικής σκέψης για μένα,για σένα,για όλους...Αν θέλουμε να παραδεχτούμε κάτι ήθελε δύναμη να φτιάξει τον παράδεισό της,να επαναστατήσει στις καθιερωμένες κοινωνικές συμβάσεις κι εκέινη όχι απλώς την είχε αλλά διέθετε και άλλη τόση για να υποστηρίξει την επιλογή της και να μην μετανιώνει...Ίσως αυτή είναι και η πιο μεγάλη της γοητεία...Και τελικά ίσως δεν είναι τα γρανάζια του μηχανισμού της αυτο-αμφισβήτησης που μας συντρίβουν,ούτε το αίσθημα της μοναξιάς που μας καταδιώκει σαν κάποια ερινύα,μα η αδυναμία μας να υπερασπιστούμε με πάθος τις επιλογές μας,να σταθούμε όρθιοι απέναντι σ'εκείνους τους άγρυπνους και αυστηρούς "κριτές",που επιμένουν διαρκώς να μας υποδεικνύουν το ορθό και το "νομιμον"...Και πώς να τους εξηγήσεις πως η λέξη "νομιμον",είναι καρκινική γραφή και διαβάζεται το ίδιο και απ'την αρχή μα και απ'το τελος?Η γιαγιούλα δεν χρειάστηκε να το αποδείξει γιατί ήξερε "πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού"...Εμείς την αναλογιζόμαστε,μας έχει με κάποιον τρόπο στιγματίσει...Αραγε είναι τυχαίο αυτό?Όχι βέβαια ήταν μέλος και αναπόσπαστο κομμάτι της συλλογικότητας του μικρού χωριού μας...Άρα έγινε ακατάλυτη γιατί με εμάς μαζί,σε εκέινη δεν τελείωσε..."'Εστω κι αν ήταν μοναχικός ο δρόμος,έστω κι αν στα μάτια των πολλών,που πιστεύουν πως τα ξέρουν όλα,φαντάζει ακόμη και λυπηρός-ήταν πράγματι λυπηρός και για εκείνη όμως?Θέλω να πω ο προορισμός ενός ανθρώπου είναι αυτός που επιβάλλει κάποια οπισθοδρομική,αναχρονιστική,στενόμυαλη κοινωνική σύμβαση?Η εκπλήρωση του ανθρώπινου τελους(=σκοπού) και καθήκοντος είναι η υποταγή και η συμμόρφωση σε αυτήν την ιδιότυπη σύμβαση?Και είναι κοινή για όλους?Γέννηση,διαιώνιση,θάνατος και πάλι απ'την αρχη...Μα τότε όλοι θα ήμασταν μια άμορφη μάζα και η υπόσταση του καθενός από εμάς συνθλίβονταν και θα κατακερματιζόταν...Γι'αυτό επιμένω πως δεν είναι η μοναξιά που μας φοβίζει(που κι αυτή δεν προέκυψε από φόβο,αδυναμία και ανασφάλεια αλλά από μια τέλεια έλλειψη διάθεσης συμβιβασμού-δικαιωμά μας είναι πιστεύω και κανείς δεν μπορεί να το κρίνει).Αυτό που μας φοβίζει είναι τα μάτια των άλλων και πολλών που δεν μπορούν να καταλάβουν την δική μας ετερότητα,γιατί απλά έτυχε να είμαστε ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ.....Υ.Γ.Με συγχωρείς Ηλία μου που παραβιάζω το μπλογκ σου,μα είναι πολλές οι φορές που έχω βρει καταφύγιο εδώ,γι'αυτο πήρα το θάρρος...Με πολλή αγάπη και νοσταλγία σε αποχαιρετώ προς το παρόν...!Εύη

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]