Η Ελληνική Επανάσταση... με λόγια απλά



To κείμενο εκφωνήθηκε σε εκδήλωση για την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη που διοργανώθηκε από την Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, το Κοργιαλένειο Ίδρυμα και το Λύκειο Ελληνίδων στις 24-3-2013

            Ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημα του «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά» αναφέρει:
Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά,
να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
που σιγά σιγά βουλιάζει

            Έτσι και τις εθνικές μας γιορτές, τις έχουμε «φορτώσει» με πομπώδη επίθετα σε υπερθετικό βαθμό, με λόγους πανηγυρικούς, με «αληθινές» και «αυθεντικές» ερμηνείες, γενικεύσεις, βεβαιότητες, στερεότυπα, σε σημείο που τα μηνύματα που μας στέλνουν τα ιστορικά γεγονότα καταλήγουν να βουλιάζουν σιγά σιγά στο πέλαγος της λήθης. Γι’ αυτό απόψε, με την άδειά σας, θα ήθελα να σας μιλήσω απλά, χωρίς πανηγυρικούς τόνους και επιθετικούς προσδιορισμούς. Αυτές οι μέρες άλλωστε δεν χρειάζονται ούτε πανηγυρισμούς, ούτε μοιρολόγια. Χρειάζονται στοχασμό και πολλή δουλειά. Θα μου επιτρέψετε επίσης να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις μου όχι με την επίπλαστη ασφάλεια της βεβαιότητας, αλλά με σύμμαχό μου το σαράκι της αμφιβολίας. Αυτό που μας κάνει να σκεφτόμαστε,  να προβληματιζόμαστε, να διατυπώνουμε ερωτήματα, να αναζητούμε απαντήσεις.
            Το πρώτο, ίσως, ερώτημα, που θα μας ερχόταν στο μυαλό σε μια τέτοια διαδικασία είναι «ποιοι επαναστάτησαν το 1821;». Η αυτονόητη απάντηση «οι Έλληνες» ταυτοχρόνως μας λέει λίγα και πολλά. Ποιοι Έλληνες επαναστάτησαν; Για να προσπαθήσουμε να δώσουμε μια απάντηση, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ελληνισμός εκείνη την εποχή. Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τον ελληνισμό των αρχών του 19ου αιώνα με έναν «γαλαξία» με πολλούς αστερισμούς, πολλά κέντρα με μεγάλη γεωγραφική διασπορά, εντός και εκτός των συνόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτοί οι επιμέρους «αστερισμοί» του γαλαξία, με τα ιδιαίτερα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά τους, συγκροτούν αυτό που ονομάζουμε στις κοινωνικές επιστήμες «ομάδες συμφερόντων». Σε ό,τι αφορά στη στάση όλων αυτών των ομάδων απέναντι στην Επανάσταση, οι παράγοντες που την επηρεάζουν είναι αφ’ ενός τα ιδιαίτερα συμφέροντα των ομάδων αυτών, και αφ’ ετέρου αυτό που ξεπερνάει τα στενά πλαίσια των ομάδων και τις ενώνει, αυτό που ονομάζουμε εθνική ταυτότητα. Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να δούμε με συντομία πρώτα ποιες είναι οι επιμέρους ομάδες που συγκροτούν τον ελληνισμό, και έπειτα ποια είναι τα στοιχεία που φαίνεται ότι συγκροτούν την ελληνική εθνική ταυτότητα.
            Στους επιμέρους αστερισμούς του ελληνικού γαλαξία θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τους εξής:
(α) Ο κατεξοχήν αγροτικός πληθυσμός των περιοχών που βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και καταπιέζεται από την αυταρχικότητα και τη βιαιότητα της εξουσίας, από την υπερφορολόγηση και την στέρηση θεμελιωδών ελευθεριών. Είναι η βάση από την οποία αντλεί το δυναμικό της κάθε επανάσταση αλλά και η βάση που πληρώνει τον μεγαλύτερο φόρο αίματος. Είναι οι απλοί στρατιώτες που συμμετέχουν στις μάχες και στον κλεφτοπόλεμο, αλλά και οι άμαχοι που θυσιάζονται στις σφαγές των Οθωμανών. Είναι η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων που υφίστανται την ίδια καταπίεση όπως και οι άλλοι λαοί της Βαλκανικής, ωστόσο, παρά τους οραματισμούς του Ρήγα Φεραίου και τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας, δεν κατορθώνουν να ξεσηκωθούν όλοι μαζί ενάντια στην Οθωμανική εξουσία.
(β) Αποφασιστικό ρόλο στην ελληνική επανάσταση όμως διαδραματίζει και η αναδυόμενη ελληνική αστική τάξη. Πρόκειται για τους Έλληνες εκείνους που δραστηριοποιούνται στο εμπόριο και στις θαλάσσιες μεταφορές και που αποκτούν σταδιακά μεγάλη οικονομική δύναμη – όπως και στη Γαλλική Επανάσταση, και με βάση αυτή τη δύναμη επιδιώκουν μεγαλύτερο μερίδιο εξουσίας. Αυτοί οι Έλληνες έχουν δημιουργήσει ένα δίκτυο οικονομικών συναλλαγών που δεν περιορίζεται στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά επεκτείνεται στους μεγάλους εμπορικούς σταθμούς της Δυτικής Ευρώπης και στη Μαύρη Θάλασσα. Αυτή η ομάδα εντός και εκτός Ελλάδος, που είναι ο φορέας της νέας καπιταλιστικής οικονομίας, ενδιαφέρεται ουσιαστικά για ελεύθερες αγορές, ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων. Το απολυταρχικό Οθωμανικό κράτος, που δεν ενδιαφέρεται για την οικονομική ανάπτυξη ούτε για την ασφάλεια των μεταφορών αλλά αντίθετα επιβάλλει βαρύτατους φόρους και περιορισμούς συνιστά σοβαρό εμπόδιο. Η Επανάσταση λοιπόν είναι και μία επανάσταση της ελληνικής αστικής τάξης, χωρίς τα κεφάλαια της οποίας είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί.
(γ) Ένας τρίτος παράγοντας είναι το κομμάτι εκείνο του ελληνισμού που σε κεντρικό ή περιφερειακό επίπεδο, κατέχει κάποιας μορφής εξουσία, τυπική ή άτυπη εντός του Οθωμανικού κράτους. Έλληνες οι οποίοι στελεχώνουν την κεντρική οθωμανική κρατική μηχανή, οι επονομαζόμενοι Φαναριώτες ή συμμετέχουν με διάφορους τρόπους στον αυτοδιοικητικό μηχανισμό των ελληνικών κοινοτήτων, οι επονομαζόμενοι πρόκριτοι, αλλά και όσοι κατέχουν ανώτερα εκκλησιαστικά αξιώματα. Ο ρόλος αυτών των ομάδων στην Επανάσταση είναι από τη φύση του πιο σύνθετος σε σχέση με των δύο προηγούμενων. Αν ο αγροτικός πληθυσμός και οι απανταχού αστοί έχουν μόνο να κερδίσουν από την Επανάσταση, αυτή η ομάδα έχει ήδη στα χέρια της κάποια εξουσία, την οποία κινδυνεύει να χάσει από δύο πλευρές: Και από την οργή του Σουλτάνου, σε περίπτωση που αντιταχθεί σε αυτόν, αλλά και από τις καινούριες δυνάμεις του Ελληνισμού που αναδύονται, στην υπό διαμόρφωση νέα ελληνική πραγματικότητα. Συχνά εκπρόσωποι της ομάδας αυτής, βάζοντας μπροστά το συμφερον της δικής τους ομάδας από το εθνικό βρίσκονται σε αντίθεση με την Επανάσταση, ωστόσο σε κάθε περίπτωση διεκδικούν ρόλο στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται, ενώ δεν μπορεί να αγνοηθεί ο ρόλος των τοπικών κοινοτήτων ως κυττάρων οργάνωσης του υπόδουλου ελληνισμού.
(δ) Οι στρατιωτικοί ηγέτες του αγώνα, προερχόμενοι είτε από τους Έλληνες της διασποράς είτε από τις ιδιότυπες ομάδες των αρματολών και των κλεφτών, που είχαν δημιουργήσει μικρές άτυπες «επικράτειες» στον οθωμανοκρατούμενο ελληνισμό θα ηγηθούν των στρατιωτικών επιχειρήσεων, θα πρωταγωνιστήσουν με αποτελεσματικότητα στα πεδία των μαχών και θα διεκδικήσουν στην πορεία της επανάστασης ρόλο στη διαχείριση της εξουσίας.
(ε) Σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση διαδραματίζουν και οι πνευματικοί άνθρωποι που μεταφέρουν με τα κείμενα και τις μεταφράσεις τους στον ελληνικό χώρο τις ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Η πίστη στην ανθρώπινη πρόοδο, το αίτημα για αναγνώριση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη μέσω της θέσπισης συνταγματικών κειμένων, αλλά και για διάδοση της παιδείας στο σύνολο του πληθυσμού, η διεκδίκηση  της ελευθερίας, της ισότητας, της αδελφοσύνης, όλο εκείνο το υπόβαθρο που αποτέλεσε το θεμέλιο Επαναστάσεων και κινημάτων σε όλη την Ευρώπη με προεξάρχουσα τη Γαλλική Επανάσταση, μεταλαμπαδεύτηκαν στον ελληνικό χώρο και συναντήθηκαν με το αίτημα των Ελλήνων και των άλλων υπόδουλων λαών της Βαλκανικής: την αποτίναξη της ανελεύθερης, απολυταρχικής και αναχρονιστικής Οθωμανικής εξουσίας.
(ε) Αυτή η μετακένωση των ιδεών του Διαφωτισμού προετοιμάστηκε, διευκολύνθηκε και ενισχύθηκε από το τμήμα εκείνο του Ελληνισμού που είχε διαφορετική ιστορική μοίρα από τον τουρκοκρατούμενο. Ο ιόνιος ελληνισμός, καταφύγιο πολλών Ελλήνων μετά τις διαδοχικές ήττες της Βενετίας, αλλά και χώρος στον οποίο δημιουργήθηκε το πρώτο, βραχύβιο ελληνικό κράτος, η Επτάνησος Πολιτεία, υπήρξε αγωγός ανταλλαγής ιδεών με την Ευρώπη, αλλά και προπύργιο ελληνικότητας σ’ όλο το διάστημα της τουρκικής κατάκτησης. Ο ελληνισμός του Ιονίου συμμετέχει στον εθνικό αγώνα, και επιπλέον εντός του γεννιέται το ριζοσπαστικό κίνημα, που θα συνεχίσει το όραμα του Ρήγα για ένωση όλων των Ελλήνων και των λαών της Βαλκανικής σε συνδυασμό με κοινωνικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις: ένα περιβάλλον ελευθερίας και δημοκρατίας.
            Όλες οι ομάδες αυτές συγκροτούν τη δυναμική του πολυσυλλεκτικού ελληνικού χώρου, αλληλεπιδρούν τόσο μεταξύ τους όσο και με εξωτερικούς παράγοντες στην οργάνωση και την εξέλιξη της επανάστασης, αλλά συχνότατα έρχονται σε αντιπαράθεση μεταξύ τους σε θέματα που αφορούν στη διαχείριση της εξουσίας. Όταν οι επαναστατημένοι Έλληνες καλούνται να γίνουν η εξουσία στη θέση της εξουσίας που πάλεψαν να ανατρέψουν, τα συμφέροντα των επιμέρους ομάδων θα υπερκεράσουν το κοινό συμφέρον του έθνους, με καταστροφικά αποτελέσματα για την εθνική υπόθεση.
            Ενάντια σε ποιον όμως εξεγείρονται οι Έλληνες; Ο ελληνικός γαλαξίας έχει δημιουργήσει, όπως είδαμε, μία διοικητική, πνευματική, και κυρίως οικονομική δυναμική που λειτουργεί παράλληλα με την πολιτειακή εξουσία στην περιοχή της Βαλκανικής, τον «μεγάλο ασθενή», την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτή η εξουσία είναι ο αντίπαλος των Ελλήνων – η επανάσταση δεν στρέφεται ενάντια σ’ ένα άλλο έθνος αλλά σε μία ανελεύθερη και καταπιεστική εξουσία – και σε τούτο μοιάζει με τα υπόλοιπα επαναστατικά κινήματα της Ευρώπης. Από αυτή την καταπιεστική εξουσία αγωνίζονται οι Έλληνες να χειραφετηθούν πολιτειακά αλλά και οικονομικά.
 Ποια είναι όμως τα στοιχεία που καθιστούν διακριτή την ελληνικότητα μέσα στο μεγάλο χωνευτήρι λαών που ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία;
            Το αίσθημα του ανήκειν σ’ ένα έθνος κατά τη γνώμη μου είναι κάτι που κρίνεται στη συγχρονία του, στο «σήμερα». Η αίσθηση του κοινού παρελθόντος είναι ένα μέρος της συλλογικής μνήμης που εντάσσει ή εξοικειώνει τον άνθρωπο με κάποια χαρακτηριστικά του συλλογικού βίου, ήθη, έθιμα και παραδόσεις, όχι όμως συστατικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας, η οποία κρίνεται «εδώ και τώρα». Για τους Έλληνες του 1821, αυτό το αίσθημα του ανήκειν στο ελληνικό έθνος, νομίζω ότι καθορίζεται κυρίως από δύο παράγοντες: την ελληνική γλώσσα και τη χριστιανική θρησκεία, για να ακριβολογώ, την ορθόδοξη λατρεία.
            Όσον αφορά στην ελληνική γλώσσα, ως κώδικα επικοινωνίας αλλά και φορέα συλλογικής μνήμης, είναι ευνόητη η καθοριστική σημασία της στην οικοδόμηση της νεοελληνικής ταυτότητας. Για την ορθόδοξη λατρεία είμαι βέβαιος ότι πολλοί ανάμεσά μας θα έχουν αντιρρήσεις, επηρεασμένοι κυρίως από την αρνητική στάση κάποιων ιεραρχών απέναντι στην Επανάσταση. Δεν μιλάμε γι’ αυτό. Θα επισημάνω κάποια χαρακτηριστικά στοιχεία: Πρώτα πρώτα ίδια η Οθωμανική εξουσία επέβαλε διακρίσεις, άρα ομαδοποιούσε, τους υπηκόους της με βάση το θρήσκευμα. Έπειτα, η καλώς ή κακώς εννοούμενη χριστιανική ηθική συνεπαγόταν κάποιους άτυπους κανόνες, άρα έναν κοινό τρόπο ζωής, στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ήταν χριστιανοί, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του συλλογικού βίου σε ένα οθωμανικό κράτος από το οποίο απουσιάζουν άλλου είδους δημόσια θεάματα όπως π.χ. θεατρικές παραστάσεις, λαμβάνει χώρα σε δύο, ουσιαστικά, χώρους: στις θρησκευτικές τελετές και πανηγύρεις, και στις αγορές των χωριών και των πόλεων. Επομένως, ένα μεγάλο μέρος της συλλογικής δράσης των ανθρώπων κινείται μέσα στο πλαίσιο της ευρεία εννοία λατρευτικής ζωής. Στο πλαίσιο της τελευταίας, ανατροφοδοτείται και η ελληνική γλώσσα, το άλλο στοιχείο της ελληνικότητας, όπως προείπαμε, με το άκουσμά της στις διάφορες εκκλησιαστικές τελετές. Ακόμη κι αν δεν υπήρξε ποτέ «Κρυφό σχολειό», ο ναός του χωριού ήταν σε πολλές περιπτώσεις ένα «άτυπο» σχολείο ελληνικής γλώσσας, και τα βιβλία της εκκλησίας τα μοναδικά σε ορισμένες περιπτωσεις όπου μπορούσε κανείς να δει τυπωμένα ελληνικά γράμματα.
            Ελληνική γλώσσα και ορθόδοξη χριστιανική λατρεία είναι λοιπόν τα επικρατέστερα στοιχεία που προσδιορίζουν τα χαρακτηριστικά του ελληνικού έθνους, το οποίο με την Επανάστασή του στρέφεται κατά της απολυταρχικής Οθωμανικής εξουσίας διεκδικώντας την ανεξαρτησία του ως πολιτειακή οντότητα, αλλά και την κατοχύρωση θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως προκύπτει από τα πολιτειακά κείμενα που προέκυψαν από τις Εθνοσυνελεύσεις στα χρόνια της Επανάστασης.
            Αυτή η Επανάσταση, συγγενική προς τα κινήματα που ξεσπούν ή επωάζονται την ίδια περίοδο τόσο στη Βαλκανική όσο και στη Δυτική Ευρώπη, είναι φυσικό να γνωρίζει διεθνή αντίκτυπο. Ήταν μια Επανάσταση που στρεφόταν κατά της απολυταρχίας, κατά της εξουσίας, και μάλιστα έξι χρόνια μετά το Συνέδριο της Βιέννης, όπου οι ευρωπαϊκές δυνάμεις μετά την ήττα του Ναπολέοντα επιχείρησαν να δημιουργήσουν ένα αδιατάρακτο status quo,  καταπνίγοντας κάθε κίνημα που θα επιχειρούσε, όπως είχε κάνει η Γαλλική Επανάσταση, να ανατρέψει την υφιστάμενη κατάσταση. Ήταν φυσικό λοιπόν η Επανάσταση να προκαλέσει δυσαρέσκεια στις εξουσίες και τις ελίτ της Ευρώπης. Αυτό που καθόρισε τη στάση των εξουσιών των ισχυρών της Ευρώπης (της Αγγλίας, της Ρωσίας, της Αυστρίας και της Γαλλίας) ήταν τα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντά τους στην περιοχή. Το πώς δηλαδή θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν ή να χειραγωγήσουν τους επαναστατημένους Έλληνες προκειμένου να αποκτήσουν τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη για τις επιχειρήσεις τους στο νευραλγικό χώρο της Ανατολικής Μεσογείου την ώρα που η Οθωμανική Αυτοκρατορία, εγκλωβισμένη σε ένα ανατολικού τύπου φεουδαρχικό σύστημα έδειχνε ότι ήταν νομοτελειακά αδύνατο να προσαρμοστεί σε μια καπιταλιστικού τύπου οικονομία.
            Οι Έλληνες αναζητούσαν από δεκαετίες πριν την Επανάσταση συμμάχους, πιστεύοντας μάταια ότι τα χριστιανικά έθνη της Δύσης ή το επίσης ομόθρησκο «ξανθό γένος» των Ρώσων θα προσέφεραν τη στήριξή τους στον αγώνα. Στην εξωτερική πολιτική, ωστόσο, δεν υπάρχουν «φιλίες» και δεδομένες συμμαχίες. Η «φιλική» ή μη στάση των χωρών, δηλαδή των εξουσιών τους, υπαγορεύεται πάντοτε από την ύπαρξη ή μη κοινών συμφερόντων στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, γι’ αυτό άλλωστε και η στάση αυτή διαρκώς μεταβάλλεται. Όποτε οι Έλληνες, στη διάρκεια της Επανάστασης αλλά και μετά, το εκμεταλλεύτηκαν αυτό, κατάφεραν να επωφεληθούν.
Και οι δυνάμεις, εχθρικές αρχικά στο σύνολό τους προς την Ελλάδα, επιδιώκοντας να αποκομίσουν τα μέγιστα δυνατά οφέλη αλλά και ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους, έδρασαν αναλόγως: Άλλοτε αντιτάχθηκαν στην Επανάσταση και αρνήθηκαν κάθε βοήθεια. Άλλοτε προσπάθησαν, δημιουργώντας φιλικά προς αυτές κόμματα στον ελληνικό χώρο, να αποκτήσουν τον έλεγχο των ελληνικών ομάδων συμφερόντων. Άλλοτε παραχώρησαν δάνεια με εξευτελιστικούς για τους Έλληνες όρους. Και, εν τέλει, και όταν φαινόταν ότι όλα έχουν χαθεί για τους Έλληνες, παρενέβησαν στρατιωτικά και αναγνώρισαν την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Ανεξαρτησία από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όχι ανεξαρτησία από τις ίδιες τις δυνάμεις, μια και το κράτος που δημιουργήθηκε ήταν υποχείριό τους, ενώ είχαν πετύχει να δημιουργήσουν ένα «προκεχωρημένο φυλάκιο» στο μαλακό υπογάστριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ένα φυλάκιο στο οποίο θα αρχίσουν να καταφθάνουν σύντομα οι «έχοντες την τεχνογνωσία» Ευρωπαίοι που θα το «οργανώσουν» αντιγράφοντας δυτικοευρωπαϊκούς νόμους σε μια ολότελα διαφορετική κοινωνία. Ένα φυλάκιο στο οποίο οι δυνάμεις θα ανταγωνιστούν για άλλη μια φορά για το ποιον μονάρχη της αρεσκείας τους θα επιβάλλουν.
             Για τις ευρωπαϊκές εξουσίες η επανάσταση ήταν ένας ενοχλητικός ξεσηκωμός που, υπό την πίεση των οικονομικών τους ελίτ μεταβλήθηκε σε αξιοποιήσιμο πολιορκητικό κριό στον ανταγωνισμό τους για τον διαμερισμό των ιματίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για τους λαούς της Ευρώπης αυτή η Επανάσταση είχε άλλου είδους εμβέλεια. Ήταν μια ελπίδα ότι η φλόγα της Γαλλικής Επανάστασης σιγά σιγά μεταλαμπαδευόταν σε όλη την Ευρώπη. Ότι οι καταπιεσμένοι λαοί, ανεξαρτήτως πολιτικού συστήματος, στρέφονται ενάντια στην εξουσία και επιχειρούν να διαχειριστούν τις τύχες τους. Το μεγάλο κύμα του φιλελληνισμού που γιγαντώνεται με την εξέλιξη της Ελληνικής Επανάστασης περιλαμβάνει ασφαλώς πολλές περιπτώσεις ανθρώπων: Από ρομαντικούς λάτρεις της ελληνικής ομορφιάς και του αρχαίου πνεύματος, μέχρι κοινωνικούς αγωνιστές που βλέπουν στην Επανάσταση των Ελλήνων ένα παράδειγμα προς μίμηση. Οι φιλέλληνες που θα έρθουν να πολεμήσουν στο πλευρό των Ελλήνων, ή που θα αρθρογραφήσουν για τους Έλληνες στα έντυπα του εξωτερικού προσπαθώντας να επηρεάσουν τις κατά τόπους εξουσίες ή που θα δημιουργήσουν λογοτεχνικά κείμενα εμπνευσμένα από την Επανάσταση, συγκροτούν ένα δυναμικό πρωτίστως πνευματικό και ηθικό που κρατά ζωντανές και αναπτερώνει τις ιδέες του Διαφωτισμού  και στέλνει στην Ευρώπη το μήνυμα ότι η ισορροπία των πραγμάτων που επιθυμούν οι ελίτ είναι δυνατό να ανατραπεί, ότι δεν είναι μάταιο οι άνθρωποι να ξεσηκωθούν για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Ίσως η Ελληνική Επανάσταση ήταν η επιβεβαίωση της ελπίδας ότι οι λαοί μπορούν να συνεχίσουν να αγωνίζονται ενάντια στους δυνάστες τους, και ότι μπορούν να νικήσουν. Μήνυμα που πήραν και οι υπόλοιποι οθωμανοκρατούμενοι λαοί, μήνυμα που έφτασε ακόμη και μέχρι την αμερικανική ήπειρο, όπου την ίδια εποχή βρίσκονταν σε εξέλιξη απελευθερωτικά κινήματα. Αν οι ελίτ της Ευρώπης δυσανασχέτησαν με την Επανάσταση και προσπάθησαν να την πατρονάρουν, οι λαοί της Ευρώπης είδαν σ’ αυτήν την επιβεβαίωση ότι η τύχη τους μπορεί να αλλάξει.
            Οι Επαναστάσεις ασφαλώς δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο εκ βάθρων. Καμία μέχρι σήμερα δεν το πέτυχε. Και, σε ορισμένες περιπτώσεις, το τίμημά τους είναι βαρύ. Η Ελληνική Επανάσταση ασφαλώς δεν έφερε όλα τα αποτελέσματα που προσδοκούσαν οι επαναστατημένοι Έλληνες – οι μελανές σελίδες δεν έλειψαν ούτε κατά τη διάρκειά της ούτε μετά την ανακήρυξη του νεοελληνικού κράτους. Ήταν, παρ’ όλα ταύτα, αναμφισβήτητα, ένα άλμα προς τα μπρος. Το νεοσύστατο κράτος, με όλες του τις παιδικές αρρώστιες, ήταν ένα αποφασιστικό βήμα πολιτειακής οργάνωσης. Ήταν ένας συντεταγμένος βηματισμός του ελληνικού έθνους προς το μέλλον. Ήταν η νίκη ενός λαού απέναντι σε μια δυναστική εξουσία.
Ο ατελής χαρακτήρας αυτής της νίκης δείχνει ότι αυτός ο αγώνας ενάντια στις δυναστικές εξουσίες είναι υπόθεση διαρκής, όσο και επιτακτική. Δεν μιλώ για ένοπλο αγώνα, ούτε ανήκω σε αυτούς που από τον καναπέ τους οραματίζονται αιματοχυσίες (κάποιων άλλων) για να αλλάξει ο κόσμος (και για τους ίδιους). Μιλώ για αγώνα διαρκή σε επίπεδο πολιτικής και κοινωνικής δυναμικής, μιλώ για πίστη στην πρόοδο και στην αλλαγή, για έμπρακτη αμφισβήτηση που δεν μπορεί να είναι μόνο γκρίνια και άρνηση, αλλά οφείλει να είναι και θέση, πρόταση, δράση. Ιδιαίτερα σε εποχές όπως η σημερινή, που τόσο οι ατομικές ελευθερίες όσο και οι βασικές αρχές της δημοκρατίας υφίστανται πολλαπλές επιθέσεις από διάφορες εξουσίες, εθνικές και υπερεθνικές, πολιτειακές και οικονομικές, οι λαοί οφείλουν να αντιστέκονται και να διεκδικούν αυτό το βήμα προς τα μπρος που ονειρεύτηκαν και πέτυχαν οι Έλληνες το 1821. Γιατί όταν η εξουσία επιχειρεί απεγνωσμένα και καταναγκαστικά να σε πείσει ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος, τότε πρέπει να καταλάβεις ότι ήρθε η στιγμή να κλείσεις τα αυτιά σου,  να σηκώσεις τα μανίκια σου, να πάρεις τα εργαλεία σου, και να τον ανοίξεις εσύ αυτόν τον καινούριο δρόμο.
           
           

            

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]