Ένα ράφι στη ντουλάπα [ώρες αυτοκριτικής...]



Ένα ράφι στη ντουλάπα μου είναι γεμάτο από πακετάκια - μικρά βιβλιαράκια. Είναι τα ανάτυπά μου. Αποσπάσματα δηλαδή από τόμους συνεδρίων, από επιστημονικά περιοδικά, όπου κατά καιρούς έχουν φιλοξενηθεί μικρές μελέτες που έχω γράψει. Είναι παλιά πρακτική: οι εκδότες εκτός από τους τόμους τυπώνουν επιπλέον σε καμιά τριανταριά αντίτυπα ξεχωριστά τις μελέτες καθενός και του τις στέλνουν, με ένα χαρτονένιο εξωφυλλάκι. Οι περισσότεροι τα χαρίζουν σε βιβλιοθήκες, σε φίλους τους ή σε άλλους συναδέλφους τους από τον ίδιο επιστημονικό χώρο, τα βάζουν στους φακέλους τους όταν είναι υποψήφιοι για κάποια ακαδημαϊκή θέση ή όταν κρίνονται για να προαχθούν σε κάποια επόμενη ακαδημαϊκή βαθμίδα. Καθεμιά τέτοια δημοσίευση είναι μια γραμμή στο βιογραφικό τους – είναι «κάτι». Αυτή η γραμμή βέβαια κρύβει πολύ χρόνο (καμιά φορά και μήνες ολόκληρους) δουλειάς για να βγει αυτή η μελέτη που θα κυκλοφορήσει σε πολύ λίγα αντίτυπα (τώρα τελευταία ορισμένες δεν τυπώνονται καν και υπάρχουν μόνο σε ηλεκτρονική μορφή). Ακόμα λιγότερα είναι τα μάτια που θα τη διαβάσουν – συνήθως κάποιος στο (εγγύς ή απώτερο) μέλλον που θα κάνει μια σχετική εργασία και θα χρησιμοποιήσει αυτή τη βιβλιογραφική αναφορά.

Με τα δικά μου ανάτυπα δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Κάθονται εκεί και πιάνουν τον τόπο χωρίς να πιάνουν τόπο κάμποσα χρόνια – έχω χαρίσει μερικά σ’ ένα φίλο μου, δίνω πάντα ένα στη μάνα μου, όταν δεν λέει μέσα πολύ ακαταλαβίστικα πράγματα. Χάρηκα μάλιστα όταν ένα τελευταίο, που έλεγε για κάποιον που σκότωσε τη γυναίκα του και τον εκτέλεσαν, το δάνεισε και στη γειτόνισσα για να το διαβάσει… Πιστεύω όμως ότι το πιο σημαντικό πράγμα που έκανα μ’ αυτά ήταν ότι κάποτε χρησιμοποίησα ένα, διπλωμένο στα δύο, για να στηρίξω ένα βαρύ έπιπλο που έγερνε κάπως. Το ανάτυπο ήταν μια μελέτη για το θέατρο στα Επτάνησα που μου είχε πάρει κάμποσες εβδομάδες να τη γράψω, πάντως αξιοποιήθηκε δεόντως και για καλό σκοπό. Σήκωσε ένα τεράστιο βάρος, όχι με τον επιστημονικό της όγκο, αλλά με το ταπεινό της μέγεθος καμιά τριανταριά σελίδων χαρτιού.

Δεν ξέρω πια τί να τα κάνω. Στη δουλειά μου δεν μπορούν να με βοηθήσουν. Δεν μπορώ να διδάξω στο σχολείο τίποτα απ’ όλα αυτά, λόγω ειδικότητας. Ούτε λογοτεχνία, ούτε θέατρο. Η ανακύκλωση φαντάζει μόνη ενδεδειγμένη λύση, αλλά από την άλλη, ψιλολυπάμαι τις δεκάδες μέρες, τις εκατοντάδες ώρες που έχω αφιερώσει για την έρευνα και το γράψιμό τους. Μου θυμίζουν, άλλωστε, πόσο μου άρεσε η έρευνα, πόσο μου αρέσει ακόμα. Μου θυμίζει το ξεφύλλισμα των παλιών βιβλίων, τα κιτρινισμένα φύλλα των παλιών εφημερίδων, τα τρεμάμενα γράμματα πάνω στα χειρόγραφα, την απίστευτη χαρά του να βρίσκεις κάτι μικρούλι, του να σε πηγαίνει το ένα στοιχείο στο άλλο, το να σου φανερώνεται ένα, έστω απειροελάχιστο, μυστικό. Αλλά, έρευνα για την έρευνα; Για να ικανοποιεί κανείς το μεράκι του; Και το αποτέλεσμα;

Η αίσθησή μου είναι ότι η συμβολή στην επιστήμη όλων αυτών των σελίδων που πάσχισα ομολογουμένως πολύ για να γράψω είναι μάλλον μικρότερη από την περιβαλλοντική καταστροφή που έχει επιφέρει στο οικοσύστημα η κοπή των δέντρων που χρειάστηκαν για να παραχθεί το χαρτί στο οποίο τυπώθηκαν. Διάβαζα πριν από λίγο καιρό στο «Βήμα» για τον τεράστιο όγκο των επιστημονικών εργασιών που παράγονται παγκοσμίως και που ουδόλως προάγουν την επιστήμη – που κανείς δεν προλαβαίνει πλέον να διαβάσει. Είναι κι αυτά εργαλεία σ’ ένα σύστημα που «αξιολογεί» το επιστημονικό έργο κάποιου μέσα μια δαιδαλώδη κλίμακα που αδυνατώ και αρνούμαι να συλλάβω. Δεν είναι μόνο το πόσες δημοσιεύσεις έχεις, αλλά και το σε πόσα διεθνή περιοδικά βρίσκονται αυτές, και πόσοι άλλοι αναφέρθηκαν σε σένα, και σε πόσα συνέδρια έχεις πάει, και σε πόσα υπήρχε κριτική επιτροπή αξιολόγησης – ζαλίζομαι μόνο και στη σκέψη ότι κάποιος μπορεί να μετράει την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία με τέτοιους τρόπους…  Είναι κανόνας του παιχνιδιού θα μου πείτε... Αλλά μετριέται η επιστήμη με πόντους και γραμμές στο βιογραφικό μας;

Εδώ βέβαια θα μπορούσε κάποιος να μου προσάψει το «όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια». Ασφαλώς, μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα υπάρχουν πάμπολλες αξιολογότατες μελέτες, που, σε αντίθεση με αυτές που φιλοξενεί η ταπεινή μου ντουλάπα, πραγματικά προσφέρουν καινούρια πράγματα στην επιστήμη και στη γνώση. Υπάρχουν. Σπουδαίες, από σπουδαίους ερευνητές, που έχω πραγματικά ζηλέψει. Όχι φθονήσει. Ζηλέψει. Με την έννοια, ότι κάπως έτσι θα ήθελα να ήταν και οι δικές μου μελέτες. Αλλά ο αληθινός ερευνητής περνάει ατέλειωτες ώρες σε βιβλιοθήκες, αρχεία, ηλεκτρονικές (πλέον) πηγές και παράγει καινούρια γνώση. Αν έλεγα ότι υπάρχει έστω και μία πιθανότητα τα κλεισμένα στη ντουλάπα μου ανάτυπα να παράγουν καινούρια γνώση, μπορεί να ήμουν ευτυχισμένος, αλλά σίγουρα θα ήμουν (μικρός ή μεγάλος ακόμα δεν το έχω ξεκαθαρίσει) ψεύτης.

Είναι κι αυτά ένα ελάχιστο κομμάτι εκείνου του τεράστιου σωρού των εργασιών που γράφονται πλέον με ταχύτητα οπλοπολυβόλου, ανακοινώνονται σε συνέδρια και δημοσιεύονται σε περιοδικά σε κολοσσιαίες ποσότητες και τελικά δεν διαβάζονται από κανέναν. Που ουσιαστικά δημιουργούν «θόρυβο» στην επιστήμη,  («μπούγιο» θα το λέγαμε πιο λαϊκά), που δεν της ανοίγουν κανέναν ορίζοντα. Που ενδεχομένως αποσυντονίζουν κι αυτούς τους λίγους ρέκτες που ψάχνουν μανιωδώς τα επιστημονικά περιοδικά αναζητώντας να διαβάσουν κάτι πραγματικά καινούριο. Και δεν το βρίσκουν πια.

Κουράστηκε η επιστήμη (και μιλώ κυρίως για τις ανθρωπιστικές επιστήμες); Δεν νομίζω. Δεν υπάρχει πεπερασμένη γνώση, για να πούμε ότι έφτασε στο φουλ η χωρητικότητα του σκληρού της δίσκου. Απλώς φοβάμαι ότι δεν μπορεί πια να «επεξεργαστεί» όλον αυτόν τον πληθωρισμό από μελέτες που κατακλύζει συνέδρια και επιστημονικά περιοδικά. Δεν μπορεί πια να χωνέψει όλα αυτά τα ανάτυπα που τυπώνονται μανιωδώς και στοιχειώνουν ντουλάπες. Χαμένες εργατοώρες, καμμένη φαιά ουσία, χωρίς ουσιώδες τελικό αποτέλεσμα, χωρίς, στην πραγματικότητα, τελικό αποδέκτη. Όπερ εστι μεθερμηνευόμενον, στα αζήτητα.

Ίσως λοιπόν είναι καιρός κάποιοι να αφήσουμε ήσυχη την επιστήμη, να τη γυρίσουμε πίσω στους αληθινούς ερευνητές. Αν την αγαπάμε πραγματικά, πρέπει να σταματήσουμε να γεμίζουμε τη ντουλάπα μας με ανάτυπα. Η δικιά μου, άλλωστε, δεν χωράει άλλα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά