Η στρατηγική του μίσους [ή, η Δημοκρατία και το φίδι]



ο Ed. Norton στην ταινία American History X

Θα μπορούσε κανείς να παρομοιάσει τη Δημοκρατία με μια μάνα. Μια μάνα που έχει πολλών λογιών παιδιά. Κι επειδή είναι μάνα, κι είναι μάνα όλων των παιδιών της, από μέσα της πηγάζει η ανάγκη να φροντίζει, αλλά και να ανέχεται, όλα τα παιδιά της. Όλα. Ακόμη κι εκείνο που ονειρεύεται κάποτε να τη σκοτώσει. Αυτό είναι το μεγαλείο της, και ταυτόχρονα η τραγωδία της. Τραγωδία γιατί από τη μία δεν έχει καμιά άλλη επιλογή.  Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς για τα παιδιά της. Κι από την άλλη, γιατί η Δημοκρατία οδηγείται σ’ αυτή τη μία και μοναδική επιλογή με την ελεύθερη βούλησή της. Επειδή ΘΕΛΕΙ να αγαπάει όλα τα παιδιά της.
            Έτσι δεν είναι λίγες οι φορές που η Δημοκρατία θρέφει στον κόρφο της το φίδι. Και το βλέπει το φιδίσιο του μάτι, αισθάνεται το δηλητήριο που είναι έτοιμο να σκορπίσει. Μα το κρατάει εκεί, στην αγκαλιά της, και μόνο όταν είναι αργά, όταν έχει μολυνθεί από το δάγκωμά του, αναγκάζεται να προσπαθήσει να τιμωρήσει το φίδι. Να το τιμωρήσει με βαριά καρδιά, στερώντας του αυτό που προστατεύει για όλα τα παιδιά της: την ελευθερία.
            Η Δημοκρατία δεν σε τιμωρεί ποτέ γι’ αυτό που είσαι, ή γι’ αυτό που σκέφτεσαι. Κάθε ιδέα είναι επιτρεπτή, όσο ειδεχθής, τρομακτική, αποκρουστική, απειλητική κι αν είναι για την ύπαρξη της ίδιας της Δημοκρατίας. Η Δημοκρατία τιμωρεί μόνο πράξεις. Τιμωρεί την ιδέα, μόνο όταν γίνεται πράξη η οποία στρέφεται ενάντια στο κοινωνικό σύνολο, με βάση ένα δημοκρατικά καθορισμένο πλαίσιο αρχών.  Η Νορβηγία δικάζει τον Αντερς Μπρέιβικ με όλα τα εχέγγυα μιας δίκαιης δίκης, εκείνον που καταδίκασε χωρίς δίκη σε θάνατο και εκτέλεσε χωρίς κανένα δισταγμό και καμία διάκριση δεκάδες ανθρώπους. Θα καταδικαστεί για τις πράξεις του, όχι για το φρικτό ιδεολογικό μανιφέστο του. Η Δημοκρατία σε τιμωρεί, λοιπόν, γι’ αυτό που κάνεις. Όχι γι’ αυτό που πιστεύεις, όχι γι’ αυτό που είσαι.
            Από την άλλη, εκείνοι που ευαγγελίζονται το μίσος, γνωρίζουν καλά ότι κατά βάθος βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση. Παρότι απεχθάνονται τις ιδέες της ελευθερίας και της Δημοκρατίας, αξιοποιούν το περιβάλλον ανοχής που αυτές προσφέρουν για να γεμίσουν την κοινωνία με μίσος και φόβο. Αυτό είναι το πρώτο βήμα της στρατηγικής του μίσους: Ότι γεννιέται μέσα σ’ ένα περιβάλλον που είναι υποχρεωμένο, ως ιδέα, να το ανέχεται.
            Το μίσος είναι πάντα εκεί, περιμένει υπομονετικά στο περιθώριο για χρόνια, εξυφαίνοντας τα σχέδιά του. Και τα θέτει σε εφαρμογή όταν η μάνα Δημοκρατία βρίσκεται σε κρίση, σε αδιέξοδο. Όταν όλα πηγαίνουν καλά, είναι δύσκολο το μίσος να μεταδοθεί στις ψυχές των ανθρώπων. Όταν δεν πηγαίνουν καλά, όταν η μάνα σου δείχνει να πονάει, εκεί είναι η ευκαιρία  να την στείλεις στον άλλο κόσμο και να την κληρονομήσεις. Όταν δεν πηγαίνουν καλά τα πράγματα, ο κόσμος νιώθει (δικαιολογημένα) αγανακτισμένος. Κι εκεί πιάνει δουλειά το φίδι. Που θέλει να μετατρέψει την αγανάκτηση όχι σε αντίσταση, όχι σε αλλαγή, όχι σε ανατροπή, αλλά σε ένα μόνο πράγμα, που δεν είναι τίποτα από τα τρία που προαναφέρθηκαν: Σε μίσος. Τυφλό μίσος.
            Το επόμενο βήμα των στρατηγών του μίσους εκμεταλλεύεται κι αυτό ένα από τα βασικά εργαλεία της  Δημοκρατίας: τη ρητορική, το επιχείρημα. Το πώς λες κάτι, που ενίοτε απηχεί στον κόσμο περισσότερο από την ουσία των λόγων σου. Στο στρατηγείο τους υπάρχουν καλοί ρήτορες, με ευφράδεια λόγου και επικοινωνιακά χαρίσματα, που ξέρουν να περνούν απέναντι τις αποκρουστικές ιδέες τους με λαϊκό τρόπο, για την ακρίβεια, με φιλολαϊκό περιτύλιγμα.
            Ο βασικός άξονας αυτού του κόλπου έχει έναν πρώτο στόχο: Να χαϊδέψει τα αυτιά σε όσο το δυνατόν περισσότερους. Να τους πει αυτά που θέλουν να ακούσουν. Να ακούσουν τη φωνή τους μέσα από τα λόγια του ρήτορα. Κι αυτό θα γίνει με στερεότυπα και γενικεύσεις. Γενικεύσεις που υποδόρια βασανίζουν το υποσυνείδητο της κοινωνίας για πολλά χρόνια, αλλά περιμένουν τη στιγμή της κρίσης για να συνθέσουν ένα τοξικό μίγμα – το πρώτο αντιδραστήριο του μίσους: Οι πολιτικοί είναι κλέφτες. Το πολιτικό σύστημα είναι σάπιο. Οι λαθρομετανάστες είναι εγκληματίες. Ο λαός δεν αντέχει άλλο. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τεμπέληδες. Η αστυνομία δεν μπορεί να μας φυλάξει.  Η δικαιοσύνη είναι διεφθαρμένη. Όλοι είναι διεφθαρμένοι. Οι ευρωπαίοι μας μισούν. Οι ξένοι έχουν σχέδιο να μας αλώσουν. Η παιδεία μας είναι προδοτική. Οι ξένοι μας παίρνουν τις δουλειές. Οι πλούσιοι ξένοι θέλουν να μας πάρουν την εθνική περιουσία. Πολλές, ετερόκλητες, ανακατεμένες μεταξύ τους γενικεύσεις, σύμφωνες επί το πλείστον με όσα θέλει να ακούσει η κοινή γνώμη, μπερδεμένα τεχνηέντως ψέματα και αλήθειες. Κυρίως, μισές αλήθειες. Απ’ αυτές που σε κάνουν να σκεφτείς «Μα κοίτα να δεις, λέει και μερικά σωστά πράγματα». Αυτές δηλαδή, που είναι πιο επικίνδυνες από τα ψέματα.
            Και εκεί που άκουσες απ’ αυτούς τον πόνο σου, εκεί που σου σέρβιραν ένα καλοφτιαγμένο «κομμάτι» ρητορείας που άκουσες  με συγκατάνευση, δεν έχεις καταλάβει ότι στο κέντρο του «κομματιού», κάτω από τη σαντιγύ και το κερασάκι που γλύκαναν τον πόνο σου, κρυβόταν και η φόλα που εσύ δεν κατάλαβες καλά καλά ότι κατάπιες : Το μίσος, ως απάντηση στον πόνο σου. Το μίσος, που καλλιεργείται με την διαρκή αίσθηση της απειλής. Ο στρατηγός του μίσους, για να μπορεί να σε ελέγξει, θέλει να σου γιγαντώσει τον φόβο. Κάποιος είναι εκεί έξω, σαν τον τύπο με την κουκούλα του Scream, κι εσύ πρέπει να φοβάσαι και να αμύνεσαι. Και, αφού έχει γεμίσει η ψυχή σου φόβο, θέλει να σε στρέψει ενάντια σε κάποιον. Σε κάποιον «άλλο». Αλλά και στο «σύστημα» στο σύνολό του. Προσπαθεί να σε πείσει ότι εσύ είσαι έξω απ’ όλο αυτό που είναι τόσο χαλασμένο που δεν μπορείς να το φτιάξεις. Δεν μπορείς. Και ποια είναι η λύση; Μα, να στρατευτείς στη φάλαγγα του μίσους.
            Δεν χρησιμοποιώ τυχαία τον όρο «στράτευση». Πώς θα σε πάρει με το μέρος του ο στρατηγός του μίσους, αφού σε έχει πείσει ότι πρέπει να φύγεις από τη γριά και άρρωστη μάνα σου, τη Δημοκρατία; Θα σε κάνει στρατιώτη του.  Θα σε βάλει σε μια ομάδα τακτοποιημένη, πειθαρχημένη, οργανωμένη, όπως ο στρατός. Μια ομάδα όπου θα έχεις και στολή και αποστολή. Το πρόγραμμα θα σού το φτιάχνουν άλλοι, εσύ μη σκοτίζεσαι, δεν χρειάζεται ν’ αποφασίσεις. Και στην οποία, βεβαίως, εσύ θα απαρνηθείς την ελεύθερή σου βούληση, και θα υπακούς στην ιεραρχία. Θα βαράς προσοχές στον αρχηγό, στον στρατηγό του μίσους. Όταν μπεις εκεί, δεν υπάρχει διαφωνία, δεν υπάρχει «αλλά», ψάρακα, είσαι φαντάρος, δεν είσαι στη μανούλα σου τη Δημοκρατία για να φέρνεις αντιρρήσεις. Είσαι πια σε πόλεμο. Οπότε, κάνεις ό,τι λέει ο αρχηγός.
            Αν δεχόμαστε ότι ο στρατός μιας χώρας σε έναν πραγματικό πόλεμο έχει εθνικό καθήκον να είναι ιεραρχικά και άρτια οργανωμένος για να διαχειριστεί μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης που βρίσκεται πέρα από τα πλαίσια της καθημερινότητας, ο στρατός του μίσους  στρεψόδικα σε καλεί να είσαι πειθήνιο όργανο του «Αρχηγού» μέσα στην ίδια σου την καθημερινότητα.
Αλλά ένας τέτοιος πόλεμος θέλει κι αυτός εχθρούς, «άλλους», βγαλμένους από την καθημερινότητα. Κατά προτίμηση εκείνους που δεν μπορούν να καταταγούν στο στρατό του μίσους, επειδή είναι διαφορετικοί ή έχουν διαφορετικές ιδέες. Οι εχθροί κατασκευάζονται, όπως είδαμε, με στερεότυπα και γενικεύσεις. Είναι οι «εγκληματίες» ξένοι, οι άγνωστοι, είναι οι «κουλτουριάρηδες» και «άπλυτοι» ιδεολογικοί αντίπαλοι, είναι οι «κλέφτες» πολιτικοί που μπορείς ελεύθερα να προπηλακίσεις και να εξευτελίσεις, ακόμη κι αν μέχρι πριν λίγο καιρό εσύ ο ίδιος πήγαινες στα γραφεία τους για να σου βρουν δουλειά ή για να εισπράξεις κάποια επιδότηση, ή για να τηλεφωνήσουν στην τράπεζα να μη σου πάρει το σπίτι.
Ο στρατός του μίσους φροντίζει, με τα εργαλεία της Δημοκρατίας και εκμεταλλευόμενος τις αδυναμίες και τις παθογένειές της, να εμφανιστεί τελικά ως δύναμη κρούσης σε αυτόν τον πόλεμο, ως τιμωρός που κραδαίνει τη ρομφαία της δικαιοσύνης. Αλλά αποδίδει τη «δικαιοσύνη» του διαστρέφοντας τη βασική αρχή της Δημοκρατίας στην οποία αναφερθήκαμε ξεκινώντας αυτό το κείμενο: Η Δημοκρατία τιμωρεί πράξεις, όχι πρόσωπα. Το Μίσος προσωποποιεί την τιμωρία. Στη Δημοκρατία ο λαθρομετανάστης που σκότωσε κάποιον θα τιμωρηθεί επειδή άνθρωπος σκότωσε άνθρωπο. Ο φόνος είναι αυτό που τιμωρείται. Το Μίσος δεν θα στραφεί ενάντια στον φόνο, αλλά ενάντια στον λαθρομετανάστη. Κι όχι μόνον σ’ εκείνον που σκότωσε, αλλά σε όλους. Και σ’ αυτούς, τους πολλούς, που δεν σκότωσαν.
Η Δημοκρατία σε τιμωρεί γι’ αυτό που κάνεις.  Το Μίσος τιμωρεί γι’ αυτό που είσαι. Και, επομένως δεν στρέφεται μόνο ενάντια σ’ εσένα. Πολλαπλασιάζεται. Και στρέφεται ενάντια και σε όλους εκείνους που σου μοιάζουν. Χωρίς να έχουν κάνει τίποτα. Πράγμα που εύκολα μπορεί και σ’ εκείνους να γεννήσει ένα αντίστοιχο, αντίπαλο μίσος. Το μίσος, και μαζί του η βία, μεταδίδονται αλυσιδωτά.
            Το Μίσος θέλει να μισείς πολλούς. Να μισείς επίθετα, όχι ουσιαστικά. Ανθρώπους και όχι πράξεις. Αλλά θέλει να βρει και πολλούς που να μισούν. Πιστεύω βαθιά πως δεν πρέπει να μας ανησυχεί τόσο η ύπαρξη των ίδιων των στρατηγών του μίσους και οι γεμάτες μίσος ιδέες τους (πάντοτε τέτοιοι κήρυκες θα υπάρχουν, όσο υπάρχουν άνθρωποι). Αυτό που θα πρέπει να μας τρομάζει είναι το μέγεθος της απήχησής του Μίσους στην κοινωνία. Πιστεύω ότι οι θιασώτες (συνειδητοί ή από άγνοια ή από βλακεία) του μίσους είναι πιο επικίνδυνοι κι από τους ίδιους τους στρατηγούς του μίσους. Γιατί στρατηγός χωρίς στρατό δεν υφίσταται.
            Πού θα τον βρουν τον στρατό οι επίδοξοι στρατηγοί του Μίσους; Το πιο εύφορο λιβάδι είναι η νεολαία. Τα παιδιά, που σύμφωνα με το τραγούδι του Χατζιδάκι «δεν έχουν μνήμη», που δεν μπορούν τόσο εύκολα όσο εμείς να διαπιστώσουν ότι η ιστορία του μίσους επαναλαμβάνεται στους αιώνες. Ότι αυτό που οι στρατηγοί του μίσους μοστράρουν ως λύση δεν είναι καινούριο, αλλά είναι κάτι παλιό όσο και ο άνθρωπος, είναι αυτό που σε ολόκληρη την ιστορία έχει επανειλημμένα αποδειχθεί ότι φέρνει στην ανθρωπότητα τη διχόνοια, τον πόλεμο, το αδιέξοδο. Η ιστορία, άλλωστε, στα μάτια των νέων είναι συχνά (και με δικιά μας ευθύνη) ένα βαρετό μάθημα για κάτι πολύ μακρινό.
Τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται το παρελθόν όπως εμείς, γιατί τα ίδια δεν έχουν παρελθόν. Έχουν μόνο ένα παρόν που σε περίοδο κρίσης φαντάζει στα μάτια τους φρικτό κι αδιέξοδο, κι ένα μέλλον που εμείς οι μεγάλοι φροντίσαμε ώστε να τους φαίνεται σκοτεινό και ανασφαλές. Το σκοτεινό και ανασφαλές δωμάτιο που τους φτιάξαμε είναι το καλύτερο εκκολαπτήριο του φόβου, της αίσθησης της απειλής, της ανασφάλειας, και τελικά, του μίσους.  Ένα νέο παιδί που φοβάται το σκοτάδι είναι πιο πρόθυμο και πιο έτοιμο να γίνει στρατιώτης του μίσους – φτάνει να το πείσεις ότι εσύ θα το πάρεις από το χεράκι και θα το οδηγήσεις στα τυφλά, εκτελώντας παραγγέλματα, στην αντιμετώπιση των εχθρών. Σαν μια παρτίδα Call of Duty με αληθινούς παίχτες. Έως και πλάκα μπορεί να έχει αυτό, άσε που «αυτό» σε κάνει να νιώθεις δυνατός και ελκυστικός, σημαντικός, πουλάς μούρη, μαγκιά και τσαμπουκά. Άσε που τη μάνα σου (και τη Δημοκρατία μαζί της) ούτε που θέλεις να τη βλέπεις, αφού σε πρήζει, σε βρίζει, δεν νοιάζεται για σένα. Άσε που οι δάσκαλοί σου (όργανα κι αυτοί του συστήματος) σού λένε κι αυτοί ένα σωρό αηδίες – πολιτική, ιστορία και βλακείες…
            Έτσι νομίζουν οι στρατηγοί του μίσους και γι’ αυτό προσεταιρίζονται (ενίοτε επιτυχώς) τους νέους ανθρώπους. Σαν άγραφες πλάκες, εύπλαστες, που πάνω τους θα γράψουν εντολές μίσους.
Εγώ πάντως, ελπίζω. Ελπίζω και πιστεύω ότι οι νέοι άνθρωποι δεν θα πέσουν στην παγίδα του Μίσους. Ελπίζω ότι οι νέοι άνθρωποι θα αλλάξουν τη Δημοκρατία, όχι με μίσος, αλλά με  γνώση, με δημιουργία, με συνεργασία, με αλληλεγγύη, με αγάπη.
            Με αγάπη. Δεν ξέρω πώς να τελειώσω αυτό το κείμενο… Θα το τελειώσω με κάτι που φάνηκε ότι άρεσε στους μαθητές μου – το ανέβασα στον τοίχο μου στο Facebook προχτές, που έδιναν στις εξετάσεις τους την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Η θετική τους αντίδραση σ’ αυτό ήταν που με κάνει πιο πολύ απ’ όλα να πιστεύω στους νέους, και να ΕΛΠΙΖΩ…

«Ελπίζω όσοι δίνατε Αντιγόνη σήμερα (και όχι μόνο) να μην ξεχάσετε ποτέ στη ζωή σας τη μεγαλύτερη κουβέντα που είπε η κοπελιά, τη μεγαλύτερη που μπορεί να ακουστεί σ' αυτόν τον κόσμο: "Γεννήθηκα για ν' ΑΓΑΠΩ, όχι για να μισώ..." Ένας στίχος είναι... κρατήστε τον σαν φυλαχτό, κι ας μην είναι στα SOS της εποχής μας... Αυτή η κουβέντα κρατάει αιώνες τώρα το ανθρώπινο γένος ζωντανό.. Αν έστω κάποιοι λίγοι δεν την τηρούσαν, οι άνθρωποι θα είχαν στο σύνολό τους αλληλοσφαγεί..Και δεν την τήρησαν οι "δυνατοί", αλλά οι αδύνατοι. Οι ανώνυμοι αδύνατοι των αιώνων, που πάντα θα έχουν ένα περίσσευμα αγάπης για τα θύματα των "δυνατών"... Που ξέρουν ότι το ρήμα "αγαπώ" αναγκαία μεταφράζεται σε "μοιράζομαι". Ότι το ρήμα "αγαπώ" υπάρχει χωρίς να περιμένει ούτε δικαίωση, ούτε ανταπόκριση. Ότι το ρήμα "αγαπώ" είναι τελικά που σε κάνει άνθρωπο.»

           

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40