Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...




















[Δημοσιεύτηκε με τον τίτλο: "Δύο Κεφαλλήνες, δεκαεννιά αντάρτες και τετρακόσια φράγκα. Μια δωρεά του Σπυρίδωνος Χαροκόπου υπέρ απελευθερώσεως ανταρτών στη Μακεδονία (1897-1900)", στον 11ο τόμο της επιστημονικής έκδοσης 'Κεφαλληνιακά Χρονικά"  - αφιέρωμα στον καθηγητή Γεράσιμο Πεντόγαλο]


Ο Καθηγητής κ. Γεράσιμος Πεντόγαλος[1] εντόπισε στα Αρχεία του Ελληνικού Προξενείου της Θεσσαλονίκης (μέρος των Αρχείων του Υπουργείου Εξωτερικών) 
μια σειρά από έγγραφα που ανταλλάχθηκαν κατά τα έτη 1900 και 1901 μεταξύ του Προξενείου αυτού, του αντίστοιχου της Κωνσταντινούπολης, και του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας και τα οποία αφορούν την αξιοποίηση μιας χρηματικής δωρεάς ενός  ιδιώτη για την επιστροφή στην Ελλάδα ομάδας ελλήνων ανταρτών στη Μακεδονία, που απελευθερώθηκαν από τις Οθωμανικές φυλακές. Τα έγγραφα αυτά, που ο κ. Πεντόγαλος είχε την καλοσύνη να θέσει στη διάθεσή μου και δημοσιεύονται αυτούσια ως παράρτημα της παρούσας εργασίας, δεν αποκαλύπτουν απλώς ένα στιγμιότυπο της άσκησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στη Μακεδονία, λίγα χρόνια πριν το ξεκίνημα του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά έχουν και επτανησιακό ενδιαφέρον, καθώς οι δυο βασικοί πρωταγωνιστές αυτής της επιχείρησης είναι Κεφαλλήνες: Ο ένας είναι ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος Άθως Ρωμάνος, και ο άλλος είναι ο χορηγός του χρηματικού ποσού: ο επιχειρηματίας της διασποράς Σπυρίδων Χαροκόπος. Επιπλέον, ένας από τους απελευθερωθέντες αντάρτες είναι κι αυτός επτανήσιος, καταγόμενος από την Κέρκυρα.
            Προκειμένου να φωτίσουμε καλύτερα όσο το δυνατόν περισσότερες πτυχές αυτού του εγχειρήματος, θα επιχειρήσουμε να δούμε συνοπτικά το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο πραγματοποιήθηκε, σε σχέση με τη στάση της Ελλάδας, που τα σύνορά της έφταναν τότε μέχρι τη Θεσσαλία, απέναντι σε μια γεωγραφική περιοχή όπου υπήρχε πολυπληθές ελληνικό στοιχείο.

Α. Το γεωπολιτικό πλαίσιο

Η κατάσταση στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας στο μεταίχμιο ανάμεσα στον 19ο και τον 20ο αιώνα είναι ίσως πολυπλοκότερη απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε και οπωσδήποτε πολύ δύσκολο να προσεγγιστεί δίχως την παραδοχή ότι οι εθνικές ιστοριογραφίες των βαλκανικών χωρών που εκάστοτε είχαν εδαφική κυριαρχία, όμορα συμφέροντα ή και βλέψεις για τον γεωγραφικό αυτό χώρο παρουσιάζουν ουσιώδεις διαφοροποιήσεις στην καταγραφή των γεγονότων, αλλά κυρίως των αιτίων και των παραγόντων που συνετέλεσαν στην εθνική αφύπνιση του πληθυσμού της περιοχής και την απελευθέρωση από το Οθωμανικό Κράτος[2]. Εμείς, βασιζόμενοι στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία για την κατάσταση στη Μακεδονία τη δεκαετία 1890-1900[3], θα περιοριστούμε στη διαπίστωση ότι η Μακεδονία είναι εκείνη την εποχή ένα πεδίο όπου ασκούνται πολλές, όχι πάντοτε αντίρροπες και όχι πάντοτε με διακριτά όρια μεταξύ τους δυνάμεις, που επιχειρούν να έχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων με βασικό γνώμονα την απεξάρτηση από την Οθωμανική κυριαρχία των πληθυσμών που κατοικούν την περιοχή, προς όφελος, κατά κανόνα, μιας άλλης εθνικής μονάδας (κυρίαρχου κράτους, αυτόνομης περιοχής ή εθνοτικής ομάδας) από εκείνες που είχαν προκύψει από την σταδιακή αποσάρθρωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Συνοπτικά, οι παράγοντες που το 1900 διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην μακεδονική σκακιέρα είναι οι ακόλουθοι:

  1. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο μεγάλος ασθενής εκείνης της εποχής ουσιαστικά βιώνει σημαντικούς κλυδωνισμούς και προσπαθεί να αντισταθεί στη νομοτέλεια: την αδυναμία της να μεταβεί, ως έχει, στην εποχή της εκβιομηχάνισης και της ανέλιξης της αστικής τάξης και των εθνικών κρατών. Οι όποιες μεταρρυθμίσεις έχει επιχειρήσει στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα δεν την έχουν ευνοήσει. Ακόμη και η κατασκευή μεγάλων σιδηροδρομικών έργων στο ευρωπαϊκό τμήμα της από ξένες εταιρείες και κεφάλαια, που έχουν βελτιώσει αισθητά την επικοινωνία και τη διακίνηση προϊόντων ανάμεσα στα διάφορα τμήματά της, μάλλον επιταχύνει τις εξελίξεις. Η δημιουργία των βαλκανικών εθνικών κρατών και των αυτόνομων περιοχών  που διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο από τα εδάφη της σημαίνει την γέννηση νέων αντιπάλων που ως βασικό όπλο διαθέτουν κάτι το οποίο η ίδια δεν θα αποκτήσει με αυτή την έννοια ως το κίνημα των Νεοτούρκων, το 1908: την εθνική συνείδηση. Στη Μακεδονία, όπου το μουσουλμανικό στοιχείο είναι πολυπληθές, αυτό που επιχειρεί, με αναλαμπές όπως η νίκη της επί της Ελλάδας στον πόλεμο του 1897, είναι απλά να διατηρήσει την κυριαρχία της, στρεφόμενη κατά περίπτωση ενάντια σε όποια από τις άλλες δυνάμεις φαντάζει πιο απειλητική. Είναι ο αντίπαλος όλων, αλλά ίσως και ο πιο αδρανής παίκτης αυτής της παρτίδας – ίσως επειδή είναι ο αμυνόμενος κυρίαρχος.
  2. Τα νέα βαλκανικά κράτη. Οι ισορροπίες που έχουν προκύψει μετά τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και το Βερολίνειο Συνέδριο έχουν δώσει μια σειρά από νέες κρατικές οντότητες, οι οποίες για τους δικούς τους λόγους έχουν συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας: Η Βουλγαρία (αυτόνομη πλέον) που ανελίσσεται δυναμικά στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα και με σημαντικά πληθυσμιακά ερείσματα στην περιοχή, επωφελείται επιπλέον από την ίδρυση της βουλγαρικής εξαρχίας το 1870, που ουσιαστικά διασπούσε τον υπό τη σκέπη του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης ορθόδοξο κόσμο, την επιθετική κίνησή της για προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας, και την ίδρυση των δυο Επαναστατικών Κομιτάτων, πρώτα της «Εσωτερικής Επαναστατικής Μακεδονικής Οργάνωσης» στη Θεσσαλονίκη το 1893 και έπειτα της «Βερχόβεν Κομιτέτ» στη Βουλγαρία το 1894-1895, που αναλαμβάνουν μεταξύ άλλων και με τρόπο συστηματικό το έργο της ένοπλης πάλης ενάντια στους Οθωμανούς (αλλά και στις άλλες εθνοτικές ομάδες, μεταξύ των οποίων και οι έλληνες της Μακεδονίας, ελληνόφωνοι και σλαβόφωνοι). Η Βουλγαρία ενισχύει επίσης την ίδρυση βουλγαρικών σχολείων στην περιοχή της Μακεδονίας, καθώς και εξαρχικών μητροπόλεων εκεί που παλαιότερα κατίσχυε το ελληνορθόδοξο στοιχείο. Η ήττα της Ελλάδας το 1897 έχει ουσιαστικά διευκολύνει τα σχέδια της Βουλγαρίας, που, ουσιαστικά, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα έχει την κυριαρχία των κινήσεων στη Μακεδονία. Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε όμως και το ενδιαφέρον δύο ακόμα βαλκανικών δυνάμεων, της Σερβίας (κυρίως με προσπάθεια για ίδρυση σερβικών σχολείων στο βορρά της Μακεδονίας και με την αξίωση από το Πατριαρχείο για τοποθέτηση σέρβων επισκόπων σε περιοχές που υπήρχε έντονο σερβικό στοιχείο, που το Πατριαρχείο έκανε δεκτή από φόβο μήπως προσχωρήσουν στην Εξαρχία) και της Ρουμανίας (που ενδιαφέρεται για τους Βλάχους που κατοικούν στην περιοχή). Οι δυο τελευταίες όμως δεν διαδραματίζουν παρά περιφερειακό ρόλο – ωστόσο ο ρόλος της Ρουμανίας μας ενδιαφέρει ιδίως σε σχέση με την παρουσία των ελληνικών κοινοτήτων στις παραδουνάβιες περιοχές. Δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε βέβαια και το διαρκές ενδιαφέρον της Ρωσίας για την έξοδό της στα ζεστά νερά της Μεσογείου, αλλά και την διακριτική παρακολούθηση των άλλων δυνάμεων που με τον τρόπο τους ήθελαν να ελέγχουν την περιοχή.
  3. Οι τοπικοί πληθυσμοί. Οι μη μουσουλμανικοί, χριστιανικοί πληθυσμοί της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας, ένα μωσαϊκό με κυρίαρχο το ελληνικό στοιχείο, έχουν και ένα  κοινό χαρακτηριστικό: την ενασχόλησή τους με τον πρωτογενή τομέα (γεωργία και κτηνοτροφία), με εξαίρεση όσους κατοικούσαν στα λιμάνια κυρίως της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας. Ενταγμένοι σε κλειστές και συντηρητικές κοινωνίες, οι χριστιανικοί πληθυσμοί μέχρι το τελευταίο τέταρτο του αιώνα ετεροπροσδιορίζονταν σε σχέση με το μουσουλμανικό στοιχείο, με ειδοποιό διαφορά τη χριστιανική θρησκεία τους. Με τη δημιουργία της βουλγαρικής εξαρχίας, καλούνται πια να αποφασίσουν σε ποιον από τους δυο, πλέον, βασικούς χριστιανικούς πόλους θα ενταχθούν: τον ελληνορθόδοξο του Πατριαρχείου ή τον βουλγαρικό της Εξαρχίας. Αντίστοιχα καλούνται να επιλέξουν, με βάση τη γλώσσα τους, σε ποια σχολεία θα εκπαιδευτούν τα παιδιά τους, τώρα που η εκπαίδευση γίνεται μαζικότερη: Στα ελληνικά, στα βουλγαρικά σχολεία, ή μήπως σε σέρβικα ή ρουμανικά;[4] Δεν είναι πάντοτε εύκολη αυτή η επιλογή. Επιπλέον, υπάρχουν και άλλοι καθοριστικοί παράγοντες: η στάση κάθε κοινότητας είναι εύλογο πέρα από εθνικούς, θρησκευτικούς και γλωσσικούς παράγοντες, να επηρεάζεται και από τα τοπικά οικονομικά συμφέροντα, αλλά και συχνά από την προπαγάνδα,  τα ανταλλάγματα των όμορων κρατών, συχνά τις προσωπικές σχέσεις και τοπικές έριδες ανάμεσα στους ντόπιους προύχοντες αλλά και από την ένοπλη βία: Τα ένοπλα σώματα που δραστηριοποιούνται στην περιοχή δεν προέρχονται μόνο από τις εξωτερικές δυνάμεις. Είναι και οι τοπικοί ληστές[5] και οπλαρχηγοί, ήδη οργανωμένα ένοπλα σώματα, που συχνά προσεταιρίζονται οι ενδιαφερόμενες δυνάμεις για να επιβάλλουν την επιρροή τους στον χώρο, αλλά και τα εσωτερικά κινήματα που διαμορφώνονταν εντός του χώρου (όπως το ΕΜΕΟ που είδαμε στην προηγούμενη παράγραφο). Συχνά ο «αυτοπροσδιορισμός» των ντόπιων κατοίκων δεν είναι προϊόν ελεύθερης επιλογής τους, αλλά βίαιου και αιματηρού εξαναγκασμού. Το ντόπιο στοιχείο, που βρίσκεται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης όλων των τοπικών δυνάμεων, πολιτικών και εκκλησιαστικών, και των οικονομικών συμφερόντων, προσπαθεί να εξασφαλίσει επιβίωση και ευημερία, ευρισκόμενο μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα που φέρνουν η σιδηροδρομική σύνδεση των περιοχών της Μακεδονίας, ο επαναπροσδιορισμός των επί αιώνες αμετάβλητων καλλιεργειών λόγω της ανταγωνιστικότητας των αποικιακών προϊόντων, η έλλειψη εκβιομηχάνισης αλλά και η πρώτη φάση αιμορραγίας του πληθυσμού λόγω της μετανάστευσης που έρχεται στις αρχές του 20ου αιώνα  Δεν θα πρέπει να λησμονούμε επίσης και τις άλλες ομάδες της τοπικής κοινωνίας που δεν είχαν στη συγκεκριμένη στιγμή διαμορφώσει για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά πόλους που επεδίωκαν την εθνική αυτονόμηση (π.χ. αλβανικό και εβραϊκό στοιχείο), ωστόσο είχαν εκ των πραγμάτων (κυρίως οι αλβανοί) συμμετοχή στην αντιπαράθεση.

4. Ο Ελληνισμός. Αναφερόμαστε στον Ελληνισμό και όχι μόνο στο Ελληνικό Κράτος, μια και όπως θα διαπιστώσουμε η συμμετοχή του ελληνισμού στην υπόθεση της Μακεδονίας έχει κι αυτή ποικίλες διαστάσεις:

4.1. Το Ελληνικό Κράτος. Το ενδιαφέρον του Ελληνικού Κράτους για τη Μακεδονία ήταν δεδομένο, κυρίως μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881. Ωστόσο και τα άλλα ανοιχτά εθνικά ζητήματα (όπως το Κρητικό), η προσπάθεια εκβιομηχάνισης και εκσυγχρονισμού της χώρας που επιχειρήθηκε την περίοδο Τρικούπη, αλλά και η άνθηση της Μεγάλης Ιδέας, που αφορούσε μια ευρύτατη γεωγραφικά περιοχή στην οποία ανθούσε ακόμη τότε ο μείζων Ελληνισμός, δεν επέτρεπαν στην Ελλάδα να επικεντρώσει το ενδιαφέρον της αποκλειστικά στη Μακεδονία. Με δεδομένο ότι οι έλληνες ήταν η πολυπληθέστερη ομάδα στον γεωγραφικό αυτό χώρο, το Ελληνικό Κράτος ενδιαφέρθηκε για την τύχη τους, αλλά και την αξιοποίησή τους, με ποικίλους τρόπους. Μερίμνησε για την ίδρυση προξενείων σε πολλές πόλεις (Θεσσαλονίκη, Μοναστήρι, Καβάλα, Σέρρες, Ελασσόνα και Σκόπια). Τα προξενεία ουσιαστικά λειτουργούν ως πόλοι άσκησης εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος, αλλά και ως όργανα μιας άτυπης εποπτείας των ελληνικών κοινοτήτων. Οι εκεί πρόξενοι δεν είναι απλοί διοικητικοί υπάλληλοι, αλλά φορείς και οχήματα άσκησης πολιτικής – ως εκ τούτου από μόνοι τους συχνά συνιστούν ισχυρό πόλο δράσης, σε σχέση με το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών.
4.2. Η συνεργασία Κράτους – «Εταιρειών» για εθνικούς σκοπούς. Πέρα από την οργάνωση διπλωματικής αποστολής, το Ελληνικό Κράτος ενισχύει με έμμεσο τρόπο (μέσω «Εταιρειών» και ερανικών επιτροπών ιδιωτών) τόσο την ελληνόφωνη εκπαίδευση στη Μακεδονία, όσο και την οργάνωση ένοπλων σωμάτων με σκοπό την απελευθέρωση της περιοχής. Στον πρώτο τομέα, είναι πολλές οι ιδιωτικές οργανώσεις (Εταιρείες) που συστήνονται, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλα κέντρα του μείζονος Ελληνισμού, προκειμένου να συμβάλουν στη διάδοση της ελληνόφωνης εκπαίδευσης στη Μακεδονία  Τα αποτελέσματα στον τομέα αυτό είναι εντυπωσιακά, καθώς στο γύρισμα του 19ου προς 20ό αιώνα τα ελληνικά σχολεία υπερτερούν σε αριθμό και μαθητικό δυναμικό. Στη δεύτερη περίπτωση, την οργάνωση ένοπλων ομάδων από έμπειρους πολεμιστές που περνούσαν τα σύνορα για οργανώσουν αντάρτικο στην τουρκορκατούμενη Μακεδονία. Η πιο χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση είναι η «Εθνική Εταιρεία»[6], υπεύθυνη και για την αποστολή όλων των ένοπλων ταγμάτων από την Ελλάδα στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία στη δεκαετία του 1890. Όλες οι αποστολές στη δεκαετία εκείνη, προοιμιακές του Μακεδονικού Αγώνα, απέτυχαν και πολλοί ήταν οι αντάρτες που συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στις τουρκικές φυλακές. Ανάμεσα σε αυτούς και οι αντάρτες που απελευθερώθηκαν και επέστρεψαν στην Ελλάδα με την οικονομική ενίσχυση Χαροκόπου.
Η ήττα του 1897 θα αποδεκατίσει και την Εθνική Εταιρεία που θα θεωρηθεί υπεύθυνη – ένας δίαυλος διοχέτευσης οπλισμένων ομάδων στην περιοχή της Μακεδονίας θα εκλείψει. Στα χρόνια μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, η απογοήτευση που έφερε το 1897 και η επιβολή του διεθνούς οικονομικού ελέγχου θα οδηγήσουν την Ελλάδα σε προσωρινή εσωστρέφεια, την ίδια στιγμή που η Βουλγαρία εντείνει τη δράση της στην περιοχή.

4.3. Το Πατριαρχείο. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι και το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης έχει τη θέση του στη μακεδονική σκακιέρα. Προσπαθώντας να αμυνθεί στην διασπαστική κίνηση της βουλγαρικής εξαρχίας, και έχοντας συναίσθηση του πόσο σημαντικό στοιχείο αποτελεί η θρησκεία για τον προσδιορισμό των τοπικών πληθυσμών, προσπαθεί και αυτό να υπερασπιστεί τα κεκτημένα του στον χώρο αυτό. Είναι ένας ακόμη πόλος έλξης και αυτοπροσδιορισμού των τοπικών πληθυσμών.

Β. Το γεγονός και οι πρωταγωνιστές του.

            Έχοντας υπόψη μας τα παραπάνω,  πιστεύω ότι είναι δυνατόν να κατανοηθεί καλύτερα η σε αυτή την εργασία περιγραφόμενη «κίνηση» στη μακεδονική διπλωματική σκακιέρα.
            Στα τέλη Μαρτίου του 1897, στις παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου, στο Γραφείο του Προξένου της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη Ευγενιάδη επικρατεί κινητικότητα.  Ο ίδιος ο πρόξενος[7] μαρτυρεί ότι πολλοί ήταν εκείνοι την περίοδο οι εύποροι Έλληνες της διασποράς που προσέρχονταν στο γραφείο του και προσέφεραν οικονομική βοήθεια για την εθνική υπόθεση. Η Μεγάλη Ιδέα ήταν στο αποκορύφωμά της, και οι επιχειρηματίες της διασποράς (που ήδη είχαν αρχίσει να διεισδύουν επιχειρηματικά και στο Νέο Ελληνικό Κράτος), πέρα από το αίσθημα του πατριωτισμού ίσως διέβλεπαν και ένα καλύτερο περιβάλλον άσκησης των δραστηριοτήτων τους στα πλαίσια μιας εθνικής ολοκλήρωσης.
            Το εντυπωσιακό είναι, όπως ομολογεί ο Ευγενιάδης, ότι σε ένα από τα ισχυρά ελληνικά κέντρα, λίγο πριν τον πόλεμο, η εκεί διπλωματική αποστολή δεν είχε καμμία οδηγία για την είσπραξη τέτοιου είδους οικονομικών ενισχύσεων, και ως εκ τούτου ο πρόξενος ήταν υποχρεωμένος να αρνείται όλες τις δωρεές και να παραπέμπει τους υποψήφιους δωρητές είτε στο Κεντρικό Ταμείο είτε στις ιδιωτικές «Εταιρείες» που είχαν οργανωθεί με σκοπό την διεκδίκηση των εθνικών πόθων. Σε μια περιοχή με ισχυρό πληθυσμιακά και οικονομικά ελληνικό στοιχείο, είναι αξιοσημείωτο ότι το ελληνικό κράτος δεν έχει μεριμνήσει, στις παραμονές ενός πολέμου, για την συγκέντρωση και την κυκλοφορία χρημάτων προς ενίσχυση των επικείμενων πολεμικών επιχειρήσεων.
            Δεν συνέβη το ίδιο στην περίπτωση του κεφαλονίτη εμπόρου Σπύρου Χαροκόπου,  που προσήλθε στο γραφείο του Ευγενιάδη, μολονότι κι εκείνος εισέπραξε την ίδια άρνηση στην προσφορά του, ύψους τετρακοσίων χρυσών φράγκων.  Ο ίδιος ο Χαροκόπος δεν συγκεκριμενοποιεί τον τρόπο με τον οποίο επιθυμεί να διατεθούν τα χρήματα αυτά, απλώς «υπέρ των αναγκών της πατρίδος»,  αφήνοντας την διαχείρισή τους στη διακριτική ευχέρεια του Ευγενιάδη, Ο Χαροκόπος, πάντα σύμφωνα με την περιγραφή του προξένου, άφησε τα χρήματα (είκοσι εικοσάφραγκα) πάνω στο γραφείο του και έφυγε επιμένοντας ότι δεν εννοεί να τα πάρει πίσω.
            Ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας ξεσπά, και οι διπλωματικές σχέσεις διακόπτονται (στις 5 Απριλίου 1897). Ο Ευγενιάδης αναχωρεί για την Αθήνα άρον άρον, έχοντας μαζί του τα είκοσι εικοσάφραγκα της δωρεάς Χαροκόπου. Εκεί, προτού προλάβει, όπως ο ίδιος λέει, να μεριμνήσει για τον καλύτερο δυνατό τρόπο διάθεσης (και μάλιστα στην Αθήνα, όπου είχαν την έδρα τους πάμπολλοι όμιλοι που δραστηριοποιούνταν για τα εθνικά θέματα) οι Τούρκοι εισβάλλουν στη Λάρισα, στις αρχές του Μαΐου του 1897,  και το όνειρο ενός επιτυχούς βήματος προς την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας γίνεται πολύ σύντομα εφιάλτης. Η γενική απογοήτευση που επικρατεί μετά από την αρνητική αυτή εξέλιξη αναστέλλει κάθε σχεδιασμό του Ευγενιάδη για διάθεση των 400 φράγκων προς αυτή την κατεύθυνση, πράγμα που εκ των υστέρων μπορεί να μας φαίνεται αδικαιολόγητο, αφού ακόμη και η υποχώρηση και η ήττα σε έναν πόλεμο δημιουργούν ανάγκες που θα μπορούσαν να καλυφθούν με τα χρήματα αυτά (περίθαλψη του υποχωρούντος στρατεύματος, τραυματίες, αιχμάλωτοι, άμαχοι), ωστόσο φαίνεται πως εκείνη την εποχή το σοκ της ήττας ήταν τόσο μεγάλο που παρέλυσε κάθε αντίδραση του ελληνικού κρατικού μηχανισμού.
            Ο πόλεμος τελειώνει, πολύ σύντομα, έρχεται η ταπεινωτική πλην αναγκαία ανακωχή και η ελληνική διπλωματική αποστολή επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ευγενιάδης καλεί τον Χαροκόπο στο γραφείο του και του ζητά να λάβει πίσω τα 400 φράγκα, καθώς θεωρεί ότι πλέον έχουν εκλείψει οι λόγοι διάθεσής τους. Ο Χαροκόπος αρνείται για δεύτερη φορά, όπως φαίνεται αρκετά κατηγορηματικά. Μάλιστα, επαναλαμβάνει στον Ευγενιάδη την παρότρυνσή του να χρησιμοποιήσει κατά βούληση τα χρήματα, ακόμη και, αν θέλει, για να αγοράσει έπιπλα για το προξενικό γραφείο. Ζητάει μάλιστα να μην αναφερθεί το όνομά του ως δωρητού, πράγμα εύλογο, καθώς ο ίδιος ο Χαροκόπος και η οικογένειά του δραστηριοποιούνταν σε έναν χώρο (Κωνσταντινούπολη αλλά και Ρουμανία), στον οποίο δεν θα ήθελε να γίνει ευρέως γνωστό ότι είχε δώσει χρήματα υπέρ της Ελλάδας, ιδιαίτερα μάλιστα μετά τη νίκη των Τούρκων στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Ο Ευγενιάδης δείχνει και πάλι απρόθυμος. Το προξενικό γραφείο της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη είναι, εξάλλου, επαρκώς επιπλωμένο, μερίμνη του προξένου.
            Η τύχη των 400 φράγκων στα χρόνια που ακολουθούν είναι χαρακτηριστική της αμηχανίας που επικρατούσε στον ελληνικό κόσμο μετά την ήττα. Ο Ευγενιάδης κάνει ό,τι μπορεί για να ξεφορτωθεί αυτά τα χρήματα,  που μοιάζουν σαν μια αβάσταχτη εκκρεμότητα στο συρτάρι του γραφείου του. Όταν μετατίθεται από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη επιχειρεί για ακόμη μια φορά να βρει τον Χαροκόπο προκειμένου να του επιστρέψει το ποσό, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
            Έτσι τα 400 φράγκα ταξιδεύουν μαζί με τον Ευγενιάδη  στη Θεσσαλονίκη, όπου αναλαμβάνει καθήκοντα προξένου και σχολάζουν στο συρτάρι ή στις διπλωματικές αποσκευές του Ευγενιάδη για περίπου τρία χρόνια. Τον Απρίλιο του 1900, με έγγραφό του, ως Προξένου Θεσσαλονίκης πλέον προς τον επίσης κεφαλληνιακής καταγωγής πολιτικό του προϊστάμενο, τον Υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας, Άθω Ρωμάνο[8], και αφού του εξιστορεί την περιπέτεια της δωρεάς όπως την περιγράψαμε παραπάνω, του ζητάει εκ νέου οδηγίες για την διάθεσή τους, προκειμένου να τακτοποιηθεί αυτή η εκκρεμότητα και το θέμα να κλείσει οριστικά.
            Το σχέδιο το εγγράφου προς τον Υπουργό, που έχουμε στη διάθεσή μας, φανερώνει ότι ο Ευγενιάδης βασανίστηκε αρκετά έως ότου καταλήξει στο αίτημά του προς τον Υπουργό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο τέλος έχει διαγραφεί μια ολόκληρη παράγραφος από το τέλος του εγγράφου, στην οποία ο πρόξενος ζητά από τον Υπουργό, εφ’ όσον δεν του υποδείξει κάποιον άλλο τρόπο για την αξιοποίηση της δωρεάς Χαροκόπου να του επιτρέψει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα για την αγορά επίπλων για το προξενικό γραφείο στη Θεσσαλονίκη.
            Ο Άθως Ρωμάνος, διπλωμάτης καριέρας, έχει κι εκείνος περάσει από τη Θεσσαλονίκη. Γεννημένος  στην Τεργέστη το 1858, γιος του Ιωάννου Ρωμάνου, μεγαλεμπόρου καταγόμενο από το Ληξούρι, και με σπουδές νομικής και φιλοσοφίας στην Χαϊδελβέργη και την Γενεύη, σε ηλικία μόλις 22 χρόνων αρχίζει την διπλωματική του καριέρα στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών. Νεαρός διπλωμάτης, το 1882 (όταν ακόμη ο απόηχος από τα γεγονότα της δεκαετίας του 1870,[9] αλλά και από την διεύρυνση των ελληνικών συνόρων μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881 ήταν ακόμη αισθητός), βρίσκεται στη θέση του γραμματέα του Ελληνικού Προξενείου της Θεσσαλονίκης, θέση κομβική για την άσκηση της ελληνικής πολιτικής της Μακεδονίας. Λίγο αργότερα θα βρεθεί και σε άλλη μια θέση αιχμής: στο προξενείο της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη. Η δεκαετία του 1890 θα τον βρει μακριά από τις εξελίξεις στη Μακεδονία, καθώς περνάει από την Πρεσβεία του Λονδίνου και πολιτεύεται στην ιδιαίτερη πατρίδα του Κεφαλονιά, και εκλέγεται βουλευτής Κραναίας, στην αρχή με τον Χαρίλαο Τρικούπη, και στη συνέχεια με τον Γ. Θεοτόκη, στην κυβέρνηση του οποίου υπηρετεί ως Υπουργός Εξωτερικών από το 1899 έως το 1901 (θέση που θα καταλάβει και αργότερα, το 1903, πάλι στην κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη). Η θητεία του χαρακτηρίζεται από την επιτυχή διαπραγμάτευση για τη σύναψη Προξενικής Σύμβασης ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά και για την διασφάλιση των ελληνικών κοινοτήτων στη Ρουμανία, με την υπογραφή αντίστοιχης οικονομικής συμφωνίας. Ήταν εύλογο λοιπόν ο Ρωμάνος να έχει μεγάλο ενδιαφέρον για την σωστή αξιοποίηση της δωρεάς ενός εύπορου έλληνα της διασποράς, ο οποίος, εκτός από το ότι  είχε ίδια καταγωγή με τον Υπουργό, ανήκε σε μια ισχυρή οικονομικά οικογένεια που είχε δραστηριοποιηθεί στη Ρουμανία. Επιπλέον, γνωρίζουμε ότι ο Ρωμάνος είχε συναντηθεί, το έτος 1899, και προσωπικά με τον Παναγή Χαροκόπο[10], και του είχε εκφράσει τις ένθερμες ευχαριστίες του για τις ποικίλες δωρεές της οικογένειας, και για άλλες εθνικές υποθέσεις.
            Φαίνεται ωστόσο ότι κατά την κρίσιμη περίοδο η εποχή της δυναστείας των Χαροκόπων στη Ρουμανία είχε ολοκληρωθεί. Καταγόμενοι από το χωριό Πλαγιά της Ερίσου, στην Βόρεια Κεφαλονιά, οι Χαροκόποι, με προεξάρχοντα τον μεγαλύτερο αδελφό της οικογένειας Παναγή (1835-1911)[11] από τα μισά του αιώνα είχαν αναπτύξει τεράστια οικονομική δραστηριότητα, και είχαν αποκτήσει αντίστοιχη οικονομική δύναμη στην Ρουμανία, με όχημα την ενοικίαση και εκμετάλλευση τεράστιων εκτάσεων γης, μέσω της ανάπτυξης πρωτοποριακών μεθόδων καλλιέργειας αλλά και την εμπορία και διακίνηση των αγροτικών προϊόντων  στη Δυτική Ευρώπη. Ο Σπυρίδων[12], ο πέμπτος στη σειρά από τους εφτά γιους της οικογένειας, γεννημένος το 1848, από το 1869 βρισκόταν στη Ρουμανία, κοντά στον μεγάλο αδελφό, ο οποίος ήταν, καθώς φαίνεται η ηγεμονική φυσιογνωμία της οικογένειας. Η καριέρα του Σπυρίδωνα ξεκινά[13]από την επίβλεψη των εργαζομένων στα κτήματα και συμμετοχή σε όλες τις γεωργικές εργασίες συλλογής και αποθήκευσης των καρπών, για να φθάσει να συμμετέχει με ποσοστά στα κέρδη από την εκμετάλλευση των εκτάσεων. Φαίνεται όμως ότι κάποια στιγμή οι σχέσεις του με τον Παναγή διαταράσσονται, καθώς ο Παναγής αρνούνταν να του αποδώσει τα ποσοστά του ως το 1898 – το οποίο θα πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ως (πρόσκαιρο) τέλος της επιχειρηματικής τους συνεργασίας. Ο Σπυρίδων ωστόσο φαίνεται ότι βρίσκεται ή δραστηριοποιείται στην Κωνσταντινούπολη  τουλάχιστον από τις αρχές του 1897, και τουλάχιστον, όπως φαίνεται από τις επιστολές, μέχρι τα τέλη του 1900.
Η συνέχεια σηματοδοτείται από την επιστροφή της οικογένειας στην Ελλάδα, στα τέλη της δεκαετίας του 1890, όταν πλέον το κλίμα στη Ρουμανία για τους ξένους ενοικιαστές γης δεν ήταν ευνοϊκό, ενώ ήδη από την τρικουπική περίοδο είχε αρχίσει να ενθαρρύνεται η επένδυση κεφαλαίων από τους επιτυχημένους επιχειρηματίες του Μείζονος Ελληνισμού στην αναπτυσσόμενη βιομηχανικά αλλά και επεκτεινόμενη εδαφικά Ελλάδα. Ήδη οι Χαροκόποι είχαν φροντίσει από τη δεκαετία του 1880 να αγοράζουν ομολογίες και κρατικά δάνεια, ενώ από το 1899 ένας ένας εγκαθίστανται σταδιακά στην Ελλάδα.  Ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε και ένα ακόμη ειδικό ενδιαφέρον των Χαροκόπων για το μακεδονικό ζήτημα εκείνη την εποχή.  Καθώς  η οικογένεια έβλεπε τα συμφέροντά της στη Ρουμανία να κλυδωνίζονται, αναζητεί νέο πεδίο δραστηριοποίησης. Και το βρίσκει στα νέα εδάφη που η Ελλάδα έχει αποκτήσει μετά το 1881: στη Θεσσαλία.  Ο Παναγής Χαροκόπος, το 1899, δυο χρόνια μετά το 1897 και την δωρεά του αδελφού του,  αγοράζει διαδοχικά τέσσερα κτήματα στη Θεσσαλία[14]. Γνωρίζουμε ότι ο Σπυρίδων, μετά από μια σύντομη κρίση στις σχέσεις με τον αδελφό του, που έφτασε μέχρι τις αίθουσες των ελληνικών δικαστηρίων, ανέλαβε κι εκείνος ενεργό δράση στις εκτάσεις της οικογένειας στη Θεσσαλία. Χωρίς να επιδιώκει κανείς να μειώσει τα αισθήματα φιλοπατρίας των Χαροκόπων, που άλλωστε επιβεβαιώθηκαν με την ίδρυση στην Ελλάδα (αλλά και τη Ρουμανία) πολλών και ποικίλων φιλανθρωπικών Ιδρυμάτων στις αρχές του εικοστού αιώνα, θα πρέπει να διακρίνει κανείς  στις ενέργειές τους και την εύλογη επιθυμία τους για επιβίωση της μικρής αυτοκρατορίας τους, για την ακρίβεια τη μεταφορά της σε ένα νέο πεδίο δράσης: στην Κωνσταντινούπολη, στην Αθήνα, στις νέες εκτάσεις του επεκτεινόμενου ελληνικού κράτους (του οποίου όπως είδαμε οι Χαροκόποι ήταν και δανειστές).
Μια δωρεά που καθυστερούσε να εκπληρωθεί επί τρία χρόνια, όπως ήταν εύλογο, άφηνε έκθετο το ελληνικό κράτος απέναντι σε ανθρώπους που αυτόβουλα προσφέρθηκαν να το βοηθήσουν, ανθρώπους ισχυρούς. Η απάντηση του Υπουργού προς τον Ευγενιάδη είναι άμεση. Στις 26 Απριλίου του 1900, τέσσερις μέρες μετά την αποστολή του εγγράφου του Ευγενιάδη, ο Ρωμάνος απαντά[15] ότι θεωρεί χρησιμότερο το ποσόν των 400 φράγκων υπέρ των ανταρτών που κρατούνταν στις φυλακές της Θεσσαλονίκης. Παρακαλεί δε τον Ευγενιάδη να διαβιβάσει τις προσωπικές του ευχαριστίες στον Χαροκόπο, όταν του γνωρίσει τον τρόπο αξιοποίησης της δωρεάς του. Η επιστολή φτάνει στο γραφείο του Ευγενιάδη στη Θεσσαλονίκη στις 7 Μαΐου του 1900, και δίνει τέλος στην αναποφασιστικότητα του Προξένου ως προς τον τρόπο διάθεσης της δωρεάς.
Στις 18 Ιουνίου, με τηλεγράφημά του προς το Προξενείο[16], ο Ρωμάνος μεταφέρει την πληροφορία ότι αποφασίστηκε από το τουρκικό Υπουργικό  Συμβούλιο η αποφυλάκιση των ελλήνων ανταρτών που βρίσκονταν κρατούμενοι στις φυλακές των Σερβίων, των Βιτωλίων (Μοναστηρίου) και της Θεσσαλονίκης,  καθώς και το γεγονός ότι οι κρατούμενοι στη Βίτολα είχαν ήδη απελευθερωθεί, και ζητά να πληροφορηθεί αν το Προξενείο Θεσσαλονίκης έχει λάβει εντολή για την απελευθέρωση των κρατουμένων.
Την επόμενη μέρα (19 Ιουνίου 1900) ο Ευγενιάδης απαντά ότι το ίδιο μεσημέρι απελευθερώθηκαν 16 αντάρτες από τις φυλακές της Θεσσαλονίκης (Γεντί Κουλέ). Ένας ακόμη, δεν απελευθερώθηκε τελικά, καθώς είχε φυλακιστεί και για έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου (Ο Σπυρίδων Ιωάννου από τον Βόλο)[17]. Είναι χαρακτηριστικό ότι το γεγονός αυτό δεν καταγράφεται στο τηλεγράφημα που αποστέλλεται την ίδια μέρα προς την διπλωματική αντιπροσωπεία της Κωνσταντινούπολης, αλλά μόνον σε εκείνο που απευθύνεται προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας[18].
Ταυχδρομικά, ο Ευγενιάδης έχει αποστείλει και κατάλογο με τα ονόματα των απελευθερωθέντων Ελλήνων, ενώ στη σχετική επιστολή, που απευθύνεται τόσο προς τον Υπουργό των Εξωτερικών όσο και προς τον Πρέσβη της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, μας αποκαλύπτει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για την κατάσταση των πρώην κρατουμένων.  Ειδικότερα, πληροφορούμαστε ότι  μετέβησαν όλοι μετά την απελευθέρωσή τους στο Προξενείο της Θεσσαλονίκης, το οποίο ανέλαβε αμέσως δράση για την περίθαλψή τους. Επειδή όμως όλοι τους είναι εξαντλημένοι από την ταλαιπωρία στις φυλακές, ο Πρόξενος έκρινε σκόπιμο να μην τους αποστείλει στον Πειραιά με το ατμόπλοιο που αναχωρούσε την ίδια μέρα από τη Θεσσαλονίκη, αλλά να τους φιλοξενήσει για ένα μικρό χρονικό διάστημα,  δύο ή τριών ημερών, χρησιμοποιώντας το χρηματικό ποσό της δωρεάς του Χαροκόπου.
 Η πρεσβεία της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη (δια του επιτετραμένου Νικόλαου Μαυροκορδάτου), με έγγραφό της προς τον Ευγενιάδη δηλώνει τη βεβαιότητά της ότι το Προξενείο θα πράξει το καλύτερο για την περίθαλψη των ανταρτών[19].
Ο κατάλογος που επεσύναψε ο Ευγενιάδης[20] έχει ενδιαφέρον, καθώς μας αποκαλύπτει και την καταγωγή των κρατουμένων ανταρτών, που επιβεβαιώνει την ποικιλία της σύνθεσης των ένοπλων σωμάτων που δραστηριοποιήθηκαν στη Μακεδονία κατά την δεκαετία του 1890, κυρίως με την επίνευση της Εθνικής Εταιρείας. Από τη Μακεδονία κατάγονται επτά: δύο από την Ανασελίτσα, ο Βασίλειος Γιαταγάνας και ο Αθανάσιος Ιωάννου), ένας από τα Γρεβενά (ο Αθανάσιος Τσιαπάρας), ένας από τη Σιάτιστα (ο Δημήτριος Λαρισσινός ή Τραπαντζής) και τρεις από την περιοχή της Κορυτσάς, που ανήκει στη Μακεδονία (οι Φίλιππος Μιχαήλ, Κωνσταντίνος Αράπης και Νικόλαος Αδάμας). Η καταγωγή των Μακεδόνων ανταρτών (Δυτική Μακεδονία) μας δίνει την ένδειξη ότι είτε εντάχθηκαν στις ένοπλες ομάδες που εισχώρησαν στη Μακεδονία τα τέλη του 1896 και 1897[21] (αυτό άλλωστε μαρτυρεί και η αναγραφή που υπάρχει στο τέλος του καταλόγου «Εξωρίσθησαν εις Άκρην δια 15 έτη από 1 7βρίου του 1896»). Τα σώματα αυτά (του Μπρούφα, του Χρ. Βερβέρα, του Παπαδήμου, του Γούλα Γκρούτα, Μυλωνά και Καψαλόπουλου)  είτε δραστηριοποιούνταν στις τοπικές  μικρές ένοπλες ομάδες που δραστηριοποιούνταν στην νοτιοδυτική Μακεδονία. 
Από την Ήπειρο (περιοχές Αργυροκάστρου, Αγίων Σαράντα και Ιωαννίνων) προέρχονταν τρεις, οι Σωτήριος Μπερούκας, Δημήτριος Πάνου και Χρήστος Χαραλάμπους. Βλέπουμε λοιπόν πως και άλλοι αλύτρωτοι Έλληνες συμμετείχαν σε αυτά τα εκστρατευτικά σώματα, προφανώς με την ελπίδα ότι η συνδρομή τους θα εξαργυρωθεί και με την επέκταση του απελευθερωτικού αγώνα στις περιοχές τους – Η Ήπειρος στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν έξω από τα σύνορα του 1881,  παρά το κίνημα που είχε προηγηθεί στην δεκαετία του 1870.
Ένας (ο Αθανάσιος Μαυρογεώργης) προέρχεται από την Θεσσαλία  (Φανάρι), όπως άλλωστε και ο ένας εκ των ανταρτών που δεν απολύθηκε λόγω καταδίκης του και για άλλο έγκλημα, ο Σπύρος Ιωάννου από τον Βόλο. Οι γειτονικές περιοχές της Μακεδονίας ήταν εύλογο να τροφοδοτούν τα ένοπλα σώματα.
Υπάρχουν και τέσσερις ακόμη που προέρχονται από την Ελλάδα, ένας από τον Μαραθώνα (ο Γεώργιος Δαρδαβέσης), ένας από την Τρίπολη (ο Αθανάσιος Στρατόπουλος), ένας από τη Δημητσάνα (ο Νικόλαος Αναστ. Πετρόπουλος), και ένας επτανήσιος, από την Κέρκυρα, ο Θεόδωρος Καρδακάρης – είναι προφανές ότι αυτοί προέρχονταν από τους πυρήνες της Εθνικής Εταιρείας, που είχε συστρατεύσει ενθουσιώδεις νέους από διάφορες περιοχές της ελεύθερης Ελλάδας, όπου είχε ιδρύσει παραρτήματα, οι οποίοι έσπευδαν τα πολεμήσουν για να εκπληρώσουν τους σκοπούς της Εταιρείας.
Όπως προκύπτει από έναν πρόχειρο ονομαστικό κατάλογο που υπάρχει στη δέσμη των εγγράφων, οι αντάρτες φιλοξενήθηκαν συνολικά για τρεις  μέρες (από το απόγευμα της 7 (19) Ιουνίου, και ολόκληρες τις 8, 9 και 10 Ιουνίου (20, 21, 22)[22]. Στον κατάλογο αυτό υπάρχουν μικρές διαφοροποιήσεις στα ονόματα των απελευθερωθέντων (π.χ. αναφέρεται κάποιος Δημήτριος Κωνσταντίνου και δεν υπάρχει ο Δημήτριος Λαρισσινός ή Τραπαντζής, αλλά είναι πολύ πιθανόν να πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, ενώ ο αναφερόμενος ως Αθανάσιος Στρατόπουλος στον επίσημο κατάλογο εδώ αναγράφεται ως Αναστάσιος). Η σημαντική πληροφορία που μαθαίνουμε για την σίτιση των ανταρτών είναι ότι ξοδεύτηκαν συνολικά για τον καθένα 10,20 γρόσια, 3 για την σίτισή τους πρωί και βράδυ τις τρεις ολόκληρες μέρες και 1,20 για το δείπνο της πρώτης μέρας). Το σύνολο που εμφανίζει ο πίνακας όμως  (168 γρόσια) είναι ελαφρώς μεγαλύτερο από το σύνολο που προκύπτει από την άθροιση των ποσών (163,20) για τα 16 άτομα.  
Από μεταγενέστερη (από 14/26 Ιουνίου)[23] επιστολή του Προξενείου προς το Υπουργείο Εξωτερικών προκύπτει ότι οι αντάρτες φιλοξενήθηκαν συνολικά οκτώ μέρες στη Θεσσαλονίκη. Το συνολικό κόστος για την φιλοξενία, τη διατροφή, την «υπόδηση» και τα ναύλα των ανταρτών για τον Πειραιά έφτασε τα 248,53 χρυσά φράγκα.
Στο μεταξύ έφθασαν στην Θεσσαλονίκη, με τα πόδια, και τρεις αντάρτες που είχαν απελευθερωθεί από την Βίτολα, και υπήρχε ανάγκη παροχής περίθαλψης και αποστολής προς τον Πειραιά και για εκείνους. Πρόκειται για τους Μιχαήλ Στεφανουδάκη, Κωνσταντίνο Θεοδωρίδη και Ιωάννη Πουλιάκη, για τους οποίους ο Ευγενιάδης θα δαπανήσει άλλα 19 χρυσά φράγκα από την δωρεά Χαροκόπου. Από το ίδιο ποσό θα δαπανηθούν άλλα 23 χρυσά φράγκα για τον πλοίαρχο από τον Βόλο Ιωάννη Καραβάζη, ο οποίος συνελήφθη από τις οθωμανικές αρχές και παραδόθηκε στο Προξενείο.
Η αποστολή έχει εκτελεστεί. Συνολικά 19 αντάρτες και ένας έλληνας πλοίαρχος πλέουν ασφαλείς προς την ελεύθερη Ελλάδα. Τρία χρόνια μετά την χορήγηση του χρηματικού ποσού από τον Χαροκόπο, αυτό επιτέλους χρησιμοποιείται για έναν εθνικό σκοπό.
Περίσσευαν, ωστόσο, μερικά χρήματα ακόμα, ένα ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο – 109,45 φράγκα. Ο Ευγενιάδης θυμάται την πρόταση που δεν τόλμησε να διατυπώσει στο αρχικό του έγγραφο και ζητά από το Υπουργείο Εξωτερικών τη διάθεση του ποσού για να αγοραστεί ένα χαλί για το Προξενικό Γραφείο, καθότι, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, υπάρχει απόλυτη ανάγκη για κάτι τέτοιο[24]. Αναφέρει μάλιστα ότι πρόκειται να γνωστοποιήσει στον Χαροκόπο εγγράφως τον τρόπο αξιοποίησης της δωρεάς του.
Φαίνεται όμως ότι ο Άθως Ρωμάνος δεν συμμεριζόταν την ανάγκη του Ευγενιάδη για ευπρεπισμό του γραφείου του. Με την από 20 Ιουνίου επιστολή του[25], με διπλωματικό αλλά μάλλον αυστηρό ύφος, γνωστοποιεί στον Ευγενιάδη ότι δεν μπορεί να εγκρίνει την διάθεση του υπολοίπου της δωρεάς Χαροκόπου για την αγορά χαλιού, και παρακαλεί τον Πρόξενο να κρατήσει το ποσό, προκειμένου να το διαθέσει για κάποιαν υπηρεσιακή ανάγκη που θα βρισκόταν πλησιέστερα στο σκοπό της δωρεάς. Η διατύπωση της απάντησης [«Μη δυνάμενοι να εγκρίνωμεν όπως το εκ των 400 φράγκων υπολειφθέν ποσόν των 132 φρ. 45 % διατεθή προς αγοράν τάπητος δια το Γεν. Προξενείον σας παρακαλούμεν να κρατήσητε αυτό παρ’ υμίν, ίνα χρησιμοποιηθή υπέρ άλλης τινός υπηρεσιακής ανάγκης, ανταποκρινομένης πλειότερον προς τους σκοπούς ούς εν νω είχε βεβαίως υπ ‘όψει ο δωρητής»] νομίζω ότι είναι χαρακτηριστική της δυσαρέσκειας του Ρωμάνου για το αίτημα του Ευγενιάδη.
Καθώς δεν ήταν τελικά μοιραίο να αγοραστεί το χαλί για το γραφείο του, ο Ευγενιάδης αποστέλλει τελικά έγγραφο στην Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, με χαρακτηριστική καθυστέρηση (στις 20 Οκτωβρίου!), στο οποίο επισυνάπτεται ευχαριστήρια επιστολή προς τον Σπυρίδωνα Χαροκόπο[26], προκειμένου η Ελληνική Πρεσβεία να το επιδώσει στον δωρητή, πράγμα που γίνεται άμεσα (η απάντηση της Πρεσβείας[27] που γνωρίζει την επίδοση του εγγράφου στον Χαροκόπο αποστέλλεται στις 27 Οκτωβρίου – Μέχρι τότε τουλάχιστον θα πρέπει να συμπεράνουμε λοιπόν ότι ο Σ. Χαροκόπος βρίσκεται ή σταθμεύει στην Κωνσταντινούπολη, στον Γαλατά, και ασκεί εμπορική δραστηριότητα). Το έγγραφο αυτό, πέρα από τις θερμές ευχαριστίες, και τις αντίστοιχες του Υπουργού που μεταφέρονται, κρύβει κι ένα άλλο μικρό μυστικό: αναφέρεται μόνο στην περίθαλψη και αποστολή στον Πειραιά των 16 ανταρτών της Θεσσαλονίκης και των 3 από την Βίτολα. Παραλείπει, δηλαδή, τα σχετικά με το ποσό που διατέθηκε με αφορμή τη σύλληψη του πλοιάρχου από τον Βόλο. Ήταν άραγε μια άνευ σημασίας παράλειψη του Ευγενιάδη ή σήμαινε κάτι άλλο;
Τον Απρίλιο του 1901 το υπόλοιπο της δωρεάς του Χαροκόπου δεν είχε ακόμη διατεθεί. Ο Ρωμάνος με νέο έγγραφο (από 4-4-1901)[28] απαντά σε σχετικό αίτημα του Ευγενιάδη δίνοντάς του οδηγίες να χρησιμοποιήσει το ποσόν «δι’ εκτάκτους εθνικάς ανάγκας». Τον καλεί, ωστόσο, να τηρήσει ιδιαίτερο λογαριασμό για το ποσό αυτό, για να μην περιπλακεί με την νέα πίστωση που πρόκειται να χορηγηθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό για τον ίδιο σκοπό. Βρισκόμαστε στο μεταιχμιακό σημείο όπου η ελληνική εξωτερική πολιτική αποφασίζει να ασχοληθεί σοβαρότερα με το μακεδονικό ζήτημα.
Μπορούμε άραγε να εξηγήσουμε την αναβλητική, διστακτική και αρκετά τυπολατρική και γραφειοκρατική συμπεριφορά του Ευγενιάδη, που κράτησε όλα αυτά τα χρήματα επί τρία χρόνια, και στο τέλος επιχείρησε να χρησιμοποιήσει το 25% του ποσού αυτού (που θα μπορούσε να διατεθεί για κάποιον πιο ουσιαστικό σκοπό) για την αγορά ενός χαλιού; Αν υπολογίσουμε ότι με τα υπόλοιπα χρήματα παρασχέθηκε βοήθεια σε 20 ανθρώπους, με το εναπομείναν ποσό θα μπορούσαν ίσως αλλοι 7-8 να τύχουν ανάλογης μεταχείρισης.
Ο Ευγενιάδης είναι ένας διπλωμάτης για τον οποίον μπορούμε να αναζητήσουμε πληροφορίες και από άλλες πηγές. Τον συναντάμε, ειδικότερα, στα απομνημονεύματα του συμμετέχοντος στον Μακεδονικό Αγώνα Περικλή Αργυρόπουλου[29].  Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από την εποχή στην οποία αναφερόμαστε στην παρούσα εργασία και ο Ευγενιάδης είναι ακόμη Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη,  μόλις πριν από το ξέσπασμα του Μακεδονικού Αγώνα. Τα βουλγαρικά κομιτάτα δρούσαν ανεξέλεγκτα στον χώρο της Μακεδονίας, και ο Αργυρόπουλος επισκέπτεται τον Ευγενιάδη στο γραφείο του. Ο Αργυρόπουλος αισθάνεται ότι «ο αγών διεξήγετο επί σαθράς βάσεως, άνευ θετικού προγράμματος, άνευ αρχηγού». Ο Ευγενιάδης του παραπονιόταν ότι «επεβαρύνετο με τρομεράν ευθύνην. Σκληρή δουλειά χωρίς σχεδόν βοήθειαν. Και τούτο εις περιστάσεις τόσον τραγικάς που αφήνουν ολίγην ελπίδαν επιτυχίας. Ησθάνετο μεγάλην κούρασιν».  Του εξέφρασε επίσης τον φόβο του να απευθύνει διαβήματα προς τον οθωμανό επιθεωρητή των μακεδονικών βιλαετίων, Χιλμή Πασά, με τον οποίο είχε διακόψει κάθε επαφή.  Ο Ευγενιάδης πίστευε περισσότερο στην παρουσία μιας διεθνούς δύναμης , ενώ είναι εξαιρετικά διστακτικός σε ό,τι αφορά την οργάνωση ενόπλων σωμάτων: οι έλληνες της παλιάς Ελλάδας δεν ξέρουν τον τόπο, οι έλληνες της Μακεδονίας είναι επιφυλακτικοί, φοβισμένοι και απογοητευμένοι, οι σλαβόφωνοι δεν θα βοηθήσουν. Η Βουλγαρία έχει μηχανισμό, η Ελλάδα όχι. Ο Αργυρόπουλος είναι οργισμένος με τη στάση του προξένου, που βρίσκεται εκεί ήδη πέντε χρόνια – θα μπορούσε κατά τη γνώμη του να είχε κάνει περισσότερα πράγματα. «Ως συμπέρασμα ο γενικός είχε καταθέση τα όπλα, προτού πολεμήσει» καταλήγει. «Βεβαίως προσωπικόν θάρρος δεν του έλειπε, αλλά ήτο άβουλος, εδέχετο τα κτυπήματα με πόνον της καρδιάς, αλλ’ εις μάτην ζητούσε τρόπον  να απομακρύνη, χωρίς να δώση μάχην, την  καταστροφήν».
Ο Ευγενιάδης ήταν προφανές ότι είτε δεν ήθελε είτε δεν μπορούσε να διαχειριστεί την υπόθεση των ελληνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία – και το βέβαιο είναι ότι η στάση του αυτή δεν ήταν απλώς μια μη λειτουργική εξαίρεση στη δράση του ελληνικού μηχανισμού στη Μακεδονία, τουλάχιστον το 1900. Ο Λάμπρος Κορομηλάς, που θα αναλάβει το πόστο του Προξένου το 1903 θα διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην αναζωπύρωση του ελληνικού ενδιαφέροντος για την περιοχή.
Η δωρεά Χαροκόπου και ο τρόπος με τον οποίο τελικά αξιοποιήθηκε μας δείχνουν πόσο εποικοδομητική αλλά και πόσο προβληματική μπορεί να αποβεί η συνεργασία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και του Κράτους για την ενίσχυση μιας εθνικής υπόθεσης. Η εν λευκώ εξουσιοδότηση του δωρητή για τη χρήση του ποσού αντί να διευκολύνει μάλλον δυσχέρανε την κρατική μηχανή ως προς την καταλληλότερη διοχέτευση της δωρεάς, σε μια εποχή που υπήρχαν και αποχρώντες λόγοι και πολλαπλές αφορμές για να αξιοποιηθεί τάχιστα. Τα σχεδόν τέσσερα χρόνια που απαιτήθηκαν για να χρησιμοποιηθεί το ποσό, μολονότι ταυτίζονται με την περίοδο εσωστρέφειας του ελληνικού κράτους στο Μακεδονικό ζήτημα μετά την ήττα του 1897, μας φέρνουν μπροστά σε μια αντικειμενική αδυναμία διαχείρισης αυτής της ιδιωτικής δωρεάς. Η στάση του Ευγενιάδη είναι ίσως αποφασιστικής σημασίας, ωστόσο θα ήταν άδικο να αποδώσουμε αποκλειστικά σε εκείνον όλες τις ευθύνες. Η αμηχανία της Ελλάδας έμελλε, εξάλλου, να τελειώσει πολύ σύντομα.
Η πρώτη πενταετία του εικοστού αιώνα θα σηματοδοτήσει την ενεργητική πλέον διεκδίκηση από την πλευρά της Ελλάδας κυριαρχίας στην περιοχή της Μακεδονίας. Η Πολιτεία θα ενδιαφερθεί ενεργότερα, τοποθετώντας ανθρώπους-κλειδιά σε στρατηγικές θέσεις, και η Εκκλησία θα δώσει το στίγμα της με μορφές ιεραρχών της περιοχής, όπως του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη. Η αποτυχημένη βουλγαρική εξέγερση του Ίλιντεν (Ιούλιος 1903) είναι ίσως το κομβικό σημείο ουσιαστικής αναζωπύρωσης του ελληνικού ενδιαφέροντος για την περιοχή. Μπορεί η Εθνική Εταιρεία να μην υπάρχει πια, αλλά στα πρότυπά της θα ιδρυθεί, με πρωταγωνιστική μορφή τον εκδότη της εφημερίδας «Εμπρός» Δημήτριο Καλαποθάκη, το «Μακεδονικό Κομιτάτο». Ο Μακεδονικός Αγώνας[30] είναι άλλος ένας «μυστικός πόλεμος» κατά τη διάρκεια του οποίου θα ενταθούν οι προσπάθειες από όλες τις πλευρές, Ελλάδα, Βουλγαρία και Τουρκία, για κυριαρχία. Η απαρχή του μετασχηματισμού της τελευταίας με την επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 θα αλλάξει πάλι τα δεδομένα σε αυτό το μωσαϊκό εθνικής, γλωσσικής και θρησκευτικής αντιπαράθεσης. Αυτή που θα μπει πρώτη στη Θεσσαλονίκη, με τον τακτικό της στρατό πλέον, θα είναι η Ελλάδα, το 1912.
Τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας;
Οι Χαροκόποι, όπως είδαμε, δραστηριοποιήθηκαν στην Ελλάδα, αναπτύσσοντας, παράλληλα με την επιχειρηματική και τεράστια κοινωφελή δραστηριότητα. Η Χαροκόπειος Σχολή, σημερινό Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο είναι η ναυαρχίδα των δωρεών τους μετά την οριστική επιστροφή στην Ελλάδα. Ο Σπυρίδων, που επέζησε του αδελφού του Παναγή, είχε ως το τέλος της ζωής του (πέθανε το 1933) πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαχείριση της περιουσίας αλλά και την υλοποίηση των κληροδοτημάτων του αδελφού του. Κάποιες από τις ευεργεσίες της οικογένειας έφθασαν μέχρι τη γενέθλια γη: Το Χαροκόπειο Εργαστήριο, που υπάρχει μέχρι σήμερα στο Αργοστόλι, αλλά και η συλλογή Βυζαντινών Εικόνων του γιου του Σπυρίδωνος, Σπυρίδωνος Σπ. Χαροκόπου, που φυλάσσεται στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου[31].
Και ο Άθως Ρωμάνος, προς το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα, το 1908, παραιτήθηκε από βουλευτής και εντάχθηκε ξανά στο διπλωματικό σώμα, ταξιδεύοντας σε όλη την Ευρώπη (Γαλλία, Αγγλία, Κάτω Χώρες, Ισπανία). Τον συναντάμε να θεωρεί, το 1911, τόσο την διαθήκη (από 20-4-1910) όσο και τον κωδίκελλο (από 10-1-1911) του Παναγή  Χαροκόπου[32]. Αργότερα θα παίξει ουσιαστικό ρόλο ως διπλωμάτης στην πορεία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και θα συμμετάσχει στην ελληνική διπλωματική αποστολή κατά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Από το διπλωματικό σώμα θα φύγει οριστικά το 1924, λίγο μετά τον οριστικό ενταφιασμό της Μεγάλης Ιδέας[33].
Τα έγγραφα που έχουμε στη διάθεσή μας βέβαια μας αφήνουν με ένα ερώτημα: Πώς διατέθηκαν τα υπόλοιπα χρήματα της δωρεάς Χαροκόπου; Το βέβαιο είναι ότι ο Ευγενιάδης έφυγε από τη θέση του Προξένου στη Θεσσαλονίκη και δεν άφησε στον διάδοχό του ως παρακαταθήκη ούτε κάποιες αποφασιστικές συντονιστικές κινήσεις για την εθνική προσπάθεια στη Μακεδονία,  αλλά ούτε καν ένα ωραίο χαλί στο δάπεδο του προξενικού γραφείου…


[1] Οφείλω να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου προς τον καθηγητή κ. Γεράσιμο Πεντόγαλο για την παραχώρηση αυτού του αρχειακού υλικού, τις πολύτιμες βιβλιογραφικές και ιστορικές συμβουλές του κατά τη σύνταξη της παρούσας εργασίας, καθώς ο γράφων δεν είναι ιστορικός, αλλά και την θερμή και αμέριστη υποστήριξή του στις μέχρι τώρα επιστημονικές μου δοκιμές.
[2] Βλ. ενδεικτικά Ευάγγελος Κωφός «Ο Μακεδονικός Αγώνας στη γιουγκοσλαβική ιστοριογραφία», Ο Μακεδονικός Αγώνας (Πρακτικά Συμποσίου, 28 Οκτ.-2 Νοεμ. 1984), Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, 1987, σσ. 279-317.
[3] Για την κατάσταση στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας την δεκαετία 1890-1900 ενδεικτικά βλ. Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, Ο βόρειος ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνα (1878-1894), Απομνημονεύματα Αναστασίου Πηχεώνα,  Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1983, σσ. 15-68 (Γενική θεώρηση της θέσης του ελληνισμού της Βόρειας Μακεδονίας κατά την χρονική περίοδο 1878-1894), 107-170, 199-211 και 300-340· Ιωάννης Κολιόπουλος «Η θέση των Ελλήνων στη Μακεδονία από το 1881 ως το 1896», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1977, σσ. 215-220· Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908) ως κορυφαία φάση των αγώνων των Ελλήνων για τη Μακεδονία, Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1985, σσ. 22-29· Βασίλης Κ. Γούναρης, «Μακεδονία 1871-1909. Από τη Βουλγαρική Εξαρχία στο κίνημα των Νεοτούρκων», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμος 5 «Τα χρόνια της σταθερότητας 1871-1909», Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2003, σσ. 261-283· Κ. Α. Βακαλόπουλος, «Το πολιτικό καθεστώς του ελληνισμού της Μακεδονίας στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα (1894-1904)», Ο Μακεδονικός Αγώνας (Πρακτικά Συμποσίου, 28 Οκτ.-2 Νοεμ. 1984), Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, 1987, σσ. 41-50· Γενικόν Επιτελείον Στρατού – Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Αθήναι: Δ.Ι.Σ., 1979, σσ. 46-78· Νικόλαος Β. Βλάχος, Το Μακεδονικόν ως φάσις του Ανατολικού ζητήματος 1878-1908, Αθήναι: Γ. Χρήστου, 1935, σσ. 86-243· Ιωάννης Μαζαράκης, «Η Μακεδονία στις παραμονές του αγώνα»,  Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1977, σσ. 220-254.
[4] Για την εκπαίδευση στη Μακεδονία την περίοδο αυτή βλ. ενδεικτικά το κεφάλαιο «Επισκόπηση της εκπαιδευτικής κατάστασης της Βόρειας Μακεδονίας στα μέσα της δεκαετίας 1880-1890» (σσ. 170-196) στο Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος,  Ο βόρειος ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνα (1878-1894), ό.π., σσ. 171-196· Ελένη Μπελιά, «Η εκπαιδευτική πολιτική του ελληνικού κράτους προς την Μακεδονία και ο Μακεδονικός Αγών», Ο Μακεδονικός Αγώνας (Πρακτικά Συμποσίου, 28 Οκτ.-2 Νοεμ. 1984), Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, 1987, σσ. 29-40· Στέφανος Παπαδόπουλος, «Η παιδεία στη Μακεδονία και η συμβολή της στη δημιουργία των προϋποθέσεων για την επιτυχία του Μακεδονικού Αγώνα», Ο Μακεδονικός Αγώνας (Πρακτικά Συμποσίου, 28 Οκτ.-2 Νοεμ. 1984), Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, 1987, σσ. 21-27.
[5] Για την αποφασιστικής σημασίας συμβολή των ένοπλων ομάδων ληστών, οι οποίοι, ανάλογα με τη θέση που έπαιρναν απέναντι στην Ελλάδα χαρακτηρίζονταν «ληστές», «λησταντάρτες» και «αντάρτες», βλ. Ιωάννης Κολιόπουλος, «Η θέση των Ελλήνων στη Μακεδονία από το 1881 ως το 1896», ό.π., σσ. 219-220.
[6] Για την Εθνική Εταιρεία βλ. ενδεικτικά το σχετικό κεφάλαιο του Ιωάννη Πικρού («Η Εθνική Εταιρεία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1977, σσ. 93-99. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον σχετικά με την οργάνωση της Εθνικής Εταιρείας παρουσιάζει η αφήγηση του Κ. Ι. Μαζαράκη Αινιάνος («Ο Μακεδονικός Αγών, Αναμνήσεις» στο Ο Μακεδονικός Αγώνας, Απομνημονεύματα Π. Αργυρόπουλου, Α. Ζάννα, Κ. Μαζαράκη-Αινιάνος, Α. Σουλιώτη-Νικολαΐδη, Ναούμ Σπανού, Β.Σταυροπούλου, Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1984, σσ. 167-169.
[7] Η αφήγηση του Ευγενιάδη προέρχεται από το μεταγενέστερο Έγγραφο υπ’ αριθ. 148/22-4-1900 του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στην Θεσσαλονίκη προς τον Υπουργό των Εξωτερικών της Ελλάδος. Δημοσιεύεται αυτούσιο (Έγγραφο 1) στο Παράρτημα της παρούσας εργασίας, και μας δίνει έμμεσα ένα χρονικό της ατμόσφαιρας της εποχής, τρία χρόνια μετά τα γεγονότα.

[8] Το έγγραφο  αυτό (υπ’ αριθ. 148/22-4-1900 του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στην Θεσσαλονίκη προς τον Υπουργό των Εξωτερικών της Ελλάδος), Έγγραφο 1 του παραρτήματος, το οποίο στα αρχεία του Προξενείου Θεσσαλονίκης σώζεται ως σχέδιο, μας δίνει ιδιαίτερα πολύτιμες πληροφορίες όχι μόνο από το κείμενό του, αλλά και από τα στοιχεία που διακρίνουμε στο σχέδιο και διαγράφηκαν από τον Ευγενιάδη, δεν συμπεριλήφθηκαν δηλαδή στην αναφορά του προς τον πολιτικό του προϊστάμενο. Αυτές οι διαγραφές (όσες ήταν αναγνώσιμες έχουν παρατεθεί στο παράρτημα ως υποσημειώσεις) εκτός από κάποια γεγονότα που δεν αναφέρθηκαν τελικά μας δείχνουν και την αμηχανία του Ευγενιάδη.
[9]  Για τον Άθω Ρωμάνο βλ. Ηλίας Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα,  Συμβολαί εις την Ιστορίαν και Λαογραφίαν της Νήσου Κεφαλληνίας, τόμ. Α: Βιογραφικά, Οίκων Ιστορίαι, Δημοσιεύματα, Αθήναι: Λεωνής, 1904 σσ. 573-575 και τόμ. Β: Εκκλησιαστικά, Μονών ιστορίαι, χρονογραφίαι, πολιτικά και στατιστικά σημειώαμτα, Αθήναι: Μυρτίδης, 1960, σ. 645.
[10] Ευαγγελία Ν. Γεωργιτσογιάννη, Παναγής Α. Χαροκόπος (1835-1911). Η ζωή και το έργο του, Αθήνα: Λιβάνης, 2000, σ. 236, υποσ. 178.
[11] Λεπτομερέστατη είναι η χαρτογράφηση της πορείας και της προσφοράς της οικογένειας Χαροκόπου, με προεξάρχοντα τον Παναγή, αλλά και με πολύτιμα στοιχεία για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας από την καθηγήτρια του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Ευαγγελία Ν. Γεωργιτσογιάννη  στη μονογραφία της Παναγής Α. Χαροκόπος (1835-1911). Η ζωή και το έργο του, Αθήνα: Λιβάνης, 2000. Πολύτιμα βιογραφικά στοιχεία αντλούμε και από την παλαιότερη μελέτη της ίδιας «Η προσφορά της οικογένειας Απ. Χαροκόπου στην Κεφαλονιά», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 7 (1995-1998), αφιέρωμα στον Γεώργ. Γ. Αλισανδράτο, σσ. 311-327, και τη μεταγενέστερη ανακοίνωσή της «Ιδρύματα και Κληροδοτήματα της οικογένειας Χαροκόπου», στα Πρακτικά του Συνεδρίου Επτανησιακά Ιδρύματα-Κληροδοτήματα (19ος αι.-1953), Η πνευματική – πολιτισμική και κοινωνική συμβολή τους, Αργοστόλι:, Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, 2007, σσ. 453-458.
[12] Βλ. Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, Παναγής Α. Χαροκόπος (1835-1911), Η ζωή και το έργο του, ό.π., σ. 49.
[13] Βλ. Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, Παναγής Α. Χαροκόπος (1835-1911), Η ζωή και το έργο του, ό.π., σ. 53.
[14] Βλ. Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, Παναγής Α. Χαροκόπος (1835-1911), Η ζωή και το έργο του, ό.π., σ. 61.
[15] Έγγραφο του Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος προς τον Γενικό Πρόξενο Θεσσαλονίκης υπ’ αριθ. 873/26-4-1900. Δημοσιεύεται αυτούσιο στο παράρτημα της παρούσας εργασίας (Έγγραφο 2).
[16] Τηλεγράφημα του Υπουργού Εξωτερικού Άθ. Ρωμάνου υπ’ αριθ. 211 από [5/]18-6-1900 προς το Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης. Δημοσιεύεται (Έγγραφο 3) αυτούσιο στο παράρτημα αυτής της εργασίας.
[17]  Πρόκειται για το υπ’ αριθ. 208/5-6-1900 έγγραφο του Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας και την Ελληνική Πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, που δημοσιεύεται αυτούσιο στο παράρτημα της παρούσας εργασίας (Έγγραφο 5).
[18] Τα τηλεγραφήματα (αριθ. 211 της 6/19-6-1900), το πρώτο (προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος) στα ελληνικά, και το δεύτερο προς την Πρεσβεία Κωνσταντινούπολης (στα γαλλικά) δημοσιεύονται στο παράρτημα της παρούσας εργασίας (Έγγραφο 4).
[19] Αυτή η βεβαιότητα διατυπώνεται στο υπ’ αριθ. 1401/9-6-1900 έγγραφο της Ελληνικής Πρεσβείας της Κωνσταντινούπολης προς το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη, που δημοσιεύεται (Έγγραφο 6) αυτούσιο στο παράρτημα αυτής της εργασίας.
[20] Ο κατάλογος δημοσιεύεται (Έγγραφο 5Α)στο παράρτημα της παρούσας εργασίας.
[21] Ιωάννης Μαζαράκης, «Η Μακεδονία στις παραμονές του αγώνα», ό.π., σσ. 233-234.
[22] «Ονομαστηκώς Κατάλογος Εμφένοσα τους τροφοδοτήσαντας Άνδρας από 7ην του τρέχοντος μηνός Ιουνίου ε.ε.» (sic). Ο κατάλογος, γραμμένος προφανώς από άλλο χέρι από αυτό που έχει γράψει τα έγγραφα στο τέλος δεν φέρει υπογραφή. Δεν συμπεριλαμβάνεται στα έγγραφα που δημοσιεύονται στο τέλος της παρούσας εργασίας.
[23] Πρόκειται για το υπ’ αριθ. 225/14-6-1900 έγγραφο του Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης προς το Υπουργείο των Εξωτερικών, που δημοσιεύεται (Έγγραφο 7) αυτούσιο στο παράρτημα αυτής της εργασίας.
[24] Βλέπε το Έγγραφο 7, ό.π.
[25] Βλέπε το Έγγραφο 8 (αριθ. 8113/984/20-6-1900 του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος προς το Γενικό προξενείο Θεσσαλονίκης), που δημοσιεύεται αυτούσιο στο παράρτημα αυτής της εργασίας.
[26] Βλέπε το Έγγραφο 9 (αριθ. 370/20-10-1900 του Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης προς το Προξενείο Κωνσταντινούπολης, με το οποίο διαβιβάζεται η ευχαριστήριος επιστολή προς τον Σπυρίδωνα Χαροκόπο), που δημοσιεύεται αυτούσιο στο παράρτημα αυτής της εργασίας.
[27] Βλέπε το Έγγραφο 10 (αριθ. 2428/27-10-1900  της Ελληνικής Πρεσβείας Κωνσταντινούπολης προς Προξενείο Θεσσαλονίκης), που δημοσιεύεται στο παράρτημα αυτής της εργασίας.
[28] Βλέπε το Έγγραφο 11(αρ. 4396/4-4-1901 του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας προς Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης) που δημοσιεύεται αυτούσιο στο παράρτημα αυτής της εργασίας.
[29] Βλ. χαρακτηριστικά το κείμενο των απομνημονευμάτων του Περικλέους Αλεξ. Αργυροπούλου στο «Ο Μακεδονικός Αγώνας  - Απομνημονεύματα», Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1984, σσ.  8, 9, 11, 12, 21, 24.
[30] Βλ. ενδεικτικά Douglas Dakin, Ι.Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, Ε. Κωφός, Ι. Διαμαντούρος, Μακεδονικός Αγώνας, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών α.ε., 1985· Ο Μακεδονικός Αγώνας (Πρακτικά Συμποσίου, 28 Οκτ.-2 Νοεμ. 1984), Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, 1987· Βασίλης Γούναρης, «Μακεδονία 1871-1909. Από τη Βουλγαρική Εξαρχία στο κίνημα των Νεοτούρκων», ό.π.,  σσ. 269-283 και τις εκεί παραπομπές και βιβλιογραφία· Ιωάννης Μαζαράκης: «Ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά – Η δράση των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων – Ο Παύλος Μελάς στη Μακεδονία – Ο Αγώνας στην κεντρική Μακεδονία – Ο Αγώνας κατά το 1906 – Ο Αγώνας στη λίμνη των Γενιτσών – Ο Αγώνας κατά το 1907 και 1908», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1977, σσ. 235-254· Γενικόν Επιτελείον Στρατού – Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, ό.π., σσ. 123-316.
[31] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, «Η προσφορά της οικογένειας Απ. Χαροκόπου στην Κεφαλονιά», ό.π., ιδίως στις σσ. 320 επ. και, αναφορικά με την εν γένει κοινωφελή δραστηριότητα της οικογένειας στον ελληνικό χώρο και τη Ρουμανία, βλ. της ίδιας Παναγής Α. Χαροκόπος (1835-1911), Η ζωή και το έργο του, ό.π., σσ. 115-187.
[32] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, Παναγής Α. Χαροκόπος (1835-1911), Η ζωή και το έργο του, ό.π., σσ. 477, 486. Η ημερομηνία θεώρησης είναι η η μερομηνία θανάτου του Χαροκόπου, 8-10-1911.
[33] Ηλίας Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τόμος Β, ό.π., σ. 645, και το οικείο λήμμα στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τόμ. 2, Αθήνα: Πάπυρος, 1992, σσ. 344-345.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά