Ένα "παιχνίδι": Βρες ένα λόγο



Η ζωή τα έφερε έτσι. Και ειλικρινά δεν ξέρω πώς θα ήταν αν ήταν αλλιώς. Δεν μπαίνω στον κόπο να ψάξω, δεν θα μπορούσε άλλωστε να υπάρχει σωστή απάντηση σε μια ερώτηση σαν κι αυτή. Αυτό το παιχνίδι μπήκε στη ζωή μου εδώ και πολλά χρόνια, ευτυχώς ή δυστυχώς, σε σχετικά μικρή ηλικία. Είναι σαν αυτά τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που δεν τελειώνουν ποτέ. Ευτυχώς για μένα, ψιλοεθίστηκα σ’ αυτό. Κάθε μέρα, πρέπει να παίζεις, για να μπορέσεις να συνεχίσεις και την επόμενη.

Το παιχνίδι λέγεται «Βρες ένα λόγο» και αρχίζει κάθε πρωί, πολύ πρωί, από την ώρα που ξυπνάει ο παίκτης. Κάθε πρωί, λόγω ιδιοσυγκρασίας, ο παίκτης ξεκινάει με μηδενική βαθμολογία, ό,τι κι αν έχει κάνει, όσο καλά ή κακά κι αν έχει παίξει την προηγούμενη μέρα.

Ο παίκτης παίζει σε μεγάλη πίστα. Για την ακρίβεια, τρεις πίστες. Πρώτη, ολόκληρο το σύμπαν γύρω του. Εκείνο που μπορεί να αντιληφθεί με τις αισθήσεις. Να δει, να ακούσει, να αγγίξει, να γευθεί, να μυρίσει. Δεύτερη, το άλλο σύμπαν, το ανθρώπινο περιβάλλον, οι άλλοι γύρω του, εκείνοι που έχει επιλέξει κι εκείνοι που δεν έχει επιλέξει. Και, τρίτη πίστα, ένα άλλο ακόμα σύμπαν, εκείνο εντός του. Εκείνο που μπορεί να συλλάβει με τη σκέψη και τα συναισθήματα. Που πρέπει να κοιτάξει εντός του για να δει. Ίσως η πιο δύσκολη και η πιο αχαρτογράφητη πίστα.

Ο στόχος του παίκτη είναι να βρει. Να ανακαλύψει. Να βρει έναν λόγο. Έναν τουλάχιστον λόγο ή (μακάρι!) παραπάνω. Έναν ή παραπάνω, όσους μπορεί παραπάνω, που να τον κάνουν να συνεχίζει να αισθάνεται άνθρωπος, που να τον κάνουν να θέλει να συνεχίσει. Όχι μόνο να παίζει. Να συνεχίσει γενικώς.

Το παιχνίδι παίζεται σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας. Κι ο παίκτης συχνά χρειάζεται να είναι πολύ εξασκημένος. Όχι μόνο γιατί όλες οι πίστες συνήθως έχουν εμπόδια και ποικιλόβαθμες δυσκολίες. Αλλά και γιατί δεν είναι πάντα ολοφάνεροι οι λόγοι. Δεν είναι πάντα τόσο αυτονόητο ότι είναι μπροστά στα μάτια του. Αν και, πάντα, όταν τελικά τους ανακαλύπτει, διαπιστώνει ότι τελικά ήταν πιο προφανείς απ’ ό,τι νόμιζε. Όσο περισσότερο ασχολείται με το παιχνίδι, τόσο περισσότερο κατανοεί πως οι λόγοι είναι πολύ περισσότεροι απ’ όσους επιτρέπει να δεις η πρώτη ματιά.

Και κάθε μέρα, κάθε μέρα, ο παίκτης παίζει αενάως, σχεδόν τελετουργικά, γιατί φοβάται μην τελειώσει αυτό το παιχνίδι. Στην πραγματικότητα δεν φοβάται μήπως τελειώσουν οι λόγοι – φοβάται μήπως ο ίδιος ξυπνήσει ένα πρωί και σταματήσει να παίζει.

Γιατί οι λόγοι δεν τελειώνουν. Υπάρχουν παντού. Σε όλες τις πίστες, τα μικρά σύμπαντα του παιχνιδιού. Κι ακόμη κι αν κάποιο από τα τρία εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα «κάνει νερά», ακόμη κι αν σε κάποιο είναι αδύνατο να αντέξει να παίζει κανείς εκείνη τη μέρα γιατί πηγαίνει πίσω τον παίκτη αντί για μπρος και πάει να του σβήσει με διάφορα κόλπα τους λόγους που έχει ήδη βρει, εκείνος πρέπει να «πεταχτεί» με μαεστρία στις άλλες πίστες, όπου είναι κάθε φορά προσφορότερο να βρίσκει καινούριους λόγους.

Αλλά είπαμε, χρειάζεται εξάσκηση. Μάτια (της ψυχής) ανοιχτά, «κεραίες», που μπορούν να βοηθήσουν τον παίκτη να βλέπει τον κόσμο αλλιώτικα, για να μπορεί να βρίσκει τους λόγους του εκεί που οι άλλοι θα προσπερνούσαν αδιάφοροι. Γιατί εκείνος τους χρειάζεται πιο πολύ – ιδίως αν δεν μπορεί να βρει τους λόγους στον κόσμο εντός του. Αν ο εντός του κόσμος είναι η πιο άβολη πίστα, μπορεί να ρεφάρει, ψάχνοντας όλο και πιο πολλούς λόγους στους έξω κόσμους. Για να μπορέσει να ξαναγυρίσει στην άβολη πίστα με άλλο «οπλοστάσιο», με καβάντζα πολλούς, όμορφους, απλούς λόγους.

Είναι τόσο απλοί καμιά φορά οι λόγοι, τόσο μικροί. Το μόνο που έχει ανάγκη ο παίκτης είναι να μπορεί να εκτιμήσει την πραγματική τους αξία. Και να μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη ενός άλλου λόγου, πιο «σημαντικού» στην γενική ή την ατομική του κλίμακα αξιών, με έναν πιο «ασήμαντο» και «ταπεινό» που εκείνη τη στιγμή μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμος, μοναδικά λυτρωτικός.

Έτσι, αν μια μέρα δεν βρει κάπου μια μεγάλη χαρά, τον άνθρωπο που λαχταρά ή μια μεγάλη επιτυχία, ή κάποιο αγαθό ή μια διάκριση που πάντα ποθούσε ν’ αποκτήσει, μπορεί να τα υποκαταστήσει μ’ ένα σύννεφο με περίεργο σχήμα που περνάει από πάνω του, μ’ ένα πουλί που του χτυπάει το τζάμι, με τον ήχο της βροχής στα κεραμίδια τη νύχτα. Με ένα αστείο που έκανε ο διπλανός του, μια πλάκα με τα φιλαράκια, μια βόλτα κοντά στη θάλασσα, ένα στιγμιαίο παιχνίδι του φωτός πάνω στον τοίχο του. Μ’ ένα μικρό παιδάκι που περνά γελώντας δίπλα του, με το άρωμα μιας ζεστής σοκολάτας στο φλιτζάνι του, με μια αγκαλιά, με μια μουσική που έρχεται από ένα καφενείο ή το ipod του, με ένα γατί που γουργουρίζει όταν τρίβεται στα πόδια του. Μ’ ένα μπασκετάκι στο διάλειμμα, μια ωραία ταινία ή ένα ποίημα που διαβάζει κανείς πρώτη φορά, ένα ανθισμένο δέντρο πάνω από έναν τοίχο με graffiti. Υπάρχουν άνθρωποι που καθηλωμένοι σε κρεβάτια νοσοκομείου έβρισκαν τους λόγους τους στον τρόπο που κουνούσε ο αέρας την κουρτίνα του θαλάμου τους, ή φυλακισμένοι που έβρισκαν τους δικούς τους στη «μουσική» που έκαναν τα κλειδιά του δεσμοφύλακα καθώς κλείδωναν ή ξεκλείδωναν τις πόρτες τους. Στ’ αλήθεια, δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ.

Εκεί έξω υπάρχουν εκατομμύρια λόγοι, παντού, όπου κι αν κοιτάξεις, λόγοι μικροί κι ασήμαντοι, ωστόσο ικανοί και αναγκαίοι για να μπορεί κανείς να συνεχίζει, λόγοι για να μπορεί να χαίρεται, για να μπορεί να ξεκλειδώνει το σεντούκι με τους άλλους λόγους, εκείνους που είναι βαθιά κρυμμένοι μέσα του.

Συνήθως αυτοί οι τελευταίοι χρειάζονται ένα κάποιο ερέθισμα από τους άλλους, τους μικρούς και μεγάλους εξωτερικούς λόγους, για να μπορέσουν να κινητοποιηθούν. Συνήθως οι λόγοι εντός μας κοιμούνται, ή εμείς τους έχουμε θέσει σε αναγκαστική χειμερία νάρκη – και έχουν ανάγκη κάποιος να τραβήξει την κουρτίνα, να μπει μέσα το φως της ημέρας, για να ξυπνήσουν και να μπουν κι αυτοί στο παιχνίδι των λόγων. Συχνά χρειάζεται μια αχτίδα φωτός από εκεί έξω, που όσο υπάρχει αυτός ο κόσμος είναι ευτυχώς πάντα διαθέσιμη, για να μπορέσει κάποιος να ανακαλύψει χιλιάδες υπέροχους λόγους μέσα του, λόγους που ο ίδιος πριν δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να δει. Ποτέ δεν ξέρουμε, ακόμη και στα βαθιά γεράματα, πόσοι και ποιοι λόγοι κρύβονται μέσα μας.

Κι ακόμη πιο υπέροχο είναι ο παίκτης, εκείνη τη στιγμή να πατήσει ένα share. Εκείνους τους ωραίους, άγνωστους λόγους που κρύβει μέσα του, εκείνους που τον κάνουν μοναδικό και ξεχωριστό, να τους μοιραστεί με τους άλλους ανθρώπους γύρω του – ίσως πρόκειται για πιο ενδιαφέρουσα και πιο δύσκολη πίστα του παιχνιδιού. Γιατί μπορεί σ’ αυτά τα ωραία πράγματα που κρύβει μέσα του και ξαφνικά ξεκλειδώθηκαν και του αποκαλύφθηκαν, όταν τα μοιραστεί με τους άλλους, όταν τα μοιράσει απλόχερα εκεί έξω, να ανακαλύψουν και κάποιοι άλλοι, χάρη σ’ εκείνον, τους δικούς τους λόγους. Και να γεμίσουν και οι δικές τους μέρες με περισσότερο φως. Ένας από τους πιο υπέροχους λόγους αυτού του παιχνιδιού είναι η ομορφιά που μας αποκαλύπτουν οι άλλοι άνθρωποι ότι κρυβόταν μέσα τους.

Σε εποχές δύσκολες σαν και τούτη που περνάμε, εποχές που όλες οι πίστες του παιχνιδιού έχουνε γίνει κάπως ζόρικες, είναι ίσως πιθανό το παιχνίδι των λόγων να αποκτήσει πολύ μεγάλη συμμετοχή, πολύ περισσότερους παίκτες. Ευτυχώς, η προσφορά «λόγων» είναι τόσο τεράστια που μπορεί να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε ζήτηση. Γιατί, αντιστρατευόμενοι τους νόμους της αγοράς, αυτοί οι λόγοι πολλαπλασιάζονται και γίνονται πιο εύκολα διαθέσιμοι, όσο πολλαπλασιάζεται η επιθυμία μας να τους βρούμε.

Απλό είναι το παιχνίδι, δωρεάν. Χωρίς σημαντικές τεχνικές απαιτήσεις. Χρειάζεται μόνο ευαίσθητες κεραίες, και ανοιχτή καρδιά. Τζάμπα πράγματα, όπως όλα τα πιο πολύτιμα, αιώνια, ελεύθερα στη φύση, σαν το φως, τον αέρα, το νερό. Οπότε, δεν υπάρχει λόγος να μην παίξει κανείς. Κι αν το παιχνίδι το λένε «Βρες ένα λόγο», στο τέλος κάθε μέρας το καλύτερο αποτέλεσμα, μετά από χιλιάδες αναζητήσεις και χιλιάδες λόγους η οθόνη του παιχνιδιού σου να είναι ένας ξάστερος βραδινός ουρανός – κι ανάμεσα στ’ αστέρια να μπορείς να διαβάσεις τη φράση «Υπάρχει λόγος».

Απρίλιος 2012

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]