Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40



Φωτ. Βούλα Παπαϊωάννου

 
Στα ιστορικά βιβλία, κυρίως αυτά που αφορούν μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις όπως ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, διαβάζουμε συνήθως για τα «γυναικόπαιδα» ή στην καλύτερη περίπτωση για τους «αμάχους» (που είναι λίγο ευρύτερος όρος και περιλαμβάνει και τους ηλικιωμένους ή ανήμπορους να πολεμήσουν άντρες). Αυτοί οι χαρακτηρισμοί που δεν έχουν φύλο και ηλικία, που παραπέμπουν σε μάζα, σε σύνολο ανθρώπων, συνήθως μνημονεύονται όταν ο ιστορικός πρόκειται να καταγράψει ανθρώπινες απώλειες, τα θύματα δηλαδή μιας μάχης που δεν ανήκουν στις στρατιωτικές δυνάμεις, τις οποίες κατά συντριπτική πλειοψηφία στις παλαιότερες εποχές στελέχωναν άντρες. Τα «γυναικόπαιδα» αυτά συνήθως είναι ένας απλός αριθμός, που έχει προκύψει από κάποια πρόχειρη καταμέτρηση (καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολο υπό συνθήκες πολέμου να μπορεί κανείς να δώσει απολύτως αξιόπιστα στατιστικά δεδομένα για τον άμαχο πληθυσμό, στο βαθμό που μπορεί να το κάνει για τους στρατιώτες). Τα «γυναικόπαιδα» δεν έχουν ταυτότητα, δεν έχουν βαθμό, είναι μια απροσδιόριστη μάζα, ένας αμφισβητούμενος αριθμός που συνήθως χρησιμοποιείται για να υπογραμμίσει τη σφοδρότητα μιας πολεμικής σύγκρουσης και την αγριότητα του πολέμου. Στα επίσημα έγγραφα που αποτελούν τις πηγές της ιστορίας, όλοι οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν στατιστικές λεπτομέρειες – τις περισσότερες φορές δεν μπορούμε να μάθουμε περισσότερα πράγματα γι’ αυτούς, με την ακρίβεια που μαθαίνουμε για τις στρατιωτικές κινήσεις, τον εξοπλισμό, τα ονόματα των αξιωματικών. Δεν έχουν όνομα τα γυναικόπαιδα. Είναι οι κομπάρσοι που συνήθως πεθαίνουν. Είναι τα άοπλα θύματα, που αφήνουν πίσω τους οι μαζικές εκτελέσεις,  οι εμπρησμοί ολόκληρων οικισμών, οι βομβαρδισμοί, τα μπλόκα, οι νάρκες, η ασιτία και οι αρρώστειες στους φοβερούς χειμώνες της κατοχής, οι εκτοπίσεις στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Είναι τα θύματα που η βαρβαρότητα του πολέμου, κατά παράβαση κάθε λογικής αλλά και κάθε συνθήκης και κανόνα δικαίου, εξολοθρεύει χωρίς να εμπλέκονται άμεσα στην αντιπαράθεση, που οι αντίπαλοι χρησιμοποιούν χωρίς αιδώ σαν εργαλείο για στρατηγικά ή επικοινωνιακά τεχνάσματα. Αυτές οι χιλιάδες ανώνυμες γυναίκες, τα ανώνυμα παιδιά, τα πιο αθώα θύματα του πολέμου, δεν βρίσκουν ποτέ δικαίωση –είναι οι ανώνυμοι μάρτυρες του παραλογισμού κάθε πολέμου.   
Λέλα  Καραγιάννη
Εξώφυλλο του Μικρού Ήρωα
Αλλά κι αν, σ’ ένα παιχνίδι του μυαλού, προσπαθήσουμε να ανακαλέσουμε ονόματα γυναικών και παιδιών που συνδέονται με την ιστορία του πολέμου και της αντίστασης, θα μας έρθουν στο νου ελάχιστα, σε σχέση με όσα ανδρικά ονόματα θα θυμηθούμε. Θα θυμηθούμε τη Σοφία Βέμπο, θα θυμηθούμε κάποιες από τις ηρωίδες της αντίστασης όπως τις Λέλα Καραγιάννη, Ηλέκτρα Αποστόλου, Ηρώ Κωνσταντοπούλου, θα θυμηθούμε την αυτοκτονία της Πηνελόπης Δέλτα όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Αθήνα… Ίσως και κάποιες λογοτεχνικές μορφές που διέσωσαν αναμνήσεις από την Κατοχή, όπως τη Διδώ Σωτηρίου ή την Ιωάννα Τσάτσου…έπειτα ο νους μας θα πάει στις πρωταγωνίστριες του ελληνικού σινεμά, οι οποίες κατά τη δεκαετία του 1960 υποδύθηκαν ρόλους αντιστασιακών, ενδεχομένως και κάποιες γυναίκες από την τοπική μας κοινωνία που επέδειξαν κοινωνική δράση εκείνα τα χρόνια (όπως την Ελένη Κοσμετάτου και τη δράση της με στον Ερυθρό Σταυρό)… και αυτό είναι όλο… Από ονόματα παιδιών θα θυμηθούμε μόνο έναν φανταστικό ήρωα, τον Γιώργο Θαλάσση, από το λαϊκό ανάγνωσμα του «Μικρού Ήρωα»… και αυτό είναι όλο… Όλες οι άλλες γυναίκες, όλα τα άλλα παιδιά, για την ιστορία είναι απλά γυναικόπαιδα… Και όσο φεύγουν από κοντά μας οι άνθρωποι που έζησαν εκείνες τις φοβερές στιγμές και ξεχνιούνται τα ονόματα και οι μικρές ιστορίες των γυναικών και των παιδιών εκείνου του καιρού, τόσο αυτή η μάζα των «γυναικόπαιδων» γίνεται πιο αόριστη, πιο συγκεχυμένη, στο σημείο που φτάνουμε να αναρωτιόμαστε: Μα, στ’ αλήθεια, πού ήταν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι, γυναίκες και παιδιά; Ήταν εκεί μόνο για να τους σκοτώσουν κάποιοι; Ή μήπως τα πράγματα δεν είναι έτσι; Μήπως, πίσω από τα ψυχρά νούμερα που αποτυπώνει η ιστορία, υπάρχουν χιλιάδες ιστορίες ανθρώπων, χιλιάδες μικροί, σιωπηλοί πρωταγωνιστές του αγώνα για τους οποίους δεν θα μάθουμε ποτέ;
Αυτή την ψιθυριστή, άγραφη ιστορία θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε, μια ιστορία χωρίς πολλά τεκμήρια, χωρίς πολλές έγγραφες αποδείξεις, χωρίς ντοκουμέντα, που γραφόταν κάθε στιγμή του πολέμου σε κάθε ελληνικό σπίτι, αλλά και έξω απ’ αυτό, στα σχολεία, στους δρόμους, στους σταθμούς, στα νοσοκομεία, ακόμα και στα βουνά και στα θέατρα των πολεμικών επιχειρήσεων, από γυναίκες και παιδιά που το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα μάθουμε ποτέ τα ονόματά τους.
Αν στα βιβλία της ιστορίας δεν φθάνουν όλες εκείνες οι χιλιάδες ιστορίες γυναικών και παιδιών, ακόμα υπάρχουν στις αναμνήσεις των ανθρώπων, αλλά και στα φωτογραφικά ντοκουμέντα που μας έχουν διασώσει από εκείνη την εποχή σπουδαίοι φωτογράφοι μας. Εκείνοι που θέλησαν να δουν και πέρα από την πρώτη γραμμή των μαχών και να καταγράψουν τις μορφές των ανθρώπων εκείνης της εποχής στο ασπρόμαυρο φιλμ τους. Αυτές οι ανθρώπινες μορφές ίσως και να μπορούν να μας πουν περισσότερα απ’ όλα τα βιβλία ιστορίας – αν διαβάσουμε προσεκτικά τα πρόσωπα και τα μάτια τους. Ο Σπύρος Μελετζής, ο Κώστας Μπαλάφας, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, και η Βούλα Παπαϊωάννου, άφησαν πίσω τους τεράστιο όγκο φωτογραφικού υλικού από εκείνη την περίοδο, στιγμιαίες απεικονίσεις μιας αλήθειας που η γραφίδα του ιστορικού δεν είναι σε θέση να περιγράψει.
Δεν ήταν μόνο αμέτοχα θύματα οι γυναίκες και τα παιδιά σε αυτή τη συγκλονιστική περίοδο που έχουμε συνηθίσει να αναφέρουμε με τον διψήφιο αριθμό «40». Η συμμετοχή τους ήταν ενεργός και δυναμική τόσο στη γραμμή της αντιπαράθεσης όσο και στα μετόπισθεν, εκεί όπου η ζωή συνεχιζόταν, εκεί όπου ήταν αναγκαίο το νήμα της καθημερινότητας να μη διακοπεί. Γιατί ο πόλεμος έχει δύο πραγματικότητες, έχει δύο ταυτόχρονα παρόντα: Εκείνο της μάχης, όπου πέρα από κάθε λογική καθημερινοί άνθρωποι συγκρούονται και σκοτώνουν άλλους ανθρώπους, και την ίδια στιγμή ένα άλλο παρόν, εκείνο της καθημερινής ζωής, που επηρεάζεται και πλήττεται από την πολεμική αντιπαράθεση, αλλά πρέπει να αντέξει να υπάρχει πλάι στον πόλεμο, γιατί η ζωή δεν μπορεί να σταματήσει.
Πηγή: ΓΕΣ - Δ.Ι.Σ.
Οι μανάδες είναι εκείνες που θα αποχαιρετήσουν, με το πρώτο σάλπισμα του πολέμου, τα παιδιά τους που θα πάρουν τον δρόμο για το μέτωπο. Θα δουν τους ανθρώπους τους ίσως για τελευταία φορά. Θα τους δώσουν μαζί ένα φυλαχτό. Λίγο πιο πέρα, οι αγαπημένες, οι σύζυγοι, τα παιδιά των στρατιωτών. Η επιστράτευση φέρνει μια τομή στην καθημερινή ζωή όλων, διακόπτει τη φυσιολογική ροή της ζωής τους. Εκείνοι που φεύγουν για το μέτωπο, μαζί με τον  πόθο τους να συμβάλουν στη μάχη της πατρίδας παίρνουν μαζί τους και την αγωνία για το τι θ’ απογίνουν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που αφήνουν πίσω τους. Οι γέροι, οι γυναίκες, τα μικρά τους αδέλφια, τα παιδιά τους. Μπαίνουν στο τραίνο και αφήνουν πίσω τους ένα μεγάλο κενό, που εκείνοι που έμειναν πίσω όσο κρατάει ο πόλεμος καλούνται να καλύψουν. Στην Ελλάδα των χρόνων εκείνων, με το μεγάλο ποσοστό γεωργικής οικονομίας, μόνο τα χέρια των παιδιών και των γυναικών μένουν για το χωράφι. Την ίδια στιγμή, στις πόλεις, οι οικογένειες στηρίζονταν κυρίως στην εργασία του άντρα – οι εργαζόμενες γυναίκες ήταν λιγοστές. Το κενό της απουσίας του άντρα, ως παράγοντα της οικονομικής επιβίωσης της οικογένειας, αλλά και ως συνεκτικού στοιχείου της οικογένειας καλούνται να το καλύψουν οι ίδιες οι γυναίκες αλλά και τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας. Οι γυναίκες ιδίως καλούνται να προσπεράσουν για το διάστημα του πολέμου το δικό τους προσωπικό πρόβλημα, την απουσία του συντρόφου τους, και να γίνουν οι ίδιες και γυναίκες και άντρες, προκειμένου η οικογένεια σε όλα τα επίπεδα, οικονομικό, κοινωνικό και συναισθηματικό, να συνεχίσει να υφίσταται με όσο το δυνατόν λιγότερα πλήγματα. Αγρότισσα και αγρότης μαζί, μάνα και πατέρας, νοικοκυρά και «κουβαλητής» (κατά την προσφιλή έκφραση της εποχής) γίνεται η γυναίκα, ενσωματώνοντας στον παραδοσιακό της ρόλο μια πολλαπλότητα που προαναγγέλλει, και ενδεχομένως επιταχύνει, τη χειραφέτησή της στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν τον πόλεμο.
Παρόμοια είναι η θέση των μεγαλύτερων παιδιών της οικογένειας, ιδίως των μεγαλύτερων αγοριών, τα οποία καλούνται να αναλάβουν ορισμένες από τις δράσεις του ρόλου του πατέρα στην καινούρια πραγματικότητα. Όμως το τιμόνι της οικογένειας σε ό,τι αφορά τη λήψη αποφάσεων, και την ευθύνη της ανατροφής των παιδιών το έχει καθολικά η γυναίκα. Και αυτός ο δισυπόστατος και πολυδιάστατος ρόλος συχνά διαρκεί πολύ περισσότερο από την πολεμική αντιπαράθεση, σε περίπτωση που ο άντρας πέσει θύμα στο πεδίο της μάχης. Παράλληλα, οι λίγες γυναίκες οι οποίες στελεχώνουν τη διοίκηση και την εκπαίδευση επωμίζονται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με το παρελθόν αυξημένες αρμοδιότητες, καλούμενες να υποστηρίξουν περισσότερο ουσιαστικά και με ευρύτερες ευθύνες μια κρατική μηχανή που μέχρι τότε τις παραγκώνιζε σε επικουρικούς και όχι επιτελικούς ρόλους. Η γραμματέας και η δασκάλα είναι κι αυτές ηρωίδες του πολέμου.
Πηγή: ΓΕΣ-Δ.Ι.Σ.
Ωστόσο, η συμβολή της γυναίκας στην πρώτη αυτή φάση του πολέμου δεν είναι μόνο στα μετόπισθεν. Στη μάχη, οι ηπειρώτισσες γυναίκες έδωσαν δυναμικό «παρών» στο αλβανικό μέτωπο, υποβοηθώντας τον Ελληνικό Στρατό με τη μεταφορά πυρομαχικών και εφοδίων με γαϊδουράκια ή ακόμα και στην πλάτη τους μέσα από τις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου. Ανοίγουν δρόμους με τα φτυάρια, αντιπαλεύουν τις καιρικές συνθήκες, ράβουν ή μπαλώνουν ρούχα για τους στρατιώτες. Πολύ συχνά στην προσπάθεια συμμετέχουν και παιδιά, μια και οι ενήλικες άντρες βρίσκονται ήδη στο μέτωπο. Κάποιοι από αυτούς είναι τα παιδιά τους, συγγενείς, συγχωριανοί τους, που ο πολεμος τους χώρισε, και τους ενώνει ξανά με αυτό τον ιδιότυπο τρόπο.
Πηγή: ΓΕΣ -Δ.Ι.Σ.
Οι γυναίκες νοσοκόμες και γιατροί τους πρώτους εκείνους μήνες της αλβανικής εποποιίας είναι εκείνες που θα δώσουν, υπό δραματικές συνθήκες και με ελάχιστα μέσα την ανακούφιση στον πόνο των τραυματιών. Οι Ερυθροσταυρίτισσες θα δώσουν σ’ αυτόν τον νευραλγικό τομέα όλες τις δυνάμεις τους όσο η αντιπαράθεση στο αλβανικό μέτωπο, αλλά  και αργότερα, όπως θα δούμε μετά τη γερμανική εισβολή, θα κάνει πιο δραματική την ανθρωπιστική κρίση, ενώ σύλλογοι γυναικών αναλαμβάνουν δράση ράβοντας και πλέκοντας ρούχα για τον στρατό.
Η κατάρρευση του μετώπου μετά τη γερμανική εισβολή την άνοιξη του 1941 και η τριπλή κατοχή της χώρας (ιταλική, γερμανική και βουλγαρική) δημιουργούν μια καινούρια πραγματικότητα, πιο μακρόχρονη από τον πόλεμο, αλλά και ένα πλήθος απειλές για την ελληνική οικογένεια.  Πολλές οικογένειες έχουν αποδεκατιστεί από τον πόλεμο - εκτός από τους νεκρούς, πολλοί επιστρέφουν σωματικά και ψυχικά τραυματίες και ανάπηροι,  ανήμποροι να αναλάβουν εκ νέου τον ρόλο που είχαν προηγουμένως στην οικογένεια, ιδιαίτερα μάλιστα τώρα, που οι ξένες κατοχές επιβάλλουν με ωμότητα και αυταρχισμό την εξαθλίωση στην οικονομική και κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Περιουσίες έχουν καταστραφεί ή καταστρέφονται, οι δυνάμεις κατοχής είναι παράγοντας που διαλύει την κοινωνική πραγματικότητα όπως τη γνώριζαν. Τα τρόφιμα εξαφανίζονται ο χειμώνας του ’41-’42 είναι τρομακτικός – είναι ανεξακρίβωτος, αλλά σίγουρα πολύ μεγάλος, ο αριθμός των θανάτων από ασιτία και αρρώστιες. Τα παιδιά είναι και εδώ τα πιο τραγικά θύματα. Οι φρικιαστικές εικόνες των σκελετωμένων παιδιών της κατοχής θα στοιχειώνουν για πάντα την ιστορική μνήμη. Η πείνα κινητοποιεί εδώ τη γυναίκα ακόμη περισσότερο. Είναι αδήριτη αναγκαιότητα να ζήσουν τα παιδιά της. Πρέπει να βρει τρόπο να ζήσουν. Στην ύπαιθρο τα αγρια χόρτα, το λιγοστό λάδι που θα έχει κρυμμένο ακόμα και κάτω από τη γη, το λιγοστό ψωμί που θα ζυμώσει θα κρατήσουν στη ζωή την οικογένεια. Στην πόλη όμως; Στην πόλη θα τρέξει για το συσσίτιο, θα βγει και θα ψάξει απεγνωσμένα, είτε με τον άντρα της είτε μόνη της, στη μαύρη αγορά για λίγη τροφή. Και στην πόλη και στο χωριό η γυναίκα της κατοχής θα επινοήσει συνταγές που θα προσπαθούν να επιτύχουν ότι και ο Χριστός στον Γάμο της Κανά: με μηδενικά έως ελάχιστα υλικά να θρέψουν μια ολόκληρη οικογένεια. Κι εδώ, και πάλι, η γυναίκα θα οικονομήσει, καθώς αυτή τη φορά το σπίτι της, το βασίλειό της, δέχεται άμεσα την απειλή του κατακτητή που μπορεί να το επιτάξει, να το λεηλατήσει, να το καταστρέψει. Η γυναίκα πρέπει να γίνει αυστηρή παιδονόμος, γιατί πια ακόμη και το να κυκλοφορήσει κανείς στον δρόμο είναι επικίνδυνο. Πρέπει να γίνει δασκάλα, όταν το παιδί της δε μπορεί να πάει στο σχολείο. Πρέπει να βρει ρούχα, να κρατήσει το σπίτι ζεστό και καθαρό, και όσο γίνεται όμορφο. Όταν ο κόσμος εκεί έξω είναι αβάσταχτα φρικτός, η γυναίκα πρέπει να φτιάξει με το τίποτα ένα καταφύγιο για όλη την οικογένεια, όπου όλοι θα νιώθουν έστω και μια επίπλαστη ασφάλεια. Όπου όλοι καταφεύγουν για να μην τρελλαθούν από τους ήχους των σφαιρών, από το αίμα, από τα πτώματα, από την πείνα. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ολόκληρες οικογένειες θα ξεριζωθούν από τα σπίτια τους και θα εκτοπιστούν. Και εκεί η γυναίκα θα πρέπει να ξαναχτίσει το σπίτι της από την αρχή.
Όμως θα βγει και έξω από το σπίτι και θα δράσει. Θα πρωταγωνιστήσει στα συσσίτια και κάθε φιλανθρωπική προσπάθεια. Θα διδάξει τα πεινασμένα παιδιά όπου υπάρχει σχολείο, προσπαθώντας να αδρανοποιήσει την κατοχική προπαγάνδα που της επιβάλλεται. Θα προσπαθήσει, συμμετέχοντας στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή του τόπου, να δώσει την ανακούφιση της διασκέδασης, αυτή που μπορεί να γλιτώσει τον άνθρωπο προσωρινά από τον παραλογισμό του πολέμου. Στο πλευρό της τα παιδιά, όσα γλιτώνουν από την πείνα και τις κακουχίες, με τα τρομακτικά ψυχικά τραύματα του πολέμου, του αίματος, του θανάτου, θα ωριμάσουν με έναν τρόπο καταιγιστικό, βίαιο, απάνθρωπο. Οι αλάνες που έπαιζαν έχουν γίνει πια πεδία μάχης. Οι κατακτητές υπάρχουν παντού και είναι αδίστακτοι. Αυτά που κάποτε θαύμαζαν στα παιδικά τους πολεμικά παιχνίδια, οι στολές, οι μηχανές, τα όπλα, τώρα γίνονται εργαλεία τρόμου και θανάτου. Οι φίλοι τους, τα αδέλφια τους, οι γονείς τους πεθαίνουν από την πείνα, στα μπλόκα, στις εκτελέσεις. Πώς άντεξαν άραγε εκείνα τα παιδιά την αναμέτρηση με την τρέλλα;  Αυτό θα αναρωτιόταν κανείς σήμερα, που όλοι μας είμαστε ικανοί να καταρρεύσουμε ψυχικά με το παραμικρό.
Η απάντηση βρίσκεται ίσως στο γεγονός ότι ο ίδιος ο πόλεμος μετασχημάτισε δραματικά τις ταυτότητες τόσο των γυναικών όσο και των παιδιών. Κι αυτό δεν έγινε στο πεδίο των μαχών, αλλά στο επίπεδο της καθημερινότητάς τους. Η ξαφνική και βίαιη μεταβολή του περιβάλλοντος άλλαξε και τους κοινωνικούς ρόλους τόσο των γυναικών όσο και των παιδιών, προκειμένου να επιβιώσουν στις νέες συνθήκες.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι ιδιαίτερα η περίοδος αυτή συνέβαλε στη χειραφέτηση της γυναίκας που τόσο στις πόλεις όσο και στα χωριά ανέλαβε ρόλους που δεν θα της εκχωρούνταν τόσο εύκολα σε ειρηνική περίοδο. Το τεράστιο κεφάλαιο της συμμετοχής της γυναίκας στην Εθνική Αντίσταση είναι πιστεύουμε το πιο χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της χειραφέτησης. Εδώ έχουμε και την ένοπλη συμμετοχή των γυναικών στις αντάρτικες ομάδες του ΕΛΑΣ, αλλά και την ανάληψη επιτελικών θέσεων στις περιοχές που βρίσκονταν υπό την κατοχή των ανταρτών. Αλλά και στις πόλεις η γυναίκα συμμετέχει ενεργά με πολλούς ρόλους στην αντίσταση. Είναι παρούσα σε διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, συγκεντρώνει υλικά για να εφοδιάσει τις αντιστασιακές ομάδες, συμμετέχει με κάθε τρόπο σε αντάρτικες επιχειρήσεις και σαμποτάζ. Λειτουργεί ως σύνδεσμος, πληροφοριοδότης μεταξύ των πυρήνων των αντιστασιακών ομάδων, κάνει ακόμη και κατασκοπεία στις τάξεις των κατακτητών, καθώς είναι δύσκολο να υποψιαστεί κανείς τη δράση της. Προσφέρει καταφύγιο σε διωκόμενους αγωνιστές και πρωτοστατεί στη φυγάδευσή τους στην Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή.
Σημαντική είναι η συμβολή των γυναικών και στην ανάπτυξη και διάδοση του κατοχικού τύπου. Μεγάλος είναι ο αριθμός των περιοδικών εντύπων αλλά και φυλλαδίων που κυκλοφόρησαν παράνομα στη διάρκεια της κατοχής στα οποία οι γυναίκες έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη συγγραφή, την εκτύπωση και τη διανομή, με κίνδυνο της ζωής τους. Μεγάλος αριθμός αυτών των εντύπων έχει οριστικά χαθεί, καθώς η παράνομη κυκλοφορία τους και η μυστικότητα και οι συνωμοτικοί κανόνες που διέκριναν την οργάνωση του αγώνα ενάντια στον κατακτητή μας έχουν αποστερήσει από μεγάλο όγκο υλικού και ιστορικών πληροφοριών για την Εθνική Αντίσταση.
Την ίδια περίοδο και τα παιδιά συμβάλλουν με τον δικό τους τρόπο, επικουρικά, στην αντιστασιακή δράση. Μεταφέροντας μηνύματα σε χαρτάκια τόσο μικρά ώστε να μπορούν να τα καταπιούν σε περίπτωση που τους αντιλαμβάνονταν οι κατακτητές, γράφοντας συνθήματα στους τοίχους, ιδρύοντας αντιστασιακές οργανώσεις που το 1943 συναποτέλεσαν την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ), παίρνοντας ακόμη και τα όπλα και εντασσόμενα στις αντιστασιακές οργανώσεις. Ο πόλεμος και η κατοχή έκλεψαν για πάντα την παιδική τους ηλικία. Και οι μέρες που θα ακολουθούσαν, εκείνες του διχασμού και του εμφυλίου σπαραγμού θα ήταν ακόμη πιο δραματικές για εκείνες τις γενιές. Για μια ολόκληρη δεκαετία, αλλά για κάποιους και κάποια χρόνια παραπάνω, εκείνη η γενιά θα ζήσει σε ένα περιβάλλον φρίκης και απόλυτου παραλογισμού.
Όμως, μέσα σ’ όλη αυτή την τόσο ανοίκεια για τις γυναίκες και τα παιδιά ατμόσφαιρα οι γυναίκες και τα παιδιά άντεξαν. Παρότι ήταν τα πιο εύκολα θύματα αυτής της δραματικής εποχής όχι μόνο αγωνίστηκαν και στάθηκαν όρθιοι, αλλά συνέβαλαν, με τον διττό τρόπο που περιγράψαμε, και στο πεδίο της μάχης και της αντίστασης στις πόλεις και στο βουνό, αλλά και στα μετόπισθεν, προσπαθώντας να διατηρήσουν την ισορροπία που  χρειαζόταν για να μπορέσει αυτός ο λαός να πορευτεί μέσα στη δίνη της κατοχής προς την ελευθερία.
Στις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο, ο ελληνικός κινηματογράφος και οι πρωταγωνίστριές του (Η Τζένη Καρέζη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη και πολλές άλλες) αποτύπωσαν στο σελιλόιντ πολλές ιστορίες γυναικών τοποθετημένες χρονικά στην κατοχή και την Εθνική Αντίσταση που, μέσα στις σεναριακές συμβάσεις και τις όποιες υπερβολές τους, περιείχαν ψήγματα από τις ιστορίες εκείνων των άγνωστων γυναικών της αντίστασης. Και τα παιδιά, έβρισκαν έναν καινούριο φανταστικό ήρωα, που η δράση του ελάμβανε χώρα στα χρόνια της κατοχής. Ο Γιώργος Θαλάσσης, ο «Μικρός Ήρως» του Στέλιου Ανεμοδουρά, με την αγαπημένη του Κατερίνα και τον, όχι τυχαία, μόνιμα πεινασμένο αλλά παχουλό Σπίθα, δηλαδή δύο έφηβα αγόρια κι ένα κορίτσι, ήταν για τους νέους που είχαν ζήσει την περίοδο της κατοχής ό,τι και οι κινηματογραφικές ηρωίδες: Ένα μετείκασμα που θύμιζε πολλά σε πολλούς, μπορεί να εξιδανίκευε ενδεχομένως, για τις ανάγκες της μυθοπλασίας, τα κατορθώματα του νεαρού ήρωα, ωστόσο προσέφερε στις επόμενες γενιές, σε απόσταση αναπνοής από τα γεγονότα, ένα πρότυπο αγωνιστικότητας και ελευθεροφροσύνης. Ένα πρότυπο που ίσως, στη σημερινή εποχή, να το έχουμε χάσει, όπως ήδη από το 1976 είχε διαπιστώσει ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, γράφοντας το γνωστό μας αφιερωμένο στον Μικρό Ήρωα τραγούδι. Και ίσως, αν αναλογιστούμε την ανώνυμη, σιωπηλή, χαμένη ίσως για πάντα προσφορά όλων εκείνων των χιλιάδων γυναικών και παιδιών στην Αντίσταση, να μπορούμε κι εμείς να οπλιστούμε με εφόδια ψυχής, για τη δική μας αντίσταση, στη δική μας πραγματικότητα.

Εκφωνήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 2011, στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας (Αργοστόλι), στο πλαίσιο εκδήλωσης του Λυκείου Ελληνίδων για την εθνική επέτειο.

Σχόλια

  1. Ας διαβάσουμε επιτέλους την ιστορία μας μέσα από τις πηγές και όχι μέσα από τα δικά μας "γυαλιά"... είναι τόσο απλό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έχετε απόλυτο δίκιο. Δυστυχώς οι προσωπικές μαρτυρίες σταδιακά χάνονται, καθώς φεύγουν από τη ζωή όσοι έζησαν εκείνη τη δύσκολη περίοδο. Και όπως σε κάθε εποχή,πάντα αδικούνται οι "σιωπηλές φωνές", εκείνες των γυναικών. Σας ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά