Στιγμές υπό τον ήλιο 3: @Αγία Κυριακή [with: Ρένα Κουμιώτη, Αλέκα Παπαρήγα, Guns'n'Roses κ.ά]



«Αλεξάνδρεια, Ραφήνα, πήγαινε τα χρόνια εκείνα
Και για μπάρκο μες στ’ αμπάρια, είχε όλο παλικάρια»…

Η επική φωνή της Ρένας Κουμιώτη ακούγεται από τα ηχεία του μικρού λεωφορείου – ποιος ξέρει πού να βρίσκονται τα συγκεκριμένα ηχεία, καθότι το εσωτερικό του είναι τίγκα στο αυτοκόλλητο και στο στολίδι… Ειλικρινά αδυνατώ να περιγράψω την ποικιλία της θεματολογίας. Ποδοσφαιρικές ομάδες, σημαιάκια, αποσμητικά με πευκάκια, ελαφροντυμένα κορίτσια, επαναστατικά συνθήματα τύπου “I love disco”, η Άρτα και τα Γιάννενα κατά το κοινώς λεγόμενον (μη σας πω και η Πρέβεζα μαζί)… Δεν κυκλοφορούν σήμερα τέτοια λεωφορεία, 32 θέσεων, τόσο μαγικά στολισμένα…

Το τραγούδι λέγεται ‘Άγια Κυριακή» και αναφέρεται σ’ ένα ηρωικό καράβι που μετάφερε στα χρόνια της κατοχής Έλληνες αγωνιστές. «Το λέγαν Άγια Κυριακή, εκείνο το καϊκι, που στην σκλαβιά στην κατοχή, δούλευε στη διαφυγή, πάλευε για τη νίιιιιικη…..» Το πλουμιστό μαγικό μας λεωφορείο συνδέεται σχεδόν καρμικά με το συγκεκριμένο τραγούδι, καθώς έχει προορισμό μια παραλία που ονομάζεται, όπως και το τραγούδι, «Αγία Κυριακή». Το λεωφορείο δεν μεταφέρει ούτε την Υπολοχαγό Νατάσα, ούτε κανέναν άλλον ήρωα της κατοχής, αλλά ένα πολύχρωμο πλήθος από παιδάκια, νεαρούς, μεσήλικες και γέρους, ντάλα μεσημέρι (τρεις και μισή, τέσσερις παρά κάτι) που επιζητούν το θεμελιώδες δικαίωμα στα μπάνια του λαού.

 Έχει ξεκινήσει περίπου πέντε χιλιόμετρα μακριά, μαζεύοντας όλον τον κόσμο από τα γύρω χωριά, το δικό μας είναι η τελευταία στάση, τρία χιλιόμετρα πριν την παραλία. Ποτέ δεν έχουμε τη χαρά να πάμε καθιστοί – καμιά φορά όταν έχει πάρα πολύ κόσμο περνάει και δεν μας παίρνει, ξαναγυρίζει σε κανένα μισάωρο (δηλαδή κλάφτα Χαράλαμπε, τουλάχιστον μισή ώρα λιγότερο μπάνιο…). Εμείς περιμένουμε, με τα μπανιερά μας, τις καπελαδούρες και τις ψάθες μας, κάτω από κάτι κουκουναριές, ή κάτω από μια μουριά, αναλόγως που βαράει ο ήλιος λιγότερο, είπαμε είναι σχεδόν τέσσερις το μεσημέρι. Θυμάμαι πολλές φορές στη στάση μας και την Αλέκα Παπαρήγα με τον άντρα της Θανάση, την κόρη της  και τα θαλασσινά τους αξεσουάρ να περιμένουν κι αυτοί υπομονετικά το λεωφορείο – τότε πού να φανταζόταν κι αυτή ότι σε δυο-τρία χρόνια θα κατέρρεε ο υπαρκτός (;) σοσιαλισμός και η ίδια θα γινόταν Γραμματέας του ΚΚΕ για τα επόμενα 20 χρόνια; Μα είναι τώρα να σκέφτεσαι τέτοια πράγματα με τέτοια ζέστη;

 Το στριμωξίδι και η κλωτσοπατινάδα μέσα στο λεωφορείο είναι μνημειώδη– η καλύτερη φάση όταν είσαι όρθιος είναι να καπαρώσεις με την πλάτη σου το πλάγιο μέρος του καθίσματος, για να μην γκρεμοτσακιστείς στις απότομες στροφές και τα φρεναρίσματα – όμως ενίοτε αυτή η σπουδή είναι καταστροφική, αφού κάποιος σε σπρώχνει από δω, κάποιος από κει, τελικά κατά λάθος βρίσκεσαι να στηρίζεσαι στον ώμο κάποιου από τους καθήμενους, ο οποίος βέβαια σου ρίχνει και τα σχετικά μπινελίκια. Αλλά ποιος δίνει σημασία; Εμείς πάμε στη θάλασσα, και όταν στο λεωφορείο είναι και τα ξαδέρφια μας, αν καταφέρουμε να πλησιάσουμε από τον κόσμο κοντά τους, χαράς ευαγγέλια… Αλλιώς, η τρελοομάδα θα ενωνόταν στην παραλία.

Το ρεπερτόριο σπάνια αλλάζει και η Ρένα Κουμιώτη μας συντροφεύει σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής – τρία χιλιόμετρα, στενός χωματόδρομος, κατήφορος, με στροφές, αλίμονο και συναντήσουμε κανένα αμάξι να ανεβαίνει, αρχίζουν οι μανούβρες, και η γνωστή δυσθυμία των επίδοξων λουομένων (που αρχίζει να εκδηλώνεται μόλις οι γριές αρχίζουν να κουνάνε νευρικά τις βεντάλιες τους). Για κλιματισμό ούτε λόγος, αρκεί η αύρα της θάλασσας από μακριά, που υποψιαζόμαστε όλοι ότι έρχεται από τα ανοιχτά παράθυρα, και η φωνή της Ρένας Κουμιώτη (μα δεν έχει λιώσει αυτή η κασέτα;) που στο επόμενο τραγούδι χάνει λιγάκι το συγχρονισμό με την επικαιρότητα

«Άναψε καινούριο μου φεγγάρι, φώτισε το έρημο στενό
Φέξε για να ‘ρθεί το παλικάρι, τα παλιά μεράκια μου ξεχνώ..»



Κι εκεί που μέσα στο εφηβικό μυαλό μου έχω ήδη ταυτιστεί με το παλικάρι που πήγε ψιλισκουντουφλώντας και με κίνδυνο της ζωής του διά μέσου του έρημου στενού (δε βαριέστε, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 δεν είχε δα και τόση εγκληματικότητα) σ’ αυτήν που έδωσε εντολή στο καινούριο της φεγγάρι να ανάψει (για να δω, είναι καμία τέτοια ανάφτρα μέσα στο λεωφορείο;), φτάνουμε στην παραλία… Μια απέραντη αμμουδιά, μεγαλύτερη από χιλιόμετρο… Το καλύτερο κομμάτι της είναι πολύ μακριά από κει που σταματάει το λεωφορείο, οπότε πρέπει να διαλέξουμε… Το λεωφορείο φεύγει στις εφτά. Κοντά και περισσότερο μπάνιο ή μακριά και λιγότερο; Και θα προλάβουμε να φάμε παγωτό από το μαγαζάκι που βρίσκεται παρά θιν’ αλός; Μ’ αυτά τα άγχη αποχωριζόμαστε το λεωφορείο και τρέχουμε στην παραλία. Εδώ δεν έχει στριμωξίδι, αλλά απίστευτη – ωστόσο η θάλασσα της Αγίας Κυριακής, εν γένει ζεστή και ουχί απότομου χαρακτήρος, ενίοτε εμφανίζει διαθέσεις αμφιθυμικές και αφιλόξενες. Πότε έχει κυματάκι, πότε έχει φέρει σκουπιδάκι και φυκάκι από το πέλαγος, πότε την πιάνει το γλυκύ κι έχει φουρτούνα, βρίσκεται σε μία «νευρική κατάσταση»…

Η καλύτερή μας είναι όταν έχει πολύ κύμα – οι μανάδες μας (όταν έχουν έρθει κι αυτές) είναι σε αλλόφρονα κατάσταση, αλλά εμείς πλέουμε σε πελάγη ευτυχίας – αψηφώντας τα κύματα ορμάμε στα ενδότερα, το κύμα, φευ, είναι ανελέητο, και μας κοπανάει σαν χταπόδια στην ακτή, αλλά εμείς, το βιολί μας, προς τι ο πόνος και οι τόνοι θαλασσινού νερού που καταπίνουμε μπροστά στην περιπέτεια που (έτσι νομίζουμε) εμπεριέχει το σαρτοκόπημά μας  κόντρα στο κύμα που σκάει; Μόνο εμείς και εκείνοι οι σέρφερ που καβαλούσαν τα κύματα στα Μαϊάμια και τις Καλιφόρνιες τα καταφέρναμε τόσο καλά. Στις καλοκαιρίες βέβαια δεν δαμάζαμε την άγρια θάλασσα, αλλά παίζαμε κανένα βόλεϊ ή κανένα φρίσμπι – ήταν υπέροχη η αίσθηση ότι ο επόμενος λουόμενος είναι αρκετά μέτρα μακριά για να μην ενοχλείται…

Στην παραλία το ρεπερτόριο άλλαζε, καθώς όλα τα ξαδέλφια και η αδελφή μου ήταν μεταλάδες και τραγουδούσαν ομαδόν όλα τα τραγούδια των Gunsn Roses και άλλων συναφών ξεμαλλιασμένων ρόκερ, με προεξάρχον βέβαια ένα τραγούδι που δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να τραγουδήσει η Ρένα Κουμιώτη – το τραγούδι λεγόταν “Welcome to the Jungle” (μα είναι τώρα αυτό θαλασσινό τραγούδι; Έλεος!) – Το δικό μου ρεπερτόριο ήταν πιο φλώρικο, όπερ μεθερμηνευόμενον πιο ποπ, και ψιλοένιωθα στην απέξω, αλλά, ας είναι, αναγκαστικά είχα μάθει κι εγώ κάμποσους στίχους για να είμαι εντός επικαιρότητος…



Μ’ αυτά και μ’ αυτά η ώρα περνούσε και σιγά σιγά έπρεπε να επιστρέψουμε στο μαγικό μας λεωφορείο – αν προλαβαίναμε θα κάναμε και την απαραίτητη στάση για παγωτό… Η σχέση όλων των παιδιών με τα ψυγεία παγωτού είναι αγάπης και μίσους. Απ’ εξω από το καπάκι του έβλεπες όλους εκείνους τους 30 λαχταριστούς τύπους παγωτών που διέθετε η εταιρεία, έκανες περί τα δέκα λεπτά να αποφασίσεις ποιο θέλεις… μετά, ζούσες μια γλυκιά αγωνία όσο άνοιγες το ψυγείο και… 1… 2… 3… όχι, γαμώτο, δεν το έχει ούτε σήμερα! Μα γιατί τα βάζει όλα απέξω; Πάντα κατέληγα σε κυπελλάκι με κρέμα και σιρόπι κεράσι και κερασάκια… (φλώρικο κι αυτό, το λες), νομίζω το λέγανε “Coppa rica”…

Δρόμο τώρα για το λεωφορείο, που αρχίζει να κορνάρει…Το σατανικό σχέδιο είναι να ορμήξουμε μέσα όλοι και να πιάσουμε με τσάντες, πετσέτες και ψάθες διαδοχικές θέσεις για να κάτσουμε επιτέλους καθιστοί μετά από τόσον παραδαρμό και ξεθέωμα στην παραλία… Βέβαια τις πιο πολλές φορές παραχωρούσαμε τελικά τη θέση μας στις γιαγιάδες που έρχονταν τελευταίες και κούτσα κούτσα από το καφενείο (μα πώς τη γλίτωσαν και σήμερα με τέτοια φουρτούνα; Εφτάψυχες!) Η Ρένα Κουμιώτη επανερχόταν στα ηχεία ανεξαρτήτως της επιτυχίας μας, σαφώς παίρνοντας το αίμα της πίσω από τους Guns n Roses, και απευθυνόμενη σε όσους (μάλλον όσες) δεν κατάφερναν να βρουν θέση, και θα τράβαγαν όλον εκείνο τον ανήφορο όρθιοι…. Κι αύριο είναι μέρα, θα ξημερώσει και για μας μια Κυριακή…

«Κόρη του γιαλού μην κλαις, σήμερα δεν είναι χθες» («γιατί, μήπως και χθες όρθιοι δεν ήρθαμε;» παρατήρησε κακεντρεχώς μια νεαρά).
«ρίξ’ την πίκρα στο γιαλό, καν’ το δάκρυ φυλαχτό».



Αυτό το τελευταίο πού να το καταλάβουμε, πού να ξέρουμε εμείς από πίκρες τότε… Είχαμε άλλα άγχη… Θα έχει νερό στο χωριό για να ξεπλυθούμε ή πάλι θα λουστούμε με τον σίκλο; Τι θα παίξουμε μετά; Μπάλα, αργά το κόβω. Στρατέγκο, σκάκι, μονόπολι, τι;  Θα προλάβουμε τον Μαγκάιβερ και το Μουσικόραμα στην τηλεόραση; Και… το κυριότερο…πότε θα είναι έτοιμες οι τηγανητές πατάτες; Το λεωφορείο ανέβαινε αγκομαχώντας, μαζί του ανέβαινε και ο δείκτης λιγούρας των εφήβων επιβατών – η Αγία Κυριακή ερήμωνε τόσο ξαφνικά όσο είχε γεμίσει… Αύριο πάλι… Κλαψ!

Αλλά…πότε  θα είναι έτοιμες οι τηγανητές πατάτες; Πώς την ξεπερνάς αυτή την προσμονή; Έλα, οδηγέ, πάτα το λίγο... Αρχίζει ο Μαγκάιβερ!!!



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Δυο άγγελοι έκλαψαν απόψε στο προσκέφαλό μου

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40