Στιγμές υπό τον ήλιο 2 - Μια καρέκλα στο τέρμα του διαδρόμου


Ένα μεγάλο ορθογώνιο κουτί με σκάλες. Σκαλιά. Ξανά σκαλιά, που οδηγούν σε διαδρόμους με τζαμαρίες. Κι άλλες σκάλες. Ανεβαίνεις. Κατεβαίνεις. Από τη βάση του κουτιού στην κορφή. Σαν τσιμεντένια τεράστια λέγκο κατασκευή. Χωρίς χρώματα. Με πλέιμομπιλ. Που ανεβοκατεβαίνουν σκάλες. Αυτά, χρωματιστά. Κόντρα στο άχρωμο κτίριο. Σαν από άλλο μαγαζί να τα ψώνισε ο θεός αυτά τα παιχνίδια.

Ανεβαίνεις. Ανεβαίνεις. Ανεβαίνεις. Και κάπου, όχι πολύ ψηλά, βλέπεις ότι εκεί που περίμενες κάπου να συνεχίζει μια καινούρια σκάλα, αυτή δεν υπάρχει. Κοιτάς απέναντι, στο τέρμα του διαδρόμου, ούτε κι εκεί. Ένας τοίχος. Και μπροστά του, μια καρέκλα. Κεντραρισμένη. Από τη μία, ένας τοίχος με πόρτες που οδηγούν σε αίθουσες με ανθρώπους. Από την άλλη, μια μεγάλη τζαμαρία. Στη μέση, κολλημένη η πλάτη της στον τοίχο, μια καρέκλα μόνη.

Γιατί; Για ποιον;

Πάει κανένας εκεί; Ποτέ σου δεν έχεις πάει. Πάντα στρίβεις, και μπαίνεις σε μια από τις πόρτες στα δεξιά σου, μέχρι να φτάσεις κοιτάς, φευγαλέα, από τη τζαμαρία, το τοπίο μακριά. Κανείς δεν πάει εκεί. Κανείς δεν έχει λόγο να πάει εκεί. Μα τι γυρεύει μια καρέκλα μονάχη, κολλημένη στον τοίχο, στο τέρμα του διαδρόμου;

Θα είναι για πέταμα.

Μα κανείς δεν την πετάει. Την άλλη μέρα τη βλέπεις πάλι εκεί, και συνειδητοποιείς ότι δεν θυμάσαι πόσον καιρό μπορεί να βρισκόταν εκεί, γιατί απλά δεν την είχες προσέξει. Και πολλώ μάλλον, αν είδες κάποιον να κάθεται ποτέ εκεί. Τώρα, δεν κάθεται κανείς. Όλοι ανεβαίνουν τα σκαλιά μαζί σου, προχωρούν, στρίβουν δεξιά μέσα στις μεγάλες αίθουσες. Σε κάποια απ’ αυτές πας και εσύ. Ποτέ δεν έχεις πάει στο τέρμα του διαδρόμου.

Και γιατί να πας;

Μα τώρα που την είδες εκεί, τώρα που την πρόσεξες, αρχίζει να υπάρχει για σένα. Και κάθε φορά που ανεβαίνεις στον τελευταίο όροφο κοιτάς, ξανακοιτάς, αν είναι εκεί.

Ώσπου μια μέρα τον βλέπεις να κάθεται εκεί. Σκυφτός, με σταυρωμένα χέρια. Δεν ξέρεις που κοιτάει. Αν κοιτάει εκεί, φάτσα στον κόσμο που φανερώνεται πλήθος από τη σκάλα, προχωράει προς το μέρος του και όχι, δεν φτάνει ποτέ εκεί, γιατί στρίβει, και μπαίνει δεξιά, στις μεγάλες αίθουσες.

Για μια στιγμή τον σκέφτεσαι να βλέπει όλους αυτούς, κι εσένα μαζί, να εμφανίζονται από το πουθενά, να έρχονται προς τα κει, να στρίβουν. Μαζί τους και οι φωνές, και τα μουρμουρητά, και οι αύρες τους.

Κι αυτός εκεί. Καθιστός στην καρέκλα, στο τέλος του διαδρόμου. Με χέρια σταυρωμένα. Να μην ξέρεις πού κοιτάει. Αν κοιτάει. Να μην ξέρεις από πού ήρθε. Δεν ήρθε μαζί με τους άλλους; Μα δεν έχει άλλη πρόσβαση εκείνος ο όροφος. Γιατί δεν μπαίνει σε κάποια αίθουσα αυτός; Ποιος είναι αυτός; Κι όταν φεύγουμε όλοι, άραγε φεύγει κι αυτός; Όταν κατεβαίνουμε όλοι κάτω, κατεβαίνει κι αυτός;

Φεύγοντας κανείς δεν γυρίζει να κοιτάξει στο τέρμα του διαδρόμου. Κοιτάς μια φορά, στα κλεφτά, αυτός είναι εκεί. Δεν κατεβαίνει κάτω. Τώρα ο κόσμος δεν τον βλέπει καν, καθώς φεύγουν από την ίδια σκάλα απ’ όπου ήρθαν, με την πλάτη γυρισμένη στην καρέκλα που βρίσκεται στο τέρμα του διαδρόμου.

Δεν τον βλέπει κανείς – εκείνος άραγε μας βλέπει όλους ή δεν βλέπει κανέναν;

Ποιος είναι;

Την επόμενη μέρα, η καρέκλα είναι άδεια. Την μεθεπόμενη, αυτός είναι εκεί. Στην ίδια στάση. Λες ν’ ακούει μουσική; Από πού; Κοιτάς αν κρέμεται κάποιο καλώδιο από Mp3 μα θα πρέπει να πας πιο κοντά. Τελικά ξαναστρίβεις και μπαίνεις στην αίθουσα.

Δεν είναι πάντα εκεί. Μα πάντα, όταν είναι εκεί, κάθεται σ’ εκείνη την καρέκλα.

Από πού έρχεται;

Τώρα υπάρχουν στον όροφο δυο καινούρια πράγματα. Η καρέκλα κι αυτός. Που μπορεί να μην είναι καινούρια. Που μπορεί να ήταν πάντα εκεί κι εσύ να μην τα έβλεπες. Κοντοστέκεσαι, να πας να του μιλήσεις; Και τι δουλειά έχεις; Κι αν δεν θέλει να μιλήσει;

Οι μέρες περνάνε. Εκεί η καρέκλα. Εκεί κι αυτός, πολλές φορές. Πού πάει όταν δεν είναι εκεί;

Μια μέρα, το παίρνεις απόφαση και δε στρίβεις. Πας ευθεία. Στο τέρμα του διαδρόμου. Εκεί, στην καρέκλα που πάνω της κάθεται αυτός.

«Τι κάνεις εδώ;» Η ερώτηση βγαίνει περίεργη, αδιάκριτη, αγενής, ποιος ξέρει πώς την προσλαμβάνει αυτός, ποιος ξέρει αν την ακούει καν.

Οι άλλοι έχουν μπει όλοι, ο καθένας στην αίθουσά του. Κανείς δεν είναι στο διάδρομο. Εσύ, η καρέκλα, αυτός.

«Κοιτάζω απέναντι. Είναι όμορφο.» Ξεσταυρώνει τα χέρια και δείχνει απέναντι.

Γυρίζεις πίσω. Κοιτάς κι εσύ. Ποτέ δεν είχες δει τι ήταν απέναντι. Ανέβαινες και εκείνο, το δικό του «απέναντι» ήταν πίσω σου. Κατέβαινες και δεν κοιτούσες μπροστά και ευθεία, αλλά μπροστά και κάτω, για να μην τσακιστείς από τη σκάλα. Ποτέ δεν είχες δει αυτό το απέναντι.

Τι ήταν απέναντι; Τι κοιτούσε αυτός στην καρέκλα; Τι δεν βλέπαμε ποτέ όλοι εμείς οι άλλοι;

Απέναντι ήταν μια άλλη τζαμαρία. Που δεν την είχες προσέξει ποτέ. Που ίσως κανείς απ’ όσους ανεβοκατέβαιναν δεν την είχε προσέξει ποτέ, στη φούρια του. Απ’ έξω, σχεδόν κολλημένο πάνω της, ένα ανθισμένο δέντρο. Μεγάλο, πολύ. Αμυγδαλιά, θαρρώ. Γεμάτη λουλούδια. Τα πυκνά κλαδιά και τα άνθη της κάλυπταν όλη τη τζαμαρία – ήταν ένα τεράστιος πίνακας ζωγραφικής, πίσω από ένα γυαλί. Όμορφο. Πολύ. Είχε δίκιο. Σχεδόν μαγικό. Κι ήταν πάντα εκεί – μα σε σένα εμφανίστηκε τώρα.

«Αργότερα θα γίνει καταπράσινο. Κάθε εποχή θα αλλάζει χρώματα». Χαμογέλασε.

Κι εσύ χαμογέλασες. Αμήχανα. Γύρισες και κοίταξες σιωπηλός αυτό που τόσα χρόνια που ανεβοκατέβαινες τη σκάλα δεν είχες δει ποτέ.

Ξαναγύρισες προς τον καθιστό κύριο στην καρέκλα. Η καρέκλα ήταν εκεί. Εκείνος, όχι.

Κοίταξες βιαστικά τριγύρω. Πού πήγε; Δεν τον είδες να φεύγει από κει που φεύγουν όλοι, όπως ποτέ δεν τον είχες δει να έρχεται…

Μπήκες στις αίθουσες, σε όλες, μία μία, οι άλλοι σε κοιτούσαν παράξενα,  μα αυτός δεν ήταν πουθενά. Μετά ξαναβγήκες στο διάδρομο, δεν ήξερες ποιον να φωνάξεις, δεν ήξερες πώς τον λένε.

Όχι, δεν κατέβηκε από τις σκάλες. Κοίταξες και στα πλάγια του διαδρόμου, στην άλλη, τη μεγάλη τζαμαρία, εκείνη που άλλοτε προσπερνούσες με φευγαλέες ματιές. Κι είδες ένα σπουργίτι πάνω στο καμπαναριό της γειτονικής εκκλησίας. Πρόσεξες για πρώτη φορά τα χρώματά της – μέτρησες ένα ένα τα δέντρα στο απέναντι βουνό και διαπίστωσες πόσα διαφορετικά χρώματα είχαν οι τοίχοι και τα παράθυρα στα απέναντι σπίτια. Μια φωλιά χελιδονιών στην κάτω αριστερή γωνία του άχρωμου ορθογώνιου κτιρίου. Μια ξεχασμένη γιρλάντα από τη χριστουγεννιάτικη γιορτή στο τζάμι του σχολείου που ήταν απέναντι. Ένα περιτύλιγμα από σοκολάτα που αντανακλούσε μέσα σε μια πρασινάδα. Όλα αυτά που τόσον καιρό δεν έβλεπες γιατί δεν έκανες ούτε για μια στιγμή τον κόπο να κοιτάξεις. Και σ’ έκανε να τα δεις μονάχα μια φράση εκείνου του μυστήριου τύπου που καθόταν σ’ αυτή τη μοναχική καρέκλα στο τέλος του διαδρόμου. Που μπορεί και να μην είναι τέρμα. Που μπορεί και να είναι αρχή. Μπορεί κάποιοι να μη χρειάζονται σκαλιά για να φτάσουν ως εδώ. Κι ίσως να μπορούν να πάνε και παραπέρα από το τέρμα. Παραπέρα από την καρέκλα και το ντουβάρι από πίσω της.

Λες να έχει φτερά;

Την άλλη μέρα η καρέκλα ήταν άδεια. Την μεθεπόμενη πάλι. Την τρίτη μέρα αυτός ήταν πάλι εκεί. Με τα χέρια σταυρωμένα, με την αίσθηση ότι κάποια απόκοσμη μουσική ηχεί στ’ αυτιά του.

Μόνο που τώρα δεν αναρωτιόσουν πού κοιτάει, αν κοιτάει. Μόνο που τώρα ήξερες ότι το βλέμμα του δεν ήταν χαμένο. Ήξερες ότι εκείνος μπορούσε να δει. Από εκείνη, την ταπεινή καρέκλα, μπορούσε να Δει. Έτσι απλά. Να Δει.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]