Αφιερωμένο στις μαμάδες (μητέρες, μανάδες, μάνες, μανούλες, κ.ο.κ.)


Το κείμενο εκφωνήθηκε στις 13 Μαΐου 2007, στο Αργοστόλι, σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Λύκειο Ελληνίδων, Παράρτημα Αργοστολίου, για τη γιορτή της μητέρας...


Κυρίες και κύριοι, όταν η Πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων με ρώτησε πώς θα μού φαινόταν αν ένας άντρας μιλούσε σε ένα ακροατήριο κατεξοχήν γυναικείο για ένα θέμα όπως η μητέρα, στην αρχή παραξενεύτηκα, και μετά κατάλαβα ότι κάτι δύσκολο με περιμένει. Στ’ αλήθεια είναι περίεργο ένας άντρας να μιλήσει σε γυναίκες, για τη μητέρα, είτε αυτές έχουν γίνει μητέρες είτε όχι, και να τους πει κάτι που δεν ξέρουν ήδη – εμείς οι άντρες άλλωστε μπορούμε να αντιληφθούμε την έννοια της μητρότητας από δυο θέσεις που είναι προνομιούχες: Αυτήν του γιου και αυτήν του πατέρα. Και τις λέω προνομιούχες, γιατί είναι θέσεις ασφαλείας. Νομίζω ότι στο έργο της μητρότητας εμείς οι άντρες, δεν μπορούμε να είμαστε τίποτε περισσότερο από θεατές ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, κομπάρσοι.

Από αυτή τη θέση λοιπόν, προσπάθησα να μαζέψω σε μια κόλλα χαρτί όλα αυτά που θα σας πω σήμερα. Σκέφτηκα πολλούς δρόμους, στην αρχή ασφαλείς: να μιλήσω για τη μάνα στη λογοτεχνία, αλλά στο θέμα της μητρότητας, είναι αδύνατο η λογοτεχνία να ξεπεράσει την ίδια τη ζωή. Οι μανάδες στην παγκόσμια λογοτεχνία, σαν κι αυτές του Γκόρκι, του Μπρεχτ, του Λόρκα, της Περλ Μπακ, του ΄Ιψεν, από τις «Μαμάδες Βορείων Προαστίων» μέχρι τις τραγικές μάνες του Ευριπίδη είναι τόσες πολλές και τόσο διαφορετικές, αλλά ταυτόχρονα και τόσο λίγες μπροστά στις αληθινές μανάδες, αυτές που βρίσκονται παντού γύρω μας, τις γυναίκες που αναλαμβάνουν αυτόν το ρόλο…

Είπα τη λέξη «ρόλος» και αμέσως σκέφτηκα ότι γρήγορα γρήγορα πρέπει να τη μαζέψω. Ο πατέρας είναι ρόλος. Είναι ένας από τους ρόλους που καλούμαστε να παίξουμε εμείς οι άντρες, και που η κοινωνία αλλά και η φύση μας, μας επιτρέπει ώρες ώρες να κάνουμε διαλείμματα από αυτόν το ρόλο για να παίξουμε κάποιον άλλο (αυτόν του επαγγελματία, για παράδειγμα). Η μητέρα δεν είναι ρόλος. Η μητέρα είναι κάτι άλλο. Η μητέρα είναι ταυτότητα.

Από τη στιγμή που μια γυναίκα γίνεται μητέρα, αισθάνομαι ότι φοράει ένα κοστούμι που δεν πρόκειται να ξαναβγάλει ποτέ. Δεν έχει κανένα περιθώριο για διάλειμμα στα παρασκήνια. Είναι πάντα επί σκηνής, πάντα πρωταγωνίστρια. Κι όταν καλείται να παίξει κι εκείνη άλλους ρόλους μέσα στη ζωή της, όπως κι ο άντρας, όταν για παράδειγμα πρέπει να δουλέψει, να σπουδάσει, να ταξιδέψει, είναι αναγκασμένη να φοράει πάντοτε κάτω από το καινούριο της κοστούμι  το κοστούμι της μητέρας, αυτό που την ακολουθεί σε ολόκληρη τη ζωή της, την ταυτότητά της.

Αυτό μού ακούστηκε πολύ σκληρό σαν σκέψη. Μου φαίνεται ότι κανένας άντρας δεν θα μπορούσε να επιβιώσει φορώντας δυο κοστούμια δυο ή περισσότερων διαφορετικών ρόλων. Πολύ περισσότερο, να φοράει το κοστούμι της δουλειάς του και να ξέρει ότι από κάτω έχει μια στολή σαν αυτή της μητέρας. Στην αρχή μου ακούστηκε σαν «στολή αγγαρείας». Και σκέφτηκα ότι αυτή η αδικία επιτείνεται και από ένα άλλο γεγονός. Ο άντρας έχει, βιολογικά, πολύ μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια να επιλέξει τη στιγμή που θα γίνει πατέρας. Η γυναίκα έχει και σε αυτόν τον τομέα το χρόνο εναντίον της. Δύσκολος ρόλος… Με συγχωρείτε… Δύσκολη ταυτότητα…

Έπειτα σκέφτηκα ότι όλα δεν μπορεί να είναι έτσι… Σκέφτηκα ότι εγώ τα βλέπω έτσι επειδή τα βλέπω με τη ματιά ενός άντρα. Επειδή δεν βλέπω κάτι που βλέπετε εσείς οι γυναίκες. Έτσι σκέφτηκα να ρωτήσω κάποιες γυναίκες που έχουν γίνει μητέρες, να προσπαθήσω να κατανοήσω τη δική τους ματιά, να διαπιστώσω ποια είναι εκείνη η στιγμή που η μητρότητα γίνεται ταυτότητα και παύει να είναι προσδοκία, αποστολή, φυσική επιλογή, ανάγκη ή τυχαιότητα. Οι απαντήσεις που πήρα  παρουσίαζαν αρκετές διαφορές μεταξύ τους, σε σημείο που αρχικά ένιωθα ότι αυτό το χρονικό σημείο όπου συντελείται μια τέτοιου μεγέθους αλλαγή δεν είναι ίσως το ίδιο για όλες τις γυναίκες. Όλες οι κυρίες που μού μίλησαν όμως συνέκλιναν σε ένα σημείο: Η στιγμή της γέννησης του παιδιού, συχνά επώδυνη και τραυματική, είναι ίσως η πιο καθοριστική απ’ όλες.  Γιατί εκείνη τη στιγμή η γυναίκα αντιμετωπίζει επιτυχώς την πιο μεγάλη πρόκληση της φύσης: φέρνει στον κόσμο ζωή – γίνεται ένας μικρός θεός που δημιουργεί ένα θαύμα. Κι αυτό το μικρό θαύμα είναι δικό της, πρώτα απ’ όλα, και κατόπιν του πατέρα. Εκείνη το μεγάλωσε στα σπλάχνα της εννιά μήνες. Εκείνη πέρασε φοβερούς πόνους για να το φέρει στον κόσμο. Τόσο μεγάλους πόνους που πολύ συχνά στην αρχή αισθάνεται ακόμη και αποστροφή και μίσος γι’ αυτό το μικρό πλασματάκι.

Και μετά; Και μετά αντιλαμβάνεται ότι δεν τελειώνει εκεί η δοκιμασία. Ότι όλα αρχίζουν εδώ. Ότι έφερε στον κόσμο ένα πλάσμα απολύτως αδύναμο να επιβιώσει εδώ που το έφερε. Ότι από δω και πέρα άλλη μια ζωή εξαρτάται από κείνη. Ότι πλάι στη δική της ζωή υπάρχει κι εκείνη η άλλη, που δεν μπορεί να την αφήσει γιατί δεν ξέρει τι θα συμβεί… Ότι δεν είναι αρκετό που ξεπέρασε τον εαυτό της για να δημιουργήσει κάτι. Από δω και πέρα αρχίζει ένας καινούριος αγώνας. Από δω και πέρα τίποτα δεν μπορεί να είναι ίδιο.

Νομίζω ότι όλοι ξέρουμε τη συνέχεια της ιστορίας. Δεν έχω καμμία πρόθεση να την εξιδανικεύσω, γιατί την έχω ζήσει από αρκετά κοντά. Τον πρώτο καιρό οι έννοιες του ύπνου και των φυσικών αντοχών σχετικοποιούνται. Μια διαρκής αγωνία έρχεται να καταλάβει το σύνολο του χρόνου. Αναπτύσσεται σωστά το πλασματάκι; Τρώει; Κοιμάται τις ώρες που πρέπει; Η ζωή γεμίζει με καινούριες μυρωδιές, καινούρια χρώματα, καινούριες φωνές. Οι πρώτοι πυρετοί, τα κλάμματα που δεν ξέρουμε τι σημαίνουν, οι πρώτες τούμπες, η εξαφάνιση όλων των αιχμηρών αντικειμένων από το τραπέζι, τα πήγαινε έλα στους γιατρούς, τα εμβόλια, τα πρώτα βήματα, κι άλλες τούμπες, κανένα ραμματάκι πού και πού, οι παιδικές αρρώστειες, που ενίοτε τις περνάμε κι εμείς αναδρομικά, τα κλάμματα, το καυτό γάλα που ρίχνουμε στον καρπό μας και μας ζεματάει ενώ εκείνο διαμαρτύρεται ότι πεινάει, οι πάνες που πρέπει να αλλαχτούν στην πιο ακατάλληλη στιγμή, τα κοφτερά τους νυχάκια που μας σημαδεύουν ασυστόλως στα μάτια, στην μύτη, τα αυτά,  η γυναίκα ή ο σταθμός που θα το φυλάει όσο οι γονείς δουλεύουν, τα ρουχαλάκια που μικραίνουν διαρκώς, οι τούμπες της μαμάς στο πάτωμα από το ξεχασμένο αυτοκινητάκι, οι πασαλειμμένοι τοίχοι με τις κρέμες και το κραγιόν της μαμάς, και τους καινούριους ανεξίτηλους μαρκαδόρους, το σπίτι που βρίσκεται διαρκώς σε βομβαρδισμένη κατάσταση, τα παιχνίδια του που κάνουν φασαρία (και του αρέσει να τα βάζει μπρος μέσα στο καταμεσήμερο), τα πρωτότυπα παιχνίδια του τύπου «αδειάζουμε τη ντουλάπα», «πετάμε όλες τις κατσαρόλες στο πάτωμα», «βάζουμε μπρος το αυτοκίνητο του μπαμπά», «βάζουμε πράγματα στις μπρίζες, στη θήκη του dvd, στο πλυντήριο, ανάβουμε όλους τους διακόπτες» κι άλλα κλάμματα, οι πρώτοι καυγάδες κι ανυπακοές, η γκρίνια του για να μην πάει σχολείο και οι ψευτοαρρώστιες που επινοεί,  κι άλλες τούμπες στο σχολείο, κι άλλες αρρώστειες, αληθινές, που κολλάει, ιδίως τον πρώτο χρόνο, από τα άλλα παιδάκια, οι βόλτες με τα καροτσάκια που φαντάζουν παράδεισος μπροστά στο κυνηγητό που ακολουθεί όταν αρχίσει να περπατάει μόνο του, οι στρατηγικοί σχεδιασμοί «ποιος θα το κρατήσει για να πάμε ένα σινεμά, ποιος θα το πάει στο σχολείο, στα γαλλικά», οι οδυρμοί στα παιχνιδάδικα, τα «θέλω» που διαδέχονται το ένα το άλλο με καταιγιστική μορφή, οι αντιδράσεις σε όποιον περιορισμό του τύπου «σήμερα είδες πολύ τηλεόραση», «δε θα παίξεις με τον Γιωργάκη αν δεν κάνεις τα μαθήματά σου», «Δε θα βγεις αν δε φορέσεις το γκρι πουλοβεράκι» οι εχθροπραξίες που ακολουθούν κάθε απαγόρευση, τα πάρτυ που αφήνουν το σπίτι σε κατάσταση μόλις πριν την κατεδάφιση, οι πρώτες νυχτερινές έξοδοι, τα πρώτα σκιρτήματα…. 

Και σε όλα αυτά, η μαμά μπροστά. Διότι ο μπαμπάς συνήθως λείπει περισσότερο και ενίοτε του είναι πιο βολικό να το υποδυθεί τον καλό της παρέας και να αφήσει τη μαμά να ξελασπώνει. Όσο κι αν οι πατεράδες τελευταία έχουν αρχίσει να ασχολούνται περισσότερο (και το διαπιστώνουμε από τον αυξανόμενο αριθμό μπαμπάδων που κρατούν καροτσάκια με μωρά στους δρόμους και μπαμπάδων στις αίθουσες αναμονής των παιδιάτρων), και σε αυτό το καινούριο έργο, με τις καθημερινά απρόβλεπτες εξελίξεις, πρωταγωνίστρια είναι η μητέρα. Πότε τελειώνει όλη αυτή η ιστορία; Ρώτησα τη δική μου μητέρα, πότε έπαψε να ανησυχεί για τα βλαστάρια της και μου απάντησε: «Και ποιος σου είπε ότι σταμάτησα να ανησυχώ;». Αυτή η απάντηση με έκανε να πιστεύω ότι η ζωή της μάνας μοιάζει με ηλεκτρονικό παιχνίδι: Έχει πολλές πίστες, δεν ξέρεις σχεδόν ποτέ ποια είναι η επόμενη, πρέπει να περάσεις από όλες, και δυστυχώς έχεις μόνο μια ζωή. Και, δεν έχεις επιλογή να διακόψεις το παιχνίδι, μια και οι άλλοι παίκτες εξαρτώνται αποκλειστικά σχεδόν από εσένα. Στο παιχνίδι της ζωής, η μητέρα είναι ο βασικός ήρωας –  πρέπει να τρέχει διαρκώς, να προλαβαίνει ακατάπαυστα, να προβλέπει, να φροντίζει…

Αναρωτιέμαι ώρες ώρες ποια είναι η δύναμη που μπορεί να κάνει μια γυναίκα να ταχθεί σε αυτή την αποστολή. Όπως καταλαβαίνετε, χρειάστηκε και πάλι να ρωτήσω για να μάθω. Η πρώτη μου ερώτηση προς τις γνωστές μου μαμάδες ήταν αν τι θα έκαναν αν είχαν την ευκαιρία να ξαναρχίσουν το παιχνίδι της ζωής από την αρχή. Θα επέλεγαν και πάλι να είναι μητέρες; Η απάντηση ήταν απολύτως ομόφωνη και ομόθυμη από όλες: «Ασφαλώς και θα το ξανάκανα». Ζήτησα περισσότερες εξηγήσεις. Πήρα πολλές απαντήσεις: «Είναι ένας σκληρός και δύσκολος αγώνας. Αλλά η γυναίκα μπορεί να το κάνει. Και αξίζει να το κάνει, με το όποιο τίμημα» ήταν η πιο μετριοπαθής απάντηση. Και η πιο θερμή: «Το ρωτάς επειδή είσαι άντρας και δεν μπορείς να φανταστείς τι αισθάνεται μια μητέρα όταν κρατά στα χέρια της το παιδί της». «Τι αισθάνεται;» ρώτησα κι εγώ. «Δεν περιγράφεται αυτό που αισθάνεται».

Όσο καλός και να είναι κανείς στις περιγραφές, δεν μπορεί να περιγράψει τη φύση. Όσα και να πει για το αίσθημα της μητρότητας δεν νομίζω ότι μπορεί να ξεπεράσει τη φλούδα, την επιφάνειά του. Υπάρχουν αισθήματα που είναι απόλυτα, και μόνο μερικά στοιχεία τους μπορούμε να προσδιορίσουμε – η μεγαλύτερη περιοχή τους είναι άγνωστη – οι λέξεις δεν αρκούν για να την σηματοδοτήσουν. Γιατί είναι ένα αίσθημα που δεν είναι διανοητικό, προέρχεται από τη φύση. Η λογική δεν μπορεί να το περιγράψει γιατί το γεννά η φύση. Και οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να το περιγράψουν, γιατί αυτό που γεννά η φύση διαχέεται με έναν τρόπο μαγικό σε μια διαδικασία υπερφυσική: σε ένα αίσθημα απέραντης αγάπης και στοργής, και όχι μόνο αυτά, όπως είπαμε. Οι λέξεις δεν μπορούν να τα περιγράψουν. Και με τη σειρά τους γεννούν κι αυτά την υπεράνθρωπη, αλλά απολύτως φυσική δύναμη της μάνας να ανταπεξέρχεται σε πόνους, αγωνίες, καθημερινές και έκτακτες δυσκολίες.

Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο να βλέπουμε γυναίκες οι οποίες στα μάτια μας φαντάζουν αδύναμες και εύθραυστες να αποκτούν τεράστια δύναμη και αντοχή, όποτε το απαιτεί η μητρική τους ταυτότητα. Νομίζω ότι σε αυτό το σημείο μπορούμε να ανακαλύψουμε ότι το μεγαλείο της γυναικείας φύσης είναι εκεί: αντιμετωπίζοντας τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες της μητρότητας, με μόνο όπλο της το μητρικό αίσθημα, τη φύση της ουσιαστικά, να καταλαβαίνει ότι στη δύναμή της δεν υπάρχουν όρια. Ότι μπορεί να το ζήσει αυτό και να ανταπεξέλθει και  επειδή μπορεί να ζήσει αυτό μπορεί να κάνει τα πάντα στον κόσμο. Η δύναμη να δίνεις τη ζωή είναι μέσα στη φύση της. Είναι απόλυτη και τίποτα δεν μπορεί να την κατανικήσει. Μπορεί να αντιμετωπίσει τα πάντα. Είναι μαγικός ο τρόπος με τον οποίο μέσα από μια διαδικασία που σε οδηγεί στα όρια των φυσικών και ψυχικών της αντοχών, να μετατρέπεις το αίσθημα της μητρότητας σε μια τρομακτική δύναμη, μια δύναμη που έρχεται κατευθείαν από τη δύναμη της ζωής. Στα δικά μας, αντρικά μέτρα, θα μπορούσε να παρομοιαστεί (χωρίς ούτε καν να πλησιάζει) με το να κατακτάς μια απάτητη κορυφή, ή να πέφτεις με αλεξίπτωτο από τεράστιο ύψος. Όταν το πετυχαίνεις νιώθεις Θεός. Πόσοι από εμάς τους άντρες μπορούν να το κάνουν; Ελάχιστοι. Πόσες γυναίκες μπορούν να το ζήσουν αυτό;

Όπως καταλαβαίνετε, χρειάστηκε και πάλι να ρωτήσω. «Πότε νιώθετε έτοιμες;». Και «Το νιώθετε όλες;». Είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι αυτό το ερώτημα πρέπει να συνδυαστεί με το γεγονός ότι υπάρχει κι ένα ρολόι, αυτό του χρόνου, που κυλάει αντίστροφα και σε βάρος των γυναικών. Η δεύτερη ερώτηση απαντήθηκε πιο εύκολα: Όλες οι γυναίκες μπορούν. Όλες έχουν τη δύναμη να το κάνουν. Κι ας μην το νιώθουν τη δεδομένη στιγμή. Κι ας νιώθουν ότι ακόμα δεν είναι έτοιμες. Η φύση τις έχει οπλίσει με τη δύναμη να μπορούν, να αντέξουν, να επιτύχουν… Και εκείνη τη στιγμή, κάθε ανασφάλεια και αβεβαιότητα της γυναικείας ψυχής (που οφείλεται κι αυτή στη φύση της), εξανεμίζεται και γίνεται μια απίστευτη δύναμη, που έχει μέσα της αγωνία, έχει όμως και την απέραντη χαρά, που όπως είπαμε οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν.

Σε κάποια συζήτηση άκουσα και την ατάκα που με βοήθησε περισσότερο να καταλάβω: Αν ήθελα να νιώσω τη δύναμη του αισθήματος της μητρότητας, θα έπρεπε να συλλογιστώ το κενό της απουσίας του. Να σκεφτώ τις γυναίκες που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να γίνουν μητέρες. Ακόμη περισσότερο, εκείνες που θέλησαν και η φύση ή οι περιστάσεις δεν τους επέτρεψαν.  Και κατόπιν να σκεφτώ τα παιδιά που δεν μπόρεσαν να μεγαλώσουν κοντά σε μια μητέρα. Να σκεφτώ εκείνο το κενό, και πόσο δύσκολα γεμίζει. Και δεν λέω ότι δεν είναι δυνατό να γεμίσει με κάποιο τρόπο αυτό το κενό, ούτε ότι δεν έχει δικαίωμα μια γυναίκα να κάνει άλλες επιλογές. Έχω την αίσθηση ότι αυτή τη σχέση μητέρας και παιδιού δεν μπορεί να την υποκαταστήσει.

Δεν μπορεί «κάτι άλλο» να κάνει τη ζωή πιο συναρπαστική από την ιστορία που σας αφηγήθηκα πιο νωρίς, με τις πάνες, τους παιδιάτρους, και τις τούμπες, αλλά και με τα πρώτα τους λογάκια, τα φιλιά στη μαμά, τα πρώτα βήματα, τον μαγικό τρόπο με τον οποίο ανακαλύπτουν τον κόσμο, τη στιγμή που θα αρχίσουν να μασουλούν με τα ούλα το φαγητό τους, το αίσθημα ότι είσαι ο ξεναγός τους σ’ αυτόν τον καινούριο κόσμο που πρωταντίκρισαν σαν ένα τεράστιο φως. Κι όχι μόνο ο ξεναγός τους. Ότι εσύ μέχρις ενός σημείο θα τους φτιάξεις αυτόν τον καινούριο κόσμο: Από τα φεγγαράκια που κρέμονται πάνω από την κούνια τους και θα είναι τα πρώτα πράγματα που θα βλέπουν κάθε πρωί, τις κουβέρτες που θα τα σκεπάζεις κάθε βράδυ όταν δεήσουν να αποκοιμηθούν, το αλάτι στο φαγητό που θα τους μάθει την γεύση του νόστιμου, τα νανουρίσματα που θα τους μάθουν τους πρώτους ήχους, το μάγουλο της μαμάς που θα τους μάθει την αίσθηση της αφής, το φιλί που θα δώσεις στο γρατσουνισμένο γόνατο για να περάσει, τα πρώτα γράμματα που θα γράφουν παντού, η πρώτη βόλτα με το καρότσι, έξω, και τα μάτια τους που θα κοιτάζουν παντού,  σ’ έναν κόσμο γεμάτο εικόνες που εσύ θα τους χαρίζεις. Τις αγκαλιές που θα κατευνάσουν τα κλάματα και θα συμπαρασταθούν στις μικρές και μεγάλες τους αταξίες και ατιμίες, η κουβεντούλα που θα τα κάνει να ξεπεράσουν τους φόβους τους, η καταλλαγή απέναντι στα στραβοπατήματά τους. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι που μπορεί να τα υποκαταστήσει αυτά.  Εγώ, από την σχετικά ευκολότερη θέση του άντρα, μπορώ να σας απαντήσω ότι πιστεύω ότι ακόμη και για έναν άντρα δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να γεμίσει αυτό το κενό. Καμμιά επαγγελματική ή άλλη καταξίωση, καμμιά προσωπική επιτυχία, καμμία τέχνη ή επιστήμη δεν μπορούν να γεμίσουν τη ζωή μας περισσότερο από την ίδια τη ζωή. Γιατί έχει να κάνει με αισθήματα έμφυτα, με δυνάμεις που δεν τις αποκτάς, αλλά τις ανακαλύπτεις.

Για τη γυναίκα, η μητρότητα είναι μια παράσταση με σκηνοθέτη και πρωταγωνίστρια την ίδια. Ένα έργο με αγωνία, με ανατροπές, με απρόβλεπτες εξελίξεις, με πολύ συναίσθημα, με συναρπαστική πλοκή.  Ένα έργο στο οποίο κάθε γυναίκα μπορεί και αξίζει να παίξει, ακόμη κι αν δε νιώθει έτοιμη. Ένα έργο που το να παίζεις σ’ αυτό είναι ασύγκριτα καλύτερο απ’ ό,τι να το βλέπεις. Ένα έργο που καταλαβαίνεις πόσο υπέροχο είναι να  το ζεις μόνο τη στιγμή που το ζεις.

Κάτι μέρες σαν κι αυτή σκέφτομαι πόσα έχει τραβήξει η μάνα μου για το βλαστάρι της. Τους ομηρικούς καβγάδες μας όταν κάποτε παράτησα το πανεπιστήμιο. Σκέφτομαι κάτι ξενύχτια της σ’ ένα νοσοκομείο, πάνω σε μια καρέκλα για πολλές μέρες, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι, σε μια στιγμή που, κανονικά, ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος δεν θα ήθελε να μου ξαναμιλήσει. Ή, ότι, εφαρμόζω κατά γράμμα εκείνον το στίχο της Λίνας Νικολακοπούλου που λέει ότι «τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω τα βάζω σε σακούλες και στα φέρνω» κι εκείνη δεν διαμαρτύρεται… Και μπορεί να μην της λέω πια «πεινάω, μαμά» και «φοβάμαι, μαμά», όπως λέει παρακάτω το τραγούδι, αλλά έχω αρχίσει να της λέω «γερνάω, μαμά», κι αυτή κάθεται ακόμη κι ακούει τις γκρίνιες μου, αδιαμαρτύρητα πάλι…

Και κάτι τέτοιες μέρες γυρίζω στη δισκοθήκη μου και βρίσκω το παλιό εκείνο τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι από την «Οδό ονείρων», το «Μανούλα μου» κι έπειτα ψάχνω την «Προσωπογραφία της Μητέρας» από το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» του ίδιου συνθέτη. Λίγο πριν το τέλος, θα ‘θελα να σας διαβάσω ένα σημείωμα που συνοδεύει το συγκεκριμένο κομμάτι στον δίσκο, που αναφέρεται στη μητέρα του Χατζιδάκι, στο διάστημα της παραμονής τους στην Αμερική. Είναι πολύ απλό, σαν παιδική έκθεση, όμως νομίζω ότι είναι αυτό που κάθε μητέρα θα ήθελε να ακούσει από τα παιδιά της.  

Τρίτη 30 Ιουλίου πριν βγούμε το βράδυ να φάμε στο Ροκφέλλερ Πλάζα, της βγάζω φωτογραφίες με το ροζ φόρεμά της.

Η μητέρα μου είναι γλυκειά και τρυφερή και μ’ αγαπάει.
Θα ‘θελε να ‘χε σταματήσει ο χρόνος εκείνος τη στιγμή που μ’ έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δεν μπορώ ούτε μπορεί να τηνε σταματήσει. Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη μας, ευγενικιά και τρυφερή ν καρτεράει μια δυο στιγμές που πέρασαν, μια δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για εκείνη.
           
Θα ‘θελα, τελειώνοντας, να ευχηθώ «Χρόνια πολλά» σε όλες τις μητέρες που γιορτάζουν σήμερα. Ελπίζω αυτές οι λίγο «αντρικές» και αποστασιοποιημένες σκέψεις να μην σας ξένισαν και να βοήθησαν κάποιες να συλλογιστούν έστω για λίγο αν και πότε θα γίνουν μητέρες, όσο τουλάχιστον βοήθησαν κι εμένα να αναρωτηθώ πότε θα γίνω πατέρας.
Ηλίας Τουμασάτος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά