Από την απελευθέρωση στον εμφύλιο

Σπύρος Δημ. Λουκάτος
Τα χρόνια της απελευθέρωσης και του εμφυλίου πολέμου στην Κεφαλονιά και Ιθάκη 1944-1950
Αθήνα: Νόβολι, 2012, σελ. 387

            Η περίοδος που ακολούθησε την απελευθέρωση της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, με εξελίξεις καταιγιστικές που κλιμακώθηκαν στην έκρηξη του εμφυλίου πολέμου, ανήκει, χωρίς αμφισβήτηση, στις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας. Σκοτεινές, από πολλές απόψεις. Πρώτα πρώτα, από την άποψη της οδύνης που προκαλεί η σκέψη και μόνο ότι ένας λαός που μόλις είχε κερδίσει την ελευθερία του από έναν παγκόσμιο δυνάστη οδηγήθηκε από εγχώριες και ξένες δυνάμεις σε μια τρομακτική αλληλοσφαγή, που δίχασε την ελληνική κοινωνία για δεκαετίες, αν δεν τη διχάζει ακόμα.
Πέρα από αυτό το σκοτάδι όμως υπάρχει και εκείνο της δυσκολίας για τον ιστορικό να προσεγγίσει και να επεξεργαστεί τις ιστορικές πηγές. Ακόμα και αν προσπεράσουμε το γεγονός ότι και πολλές γραπτές πηγές έχουν οριστικά χαθεί, τα χρόνια εκείνα είναι ταυτόχρονα πολύ κοντά και πολύ μακριά. Πολύ κοντά για να πονούν ακόμα κάποιους ανθρώπους οι αναμνήσεις, πολύ κοντά για να βγαίνουν εύκολα από τα στόματα των ανθρώπων οι μαρτυρίες, τα γεγονότα έτσι όπως τα έζησαν. Και ταυτόχρονα, πλέον, πολύ μακριά, καθώς σιγά σιγά οι αυτόπτες μάρτυρες φεύγουν από τη ζωή – κι αυτά τα μυστικά που ίσως οι συνθήκες τους επιτρέπουν πια να μοιραστούν πιο εύκολα, τα παίρνουν πλέον οριστικά μαζί τους. Η προσέγγιση αυτής της περιόδου είναι λοιπόν έργο δύσκολο για τον ιστορικό που δεν θέλει να καταθέσει μια απλή μαρτυρία, αλλά να δώσει, με όσο το δυνατόν πληρέστερο και σφαιρικότερο τρόπο, το αποτύπωμα εκείνης της τόσο ιδιαίτερης περιόδου. Όταν μάλιστα κανείς καλείται να ιστορήσει τα γεγονότα αυτής της περιόδου στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου γεωγραφικού και κοινωνικού χώρου, όπως είναι η Κεφαλονιά και η Ιθάκη, τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο, καθώς ελλοχεύει, ιδιαίτερα για θέματα της σύγχρονης ιστορίας, ο κίνδυνος να «προσωποποιηθούν» οι ιστορικές εξελίξεις, και να αναμοχλευθούν πάθη τα οποία ενδεχομένως εξακολουθούν να σιγοκαίνε.
            Ο Σπύρος Λουκάτος καταθέτει τη συμβολή του στη μελέτη αυτής της περιόδου έχοντας, ασφαλώς, πλήρη επίγνωση αυτών των δυσκολιών, αλλά και σημαντικά όπλα στη φαρέτρα του. Το πρώτο όπλο του είναι αυτό του ιστορικού, με τη μακρόχρονη ερευνητική και συγγραφική δράση, που καλύπτει την ελληνική και βαλκανική ιστορία του 19ου και 20ού αιώνα. Αυτή η εμπειρία τού δίνει τη δυνατότητα να μελετήσει το θέμα του σε έναν διευρυμένο ορίζοντα ιδεολογικό, πολιτικό, διπλωματικό, γεωστρατηγικό. Να δει τα γεγονότα ενταγμένα σ’ ένα συγχρονικό και διαχρονικό περιβάλλον όπου οι δυνάμεις που αντιπαρατίθενται είναι πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που συγκρούονται στα χωριά και στα βουνά της Κεφαλονιάς και οι στρατηγικές πολύ πιο σύνθετες από αυτές που εφαρμόζουν οι τοπικοί πρωταγωνιστές. Επιπλέον, στο επίπεδο της τοπικής ιστορίας, ο Σπύρος Λουκάτος έχει ήδη καταθέσει στο τρίτομο έργο του Τα χρόνια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Κεφαλονιά και Ιθάκη, που επανεκδόθηκε πρόσφατα, την εξιστόρηση ολόκληρης εκείνης της κομβικής για την ιστορία του ελληνισμού περιόδου που προηγήθηκε. Ο τόμος αυτός, που για πρώτη φορά εκδίδεται φέτος, είναι η συνέχεια και το επιστέγασμα ενός συστηματικού έργου που δομήθηκε με τα επιστημονικά εργαλεία της ιστορικής επιστήμης, οργανικά σχεδόν συνδεδεμένο με τους τρεις προηγούμενους τόμους, όπου παρέλασαν μπροστά στα μάτια μας η ιταλική κατοχή, η Εθνική Αντίσταση, η ιταλογερμανική σύρραξη του 1943 και η γερμανική κατοχή στα νησιά μας.
            Πέρα από το κύρος του ιστορικού που έχει μελετήσει σε βάθος την περίοδο, ο Σπύρος Λουκάτος έχει και άλλο ένα, πολύ σημαντικό όπλο σε αυτή του την προσπάθεια. Έχει ζήσει από κοντά τα γεγονότα, ίσως δεν γίνεται πιο κοντά… Πολέμησε στο μέτωπο του ’40-’41, εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση διαδραματίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), εργάστηκε μετά την απελευθέρωση, μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ για να ξανασταθεί η τοπική κοινωνία στα πόδια της, και υπέστη σ’ όλο αυτό το διάστημα αλλά και, δυστυχώς, μετά την απελευθέρωση, φοβερές διώξεις για την αντιστασιακή του δράση. Ένας ιστορικός που έχει βιώσει από τόσο κοντά τα γεγονότα έχει ταυτόχρονα μια ευλογία και μια κατάρα: Η ευλογία είναι ότι είδε ο ίδιος, με τα μάτια του, πράγματα που δεν μπορούν ποτέ να του περιγράψουν τόσο καλά οι γραπτές πηγές ή οι μαρτυρίες των άλλων. Και η κατάρα είναι ότι κάθε στιγμή που γράφει πρέπει να αποστασιοποιείται από την προσωπική, την ανθρώπινη ματιά και στάση του– σαν να «βγαίνει» από το σώμα του και να βλέπει τα γεγονότα, ακόμα και τον εαυτό του, πανοραμικά, από την οθόνη του ιστορικού. Δύσκολο έργο, όμως ο Σπύρος Λουκάτος είχε ήδη δοκιμαστεί με επιτυχία σ’ αυτό στους τρεις προηγούμενους τόμους. Κι εδώ, αξιοποιεί το βλέμμα του πρωταγωνιστή των γεγονότων, το «πλάνο» του όμως, η εικόνα που βλέπουμε εμείς, δεν καθοδηγείται από τον πρωταγωνιστή, αλλά φωτίζεται από τον ιστορικό. Τον ιστορικό που δεν ξεχνά ότι είναι και άνθρωπος, που δεν μπορεί να δει τα γεγονότα αποστεωμένα, απαλλαγμένα από τη συναισθηματική φόρτιση της στιγμής, αυτήν που ως ιστορικός οφείλει να αποτυπώσει. Γιατί και αυτή η αύρα των ανθρώπινων αισθημάτων που κατατρέχουν την εποχή, η αύρα του ενθουσιασμού, της ελπίδας, της θέλησης, αλλά και η αύρα του φόβου, του μίσους, της φρίκης, είναι κι αυτές αόρατα κομμάτια της ιστορίας, εκείνα που δεν μπορεί να τα φωτογραφίσει κανείς, αλλά μένουν ανεξίτηλα χαραγμένα στις ψυχές των ανθρώπων.
            Όπως συνέβη και στην επανέκδοση του τρίτομου έργου για την κατοχή και την εθνική αντίσταση, αλλά και στην πρόσφατα δημοσιευμένη μελέτη του Λουκάτου Η Επτανησιακή Πολιτική Σχολή των Ριζοσπαστών την επιμέλεια της νέας τούτης έκδοσης έχει αναλάβει ο ιστορικός Πέτρος Πετράτος, ο οποίος στον πρόλογό του αναφέρεται στη διαχείριση του εμφυλίου πολέμου από τη νεοελληνική ιστοριογραφία, υπό το πρίσμα της μετεμφυλιακής πολιτικής κατάστασης, αλλά και των παλαιότερων και νεότερων τάσεων που αναπτύχθηκαν στην ιστορική επιστήμη. Ο Πέτρος Πετράτος έχει επίσης συντάξει και το ευρετήριο που παρατίθεται στο τέλος του τόμου, που τον καθιστά ιδιαίτερα χρηστικό στον ερευνητή αλλά και τον μη ειδικό αναγνώστη που αναζητά συγκεκριμένες πληροφορίες για την περίοδο αυτή.
            Το βιβλίο έχει δομηθεί σε δύο μεγάλα μέρη: Το πρώτο ξεκινά από εκεί που τελειώνει ουσιαστικά ο τρίτος τόμος της σειράς Τα χρόνια της γερμανικής κατοχής και της Αντίστασης στην Κεφαλονιά και Ιθάκη. Αναφέρεται στις εξελίξεις στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη από την οριστική αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής στις 10 Σεπτεμβρίου 1944 μέχρι την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, τον Φεβρουάριο του 1945, ενώ το δεύτερο μέρος, που τιτλοφορείται «Ο Εμφύλιος Πόλεμος 1945-1950» αναφέρεται στη δραματική και αιματηρή πορεία μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, και διέρχεται την ταραγμένη περίοδο των εκλογών και του πολιτειακού δημοψηφίσματος του 1946, το σταδιακό ξέσπασμα και την κλιμάκωση των εμφύλιων συγκρούσεων, φθάνοντας έως και την εξόντωση της ηγεσίας του Δημοκρατικού Στρατού της Κεφαλονιάς, στα τέλη του 1949.
            Και στα δύο μέρη ο συγγραφέας επιχειρεί να δει τις εξελίξεις μέσα από πολλά επίπεδα. Αφ’ ενός, το μακροσκοπικό, των παράλληλων πολιτικών και διπλωματικών εξελίξεων στην Ελλάδα και στο μέτωπο των συμμάχων, πράγμα που διευκολύνει και τον αναγνώστη που δεν έχει ιστορικές γνώσεις για την περίοδο να μπορεί να κατανοήσει τα γεγονότα μέσα στο γενικότερο πλαίσιό τους. Αφ’ ετέρου, εστιάζοντας στη συγκεκριμένη περιοχή, επιχειρεί να αποτυπώσει τις εξελίξεις σε πολλά επίπεδα: Πρώτα, στο επίπεδο της συνέχειας της προ της απελευθέρωσης περιόδου και της στάσης των παραγόντων της πολιτικής δυναμικής της εποχής: Του Ε.Α.Μ., των «παλαιοκομματικών δυνάμεων», που είχαν δραστηριοποιηθεί πριν τον πόλεμο, των δυνάμεων που συνεργάστηκαν ανοιχτά με τους κατακτητές, των ξένων δυνάμεων και των τοπικών τους εκπροσώπων, του επίσημου κράτους και των ποικιλότροπων μηχανισμών του. Η σύνθετη διαδικασία της μετεξέλιξης όλων αυτών των παραγόντων σε λιγότερο ή περισσότερο ενεργούς «παίκτες» της εμφύλιας διαμάχης, ουσιαστικά η αναδιάταξη δυνάμεων που οδηγεί στον εμφυλιακό διπολισμό ελάχιστα μετά την απελευθέρωση ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον Λουκάτο.
 Ένα δεύτερο επίπεδο είναι ασφαλώς τα συγκρουσιακά γεγονότα καθαυτά, η ωμή βία, είτε σε επίπεδο πολεμικών συγκρούσεων ανάμεσα σε ένοπλες ομάδες είτε σε επίπεδο ενεδρών και επιθέσεων αποσπασμάτων σε αμάχους, βία που έφτασε σε ακρότητες που δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει κανείς ότι πραγματοποιήθηκαν από ανθρώπινα όντα. Αυτά τα γεγονότα ασφαλώς και δεν μπορούν να ερμηνευθούν απομονωμένα από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όχι μόνο με βάση τις πολιτικές και στρατιωτικές ισορροπίες, αλλά και με γνώμονα το μεταπολεμικό κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι των νησιών.
Επομένως χρειάζεται και ένα τρίτο επίπεδο, αυτό της εξέτασης της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας των νησιών σε μια κατεστραμμένη μεταπολεμικά Ελλάδα, και του ρόλου που διαδραματίζουν στον τομέα αυτό τόσο οι καθοριστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν όσο και άλλοι συλλογικοί φορείς (π.χ. συνδικαλιστικές οργανώσεις) αλλά και διαμορφωτές της κοινής γνώμης (εφημερίδες, προκηρύξεις, ομιλίες διαφώτισης, συνελεύσεις, προκηρύξεις κ.ά.). Ο Σπύρος Λουκάτος είχε την τύχη να είναι παρών σε πολλές τέτοιες συλλογικές διαδικασίες – ο τρόπος που γίνονταν, ίσως πρωτόγνωρος για την εποχή μας που το συλλογικό έχει καθ’ ολοκληρίαν υποχωρήσει εις βάρος του ατομικού, είναι αρκετά διαφωτιστικός και αποκαλυπτικός όχι μόνο για την διακρίβωση της πολιτικής χροιάς των γεγονότων, αλλά και καθοριστικός για την πορεία των εξελίξεων – αν και, καθώς φαίνεται, ήταν πάρα πολλές οι περιπτώσεις που η άλογη βία έφτανε στο σημείο να υπερκεράσει τα πλαίσια και τους στόχους που οι αντίπαλες πλευρές έθεταν. Ο πόλεμος είναι ένας παραλογισμός – ωστόσο οι σκοπιμότητες που τον υπαγορεύουν ή τον υποδαυλίζουν πάντοτε χαράσσονται με απολύτως «λογικές» διαδικασίες, ενίοτε από ανθρώπους που δεν βάφουν ποτέ τα χέρια τους με αίμα, αλλά καρπώνονται τα οφέλη της αιματοχυσίας.
Μ’ αυτό το σκεπτικό είναι οργανωμένα και τα δύο μέρη του βιβλίου. Στο πρώτο, που όπως είπαμε φθάνει μέχρι τη Συμφωνία της Βάρκιζας, παρακολουθούμε την προσπάθεια του κεφαλονίτικου και θιακού λαού, με πρωταγωνιστικό τον ρόλο των ΕΑΜικών οργανώσεων, να οργανώσει τη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, την παιδεία, την κοινωνική και οικονομική ζωή των νησιών στο σεληνιακό τοπίο που είχαν αφήσει πίσω τους οι Γερμανοί κατακτητές- παράλληλα με τη δράση των εκπροσώπων της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, αλλά και την παράλληλη προσπάθεια για ανασύνταξη των αντιδραστικών δυνάμεων, και τη στρατηγική των Άγγλων, με διάφορους τρόπους, να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Στις δώδεκα ενότητες του πρώτου μέρους ξεδιπλώνονται όλες οι συλλογικές δράσεις που στόχευαν στην προσπάθεια να λειτουργήσει ξανά η τοπική κοινωνία – ο ίδιος ο Σπύρος Λουκάτος είχε ενεργό ρόλο σε πολλές από τις επιτροπές που σχηματίστηκαν τότε γι’ αυτόν τον σκοπό – και που η δράση τους αποκαλύπτει πώς, υπό τόσο δύσκολες συνθήκες, είναι δυνατόν να δημιουργηθούν συνθήκες επανεκκίνησης. Το πρώτο μέρος τελειώνει με την απήχηση των αιματηρών γεγονότων του Δεκέμβρη του 1944 στην Κεφαλονιά, την ίδρυση Πανδημοκρατικού Μετώπου και τις τελευταίες δράσεις των ΕΑΜικών οργανώσεων μέχρι την άφιξη των αρχών του μεταδεκεμβριανού κράτους στο νησί, μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, τον Μάρτιο του 1945.
Το δεύτερο μέρος, όπου καταγράφονται τα γεγονότα από τη Συμφωνία της Βάρκιζας μέχρι και το τέλος του εμφυλίου στην Κεφαλονιά, καλύπτει πολύ μεγαλύτερη χρονική περίοδο (από τον Μάρτιο του 1945 ως τον Οκτώβριο του 1949), περίοδο ιδιαίτερα πυκνή σε γεγονότα. Ο συγγραφέας έχει κατανείμει σε τρία επιμέρους υποκεφάλαια την ιστορική του ύλη, επιχειρώντας να αναδείξει την ταυτότητα και τη δράση των αντίπαλων πλευρών. Το πρώτο υποκεφάλαιο αναφέρεται στην αναδιάταξη των δυνάμεων εκτός ΕΑΜ μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, από τις ποικιλόμορφες τάξεις των οποίων θα προκύψει η μία «εθνικόφρων» αντίπαλη παράταξη του εμφυλίου: Το μεταδεκεμβριανό κράτος με τα όργανα καταστολής που εγκαθίστανται στο νησί, οι πολιτικοί σχηματισμοί παλαιοί και νέοι που θα προκύψουν, αλλά και τα ένοπλα παρακρατικά τμήματα που θα δραστηριοποιηθούν στα νησιά. Σε αναλυτικές ενότητες περιγράφεται το κλίμα τρομοκρατίας που ξεδιπλώνεται από κατασταλτικούς μηχανισμούς και παρακρατικούς μέχρι και το δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου του 1946, με το οποίο επιστρέφει στη χώρα ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄.
Η δεύτερη υποενότητα εστιάζει στην δράση, κατά την ίδια περίοδο, των ΕΑΜικών οργανώσεων σε επίπεδο οργανωτικό, διαφωτιστικό (με την έκδοση της εφημερίδας Ελεύθερη Κεφαλονιά), συνδικαλιστικό και κοινωνικό-πολιτιστικό  και στην αντίσταση αλλά και τις φυλακίσεις και διώξεις της περιόδου. Η τρίτη υποενότητα αναφέρεται στην ίδρυση και τη δράση του Δημοκρατικού Στρατού στην Κεφαλονιά, με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες αναφορικά με την οργάνωσή και τη διοίκησή του, την πολιτική δράση του, αλλά και τον βασικό κορμό της εμφύλιας σύρραξης, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στις οποίες έλαβε μέρος ο Δημοκρατικός Στρατός. Η υποενότητα ολοκληρώνεται με την άφιξη του Ελληνικού Στρατού στην Κεφαλονιά, και την οριστική επικράτησή του με την εξόντωση της ηγεσίας του Δημοκρατικού Στρατού.
Στο «Γενικό επιλογικό συμπέρασμα» ο Σπύρος Λουκάτος, αφού έχει ιστορήσει τα γεγονότα, αφού αναδεικνύει τον ρόλο των «συμμάχων» στην υποδαύλιση του εμφυλίου πολέμου, αποτιμά τις ενέργειες του Δημοκρατικού Στρατού στην Κεφαλονιά, «ανεξάρτητα», όπως λέει, «από την αποδοχή ή απόρριψη της δράσης του». Με συναίσθηση του ρόλου του ως ιστορικού, ο Λουκάτος, σε όλο το μήκος της μελέτης, δεν διστάζει να αναφερθεί σε λάθη, ενδεχομένως κρίσιμης σημασίας, της Αριστεράς στη διάρκεια αυτής της τόσο έντονης περιόδου. Και στο Παράρτημα του βιβλίου, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία, μελετώντας 49 ταξινομημένα γραπτά τεκμήρια της εποχής, που παρατίθενται αυτούσια, προερχόμενα απ’ όλο το χρονικό φάσμα της περιόδου αλλά και απ’ όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές, να έρθει σε πιο άμεση επαφή με τα γεγονότα, να βγάλει τα συμπεράσματά του, να αναρωτηθεί.
Ασφαλώς ένα βιβλίο δεν μπορεί να περιλάβει κάθε ιστορική λεπτομέρεια – ωστόσο, πιστεύω, η επιτυχία ενός οποιουδήποτε βιβλίου είναι να σε αφήνει με περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα είχες όταν ξεκινούσες να το διαβάζεις. Να σου δημιουργεί τη διάθεση να διαβάσεις κι άλλο, να αναζητήσεις κι άλλες πληροφορίες, κι άλλες οπτικές. Νομίζω ότι αυτό είναι και το μεγάλο προτέρημα αυτού του βιβλίου. Ο συγγραφέας του είναι σαφές ότι έχει συγκεκριμένη θέση, την οποία και τεκμηριώνει με όλα τα εργαλεία της επιστημονικής μεθοδολογίας. Ωστόσο, δεν «εκβιάζει» τον αναγνώστη να συμφωνήσει μαζί του, αντίθετα, τον καλεί να ερευνήσει και να κρίνει, δίνοντάς του ως εργαλεία πολύτιμες πληροφορίες, πολύτιμες πηγές. Δεν «δικάζει» ούτε «καταδικάζει» με τον αέρα της αυθεντίας, παραθέτει γεγονότα, διατυπώνει χωρίς φόβο και πάθος θέσεις, και τίθεται στην κρίση, τόσο των ειδικών, όσο και εμάς, των απλών αναγνωστών, ψιθυρίζοντάς μας: «Αναζήτησε, ψάξε, μάθε κι άλλα πράγματα».
Έτσι κι εγώ, ως απλός αναγνώστης, με ελάχιστες γνώσεις για την εποχή, πέρα από αποσπασματικά πράγματα που έχω διαβάσει αλλά και δεκάδες ιστορίες που έχω ακούσει να αφηγούνται, όπως όλοι μας, άνθρωποι που ανήκουν στη γενιά που έζησε εκείνα τα φοβερά χρόνια, αισθάνομαι ότι αυτό το βιβλίο γέννησε στο νου μου τόσα και τόσο ποικίλα ερωτήματα, που μου προσφέρει αυτό που κι εγώ θα ήθελα να προσφέρω ως δάσκαλος στους μαθητές μου. Ένα εργαλείο για να ψάξω, για να μάθω, για να θυμάμαι.
Πολλοί πιστεύουν ότι αυτά τα χρόνια πρέπει να τα λησμονήσουμε, γιατί είναι χρόνια διχασμού, αίματος, μίσους, φρίκης. Πιστεύω ότι αυτός δεν είναι λόγος για να ξεχάσουμε. Τουναντίον. Πρέπει να μαθαίνουμε, πρέπει να θυμόμαστε, γιατί η ιστορική μνήμη είναι αυτή που μπορεί να σώσει την ανθρωπιά μας. Δεν έχει νόημα να ξεχάσεις το μίσος. Πρέπει να θυμάσαι το μίσος, για να ξέρεις για ποιον λόγο δεν πρέπει να μισείς. Πρέπει να θυμάσαι τις θηριωδίες που έγιναν, για να ξέρεις ότι εσύ πρέπει πάση θυσία να παραμείνεις άνθρωπος. Πρέπει να θυμάσαι τον πόλεμο, για να ξέρεις πόσο σπουδαίο, και πόσο καθόλου αυτονόητο, είναι να έχεις ειρήνη. Πρέπει να γνωρίζεις, να θυμάσαι τον αυταρχισμό και την τρομοκρατία για να ξέρεις ότι αυτή η δημοκρατία που μπορεί και να βρίζεις σήμερα δεν είναι ούτε κι αυτή αυτονόητη. Και, τέλος, και όσο ο εμφύλιος απομακρύνεται από τις αναμνήσεις των ανθρώπων και γίνεται σελίδες ιστορικών βιβλίων, τόσο περισσότερο είναι αναγκαίο οι άνθρωποι να μην ξεχνούν, επειδή πάντα παραμονεύουν εκείνοι που θα εκμεταλλευτούν την άγνοια, την έλλειψη της γνώσης, για να διασπείρουν το μίσος. Σε καιρούς κρίσης, σαν κι αυτόν, συμφέρει πολλούς να κυριαρχεί η λήθη, για να μπορούν να λανσάρουν τη δική τους, διαστρεβλωμένη αλήθεια, με στόχο να γεμίσουν τις ψυχές των ανθρώπων με διχόνοια και μίσος.
Οι ιστορίες από τον εμφύλιο που έχουμε όλοι ακούσει ίσως να μας γεμίζουν με φρίκη και ντροπή. Φοβερά και ασυγχώρητα εγκλήματα συντελέστηκαν απ’ όλες τις πλευρές, εγκλήματα που οφείλονται στο μίσος που γέννησε στις ψυχές των ανθρώπων αυτή η αντιπαράθεση. Μίσος που δεν μπορεί παρά να γεννήσει περισσότερο μίσος, και περισσότερη βία. Σε μικρές κοινωνίες όπως η δική μας, πολλές φορές το μίσος δεν έβρισκε αιτία, αλλά μόνο αφορμή στην ιδεολογική αντιπαράθεση. Προσωπικά πάθη αναβαπτίστηκαν ή γεννήθηκαν μέσα στο χάος της εμφύλιας σύγκρουσης – αυτά τα προσωπικά πάθη ίσως να έκαναν φοβερότερες τις θηριωδίες. Από την άλλη, αυτές οι στενές προσωπικές σχέσεις των ανθρώπων στις μικρές κοινωνίες σε ορισμένες περιπτώσεις έσωσαν ανθρώπινες ζωές, ξεπερνώντας και πάλι την ιδεολογική διαφορά. Άνθρωποι χάθηκαν, αλλά και σώθηκαν στις μικρές κοινωνίες, επειδή ακριβώς ήταν μικρές. Στα χρόνια εκείνου του πολλαπλασιαζόμενου μίσους, οι πραγματικοί ήρωες του εμφυλίου, στα δικά μου τουλάχιστον μάτια, είναι εκείνοι που έδειξαν αλληλεγγύη στους συνανθρώπους τους, σε όποια παράταξη κι αν ανήκαν. Εκείνοι που περιέθαλψαν τραυματίες, οργάνωσαν συσσίτια, δίδαξαν σε ρημαγμένα σχολεία, έσωσαν ζωές, που απέτρεψαν βασανιστήρια και εκτελέσεις, που φυγάδευσαν ή ειδοποίησαν ανθρώπους ότι διέτρεχαν κίνδυνο,  κι ας ανήκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Που απάντησαν στη βία με ανθρωπιά και αλληλεγγύη.
Ο Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου ξεκινά με τον θεό Ήφαιστο να καρφώνει τον Προμηθέα, που τόλμησε να φέρει το φως στους ανθρώπους, σε έναν βράχο. Υπάρχουν δύο δυνάμεις που διατάζουν τον ίδιο το θεό περιφρονητικά και χωρίς καμία ντροπή. Είναι δυο αδέλφια, παιδιά της φοβερής Ωκεανίδας Στυγός. Είναι το Κράτος (η εξουσία, η δύναμη) και η Βία. Τα δυο αδέλφια διατάζουν τον ίδιο το θεό και βασανίζουν τον άνθρωπο που τόλμησε να φέρει το φως στους ανθρώπους. Οι άνθρωποι συχνά μετέρχονται τη Βία για να κερδίσουν το Κράτος, πιστεύοντας πως θα γίνουν πιο ισχυροί κι απ’ τους θεούς. Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο του Σπύρου Λουκάτου, η τελευταία μου σκέψη, καθηλωμένη στο μυαλό μου σαν τον Προμηθέα στον βράχο, είναι ότι ο πρώτος που θα πρέπει να καταδικαστεί για όσα φοβερά έγιναν στον εμφύλιο, είναι αυτή, η φοβερή κόρη της φοβερής μητέρας που κάνει τους ανθρώπους να μισούν: Η βία. Και μαζί της, αυτό που την προκαλεί. Το μίσος. Που δεν νομιμοποιείται και δεν συγχωρείται να οδηγεί σε τέτοιους αδελφοκτόνους σπαραγμούς.
Κι ίσως γι’ αυτό οι νέες γενιές πρέπει να διαβάσουν αυτό το βιβλίο. Όχι για να νιώσουν ντροπή και φρίκη, αλλά για να καταδικάσουν στη συνείδησή τους το μίσος και τη βία. Και να διαφυλάξουν μέσα τους αυτό που κράτησε όρθιους τους αντιστεκόμενους Έλληνες στα χρόνια της κατοχής, αλλά και αργότερα. Αυτό που και τώρα μπορεί να κρατήσει  όρθιους τους Έλληνες: Την συνεργασία και την αλληλεγγύη.


Παρουσίαση: Αργοστόλι, 30-7-2012 θέατρο Κέφαλος,
Ληξούρι 1-8-2012, αίθουσα Δημαρχείου

Ηλίας Α. Τουμασάτος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]