Μικέλης Άβλιχος: Συνέντευξη μ' έναν αναρχικό



Το κείμενο αυτό γράφτηκε και διαβάστηκε, υπό τύπον θεατρικού αναλογίου, στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς (κηποθέατρο της Ιακωβατείου Βιβλιοθήκης) το καλοκαίρι του 2010. Τα λόγια του Άβλιχου είχε διαβάσει με τον χαρακτηριστικό του ενθουσιασμό ο Ληξουριώτης δάσκαλος και συγγραφέας Γεράσιμος Γαλανός. Η τότε αντιδήμαρχος κ. Σοφία Μαροπούλου μας είχε προτείνει να ετοιμάσουμε μια εκδήλωση για τον Μικέλη Άβλιχο, κι εμείς αντιπροτείναμε (και εκείνη δέχτηκε) κάτι διαφορετικό, ανατρεπτικό, γι' αυτόν τον ιδιαίτερο, αναρχικό Κεφαλονίτη, μακριά από μια τυποποιημένη ομιλία. Λίγος κόσμος ήρθε εκείνο το βράδυ. Και κατόπιν, άκουσα ουκ ολίγα (ας το πω κομψά) αρνητικά λόγια για το εγχείρημα... Ας είναι. Έτσι, μια και σήμερα είναι παγκόσμια ημέρα του θεάτρου, σκέφτηκα να το ανεβάσω εδώ, για να γνωρίσουν, όσοι επιθυμούν, έστω κι ετσι ανορθόδοξα, τον Μικέλη Άβλιχο, μέσα από τα δικά του λόγια. Σχεδόν όλα όσα λέει ο 'Αβλιχος εδώ, είναι λόγια που έχει πει ή έχει γράψει... Είναι, λοιπόν, μια φανταστική, αλλά αληθινή συνέντευξη...




Πρόσωπα

ΑΥΤΟΣ, ΑΥΤΗ, ΑΒΛΙΧΟΣ

ΣΚΗΝΙΚΟ
Τρία τραπέζια, σε τρεις γωνίες της σκηνής. Το ένα πιο παλιό, το τραπέζι του Άβλιχου, αδειανό. Το μεσαίο, με έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το δεξί, γεμάτο βιβλία και χαρτιά.

Στο δεξί τραπέζι κάθεται ΑΥΤΟΣ, μελετώντας χειρόγραφα και βιβλία. Μπαίνει ΑΥΤΗ, με ένα μπουκέτο λουλούδια, και τα τοποθετεί στο άδειο τραπέζι, εκείνο του Άβλιχου. Έπειτα κάθεται στο μεσαίο τραπέζι και αρχίζει να πληκτρολογεί στον υπολογιστή.

ΑΥΤΗ

Λουλούδια… Του είχανε φέρει λουλούδια του Μικελάκη. Στο νοσοκομείο του Αργοστολιού ήταν, στο κρεβάτι του πόνου. Νοέμβριος του 1917. Εκείνος, λένε, μόλις τα είδε, σηκώθηκε, τα πήρε, και πήγε να τα προσφέρει σε μια νοσοκόμα που ήταν άρρωστη. Και τότε έσβησε. Μ’ ένα σαρκαστικό χαμόγελο στα χείλη. Λέγοντας « Μην κλαίτε, ο Μικέλης πάει στη ζωή»…

ΑΥΤΟΣ

1917. Έβραζε ο κόσμος, τότε, αλήθεια. Ο πρώτος μεγάλος πόλεμος σπάραζε ολόκληρο τον κόσμο… Εκατομμύρια οι νεκροί, οι τραυματίες, οι εξαθλιωμένοι… Και πάνω, στη Ρωσία, μόλις που είχε ξεσηκωθεί η επανάσταση των Μπολσεβίκων.. Λίγες μέρες πριν φύγει ο Μικέλης.

ΑΥΤΗ

Τον μισούσε τον πόλεμο…Σαν κακό όνειρο τον έβλεπε. Κι έφυγε εκείνη τη στιγμή που ο κόσμος άλλαζε. Άλλαζε με φωτιά και με μαχαίρι. Την έβλεπε τη φρίκη και την είχε τραγουδήσει
(Απαγγέλλει)

Τα φετινά Χριστούγεννα του 1914

Δεν είν’ αλήθεια – είν’ όνειρο κακό!
Τ’ ανθρώπινο αίμα τρέχει ποταμός…
Κοκκίνησε κι’ αυτός ο Ωκεανός…
Δεν είν’ αλήθεια τέτοιο ξαφνικό…
Καίονται χώρες, όνειρο φριχτό!
Η γη είναι φλόγες – ο Ουρανός καπνός…
Κι άγρια σταυρό συντρίβει άλλος σταυρός..
Βόγγος ο αέρας… ψυχομαχητό!

Κι άνωθεν ύμνος άγιος αντηχάει:
Χριστός γεννάται – του Κυρίου η Χάρις –
Αγνός αμνός της Παναγίας αγάπης…
Μα από τον Άδη ο Σατανάς γελάει…
Που ακόμα είναι Θεός του Κόσμου ο Άρης
Κι ως κι ο πολιτισμός Μέγας Χασάπης!
ΑΥΤΟΣ
Αναρωτιέται κανείς, για ποια εποχή γράφτηκε αυτό… Στο «Ζιζάνιο» του Μολφέτα δεν είχε δημοσιευτεί;

ΑΥΤΗ
Ναι, κι όχι μονάχα εκεί…

ΑΥΤΟΣΤι μανία που είχε κι αυτός ο Μικέλης να μη δημοσιεύει τίποτα… Και πού θα τα βρούμε εμείς τα γραφτά του;

ΑΥΤΗ
«Γραμματοαγραφία» το έλεγε αυτό…

ΑΥΤΟΣ
Για τα δικά μας τα βάσανα, δεν τον ένοιαζε, δεν ήθελε τίποτα από την ποίησή του να μαθευτεί, να μείνει: «Ούτε η τωροφημία, ούτε η υστεροφημία με νοιάζουνε».

(Ακούγεται από το παρασκήνιο η φωνή του ΑΒΛΙΧΟΥ)

ΑΒΛΙΧΟΣΤα ποιήματά μου εβγήκαν από τη φωτιά και εις τη φωτιά θα πάνε!

ΑΥΤΟΣ
Είπατε κάτι;

ΑΥΤΗ
Όχι, νόμισα ότι εσείς…

ΑΥΤΟΣ
Όχι, εγώ δε μίλησα… Προσπαθώ να βρω άκρη μ’ αυτό το χειρόγραφο…. Έγραφε πάνω σε μικρά χαρτάκια, σε λογαριασμούς, σε κομμάτια από χαρτοφάκελα, σε μπακαλόχαρτα, όπου έβρισκε…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Τα ποιήματά μου εβγήκαν από τη φωτιά και εις τη φωτιά θα πάνε…

ΑΥΤΗ
Κοντεύω να τελειώσω την καταγραφή… Κάνει πολλή ζέστη σήμερα…

ΑΥΤΟΣ
Πάει, το φάγαμε το καλοκαίρι ψάχνοντας το αρχείο του Μικέλη… Για να δούμε αν θα προλάβουμε την προθεσμία…

ΑΥΤΗ
Το καλοκαίρι έχει μπει για τα καλά… Θυμάστε τι έλεγε ο Μικέλης για το καλοκαίρι;

ΑΥΤΟΣ
Καλώς το καλοκαίρι μας,
Που ηλιοροδισμένο
Και φορτωμένο οπωρικά
Στάζει ιδρώτα ως το χώμα..
Με τα εκλεκτά τα δώρα του
Ας βρέξουμε το στόμα
Κι εγκάρδια ας ευλογήσουμε
Τη φύσι που ως μητέρα μας γνοιάζεται εδώ πέρα

ΑΥΤΗ
Φάτε χρυσένιαις μέσπολαις
Κεράσια κοραλλένια
Δροσάτα βούσκα, παχουλά,
Οπού το μέλι στάζουν.
Κόψτε πεπόνια ζουμερά
Οπού γλυκά ευωδιάζουν,
Ροδάκινα, βερύκοκα
Που λυώνουνε στο στόμα, κι’ έχουν τον ήλιο χρώμα.

ΑΥΤΟΣ
Μυστήριος ο Μικέλης… Τη μια μες στα αίματα και τη μαύρη δυστυχία, την άλλη λυρικός, να θέλει να ρουφήξει ως το μεδούλι τη χαρά της ζωής.

ΑΥΤΗ
Κάπου διάβασα πως αγαπούσε πολύ τον Σολωμό. Μέσα από την απελπισία του ξεπηδούσε μια λαχτάρα, μια αγάπη, μια δίψα για ζωή…

ΑΥΤΟΣ
(σηκώνεται από το γραφείο και βγαίνει μπροστά)
Είναι τόσα πολλά μαζί και τίποτα απ’ όλα αυτός ο Μικέλης… Κι εμείς έχουμε μονάχα κομματάκια, σκόρπια κομματάκια χαρτί, απ’ όσα είπε, απ’ όσα έκανε… Κι όμως… Υπάρχει κάτι που το έχουμε χάσει. Που δε θα το βρούμε ποτέ όσο κι αν ψάχνουμε.

ΑΥΤΗ
Θα ‘θελα να τον είχα γνωρίσει από κοντά… Όσο περισσότερο σκαλίζω τα χειρόγραφα, νιώθω πως ακούω τη φωνή του.

Ακούγεται η φωνή του ΑΒΛΙΧΟΥ

ΑΒΛΙΧΟΣΕγώ, κι αν ξέρω να μιλώ
Να γράφω κι αν γνωρίζω
Στο λέω, δίχως να γελώ
Και να μη γράφω ξέρω.

Κι εκείνο που καλύτερα
Κι από τα δυο πασχίζω
Είναι συχνά να σιωπώ
Και το χαρτί να σχίζω/

ΑΥΤΟΣ
Είπατε κάτι;

ΑΥΤΗ
Θα ‘ θελα να τον είχα γνωρίσει από κοντά… Αυτό μόνο.

ΑΥΤΟΣ
(εν τω μεταξύ μπαίνει ο ΑΒΛΙΧΟΣ χωρίς να τον έχει καταλάβει ΑΥΤΟΣ… Βλέπει ΑΥΤΗΝ της δίνει χειροφίλημα και με νοήματα τη ρωτάει ποιος είναι ΑΥΤΟΣ και τί λέει)
Φοβάμαι πως δεν θα μπορέσουμε να τον καταλάβουμε ποτέ… Ο Άβλιχος ήταν τα ποιήματά του, ήταν όμως κι οι κουβέντες του… Οι συζητήσεις του… Οι συναναστροφές του… Εμείς έχουμε τα στιχάκια, σαν λουλούδια κομμένα από έναν κήπο. Μα ο κήπος είναι χαμένος, μυστικός… Είναι ο ίδιος, εκείνος, που κατέβαινε στην πλατεία του Ληξουριού άψογος, καλοντυμένος με το καπελάκι του σε σχήμα πεταλούδας, με τη βελάδα του, μ’ ένα κολλάρο άσπρο σκληρό, συναντούσε εκεί τους συμπολίτες του στα καφενεια και πιάναν τη συζήτηση… Και ξεκινούσε ήρεμος, με χαμηλούς τόνους… και μετά γινόταν χείμαρρος, ένας χείμαρρος από λέξεις, εικόνες, επιχειρήματα που κέρδιζε και τον πιο δύσπιστο…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Σαν τους στίχους μου διαβάζουν
Πώς κι εκείνος δε γελάει;
Πώς τα μούτρα του χαλάει;
Κ’ οι ρυθμοί τονε ταράζουν;
Μην τυχαίνει εδώ, ίσα , ίσα,
Ό,τι γίνεται στη λύσσα,
Που τη λύσσα ξεκαμπίζει
Το νερό που λαμπειρίζει;

ΑΥΤΟΣ αιφνιδιάζεται και απορεί. Πηγαίνει στο τραπέζι του, κοιτάει τα βιβλία του, κοιτάει τον Άβλιχο,
ΑΥΤΟΣ
Εσείς μοιάζετε τρομερά… Δηλαδή είστε ο…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ναι, εγώ είμαι ο... Δηλαδή, για την ακρίβεια…
Μα εγώ είμαι έρημου βράχου μια βρυσούλα,
Που έρμη ρέει σ’ έρημο γιαλό
Και ρέει σαν να κλαίη την ερμιά της,
Και μόνο νύχτα, μέρα, βράδυ, αυγούλα
Κρένει με του πέλαου το βογγητό,
Κι αν έρθει φτερωτός να πιη διαβάτης.
Μικελάκης Άβλιχος. Κάνω τον περίπατό μου, άκουσα την κουβέντα σας. Εσείς, ποιοι είστε;

ΑΥΤΗ
Μελετάμε το έργο σας.

ΑΥΤΟΣ
Θέλουμε να σας γνωρίσουμε καλύτερα.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Και πού το βρήκατε εσείς το έργο μου; Για να δω… Τα ποιήματά μου εβγήκαν από τη φωτιά και εις τη φωτιά θα πάνε!

ΑΥΤΟΣΤα χειρόγραφά σας δεν πήγανε στη φωτιά. Είναι σ’ αυτόν τον χαρτοφύλακα. (παίρνει από το τραπέζι ένα ντοσιέ).

ΑΒΛΙΧΟΣ
Για, ένα μομέντο. Εγώ τα έδωσα στον Μικέλη το Τζανάτο και του είπα: πάρε ετούτα τα παλιόχαρτα και κάμε τα προσάναμμα…

ΑΥΤΗΟ Τζανάτος δεν τα έκαψε. Τα φύλαξε. Ευτυχώς. Και τα έδωσε στον Αριστείδη το Ρουχωτά. Που έφτιαξε μ’ αυτά βιβλίο με τα ποιήματά σας.

ΑΥΤΟΣ
Και πριν από το Ρουχωτά τα είχανε ξαναβγάλει τα ποιήματά σας. Όσα μπορέσανε να βρούνε τότε, δηλαδή…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Τον προδότη τον συνονόματό μου.. Πού να φανταστώ!

ΑΥΤΗ
Μην είσαστε άδικος. Σας φρόντισε σαν αδελφό του όλη σας τη ζωή… Και δεν άντεξε να τα πετάξει στη φωτιά..

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ώστε εσύ μου την έκαμες τη δουλειά, Μικέλη Τζανάτε.. Μα δε θα σε πετύχω καμμιά μέρα εκεί στον άλλο κόσμο; Θα σε περιποιηθώ… Και με ποιο δικαίωμα ψαχνετε εσείς τα χειρόγραφά μου; Απαιτώ να μου τα δώσετε αμέσως… Και ό,τι έψαχνα να ανάψω κάτι κουκουνάρες για ένα ψησταρέλι!
(πάει να πάρει τον χαρτοφύλακα από ΑΥΤΟΝ – τον τραβούν κι από τις δυο μεριές)

ΑΥΤΟΣ
Δεν μπορείτε να μας το ζητάτε αυτό – ο κόσμος σας αγαπάει μα δε γνωρίζει το έργο σας. Θέλει να σας διαβάσει μα δε βρίσκει τα βιβλία σας. Η επιστήμη θέλει να σας μελετήσει… Χρόνια προσπαθούμε να αναλύσουμε τα ποιήματά σας… Ε

ΑΒΛΙΧΟΣ
Φέρτα εδώ σου λέω… (τα παίρνει)

ΑΥΤΗ
Ετούτη τη ζωή μας τηνε τρως
Κυρά επιστήμη στης ζωής την πάλη
Και με τη λαιμαργία του τί και πώς·

ΑΥΤΟΣΚι ενώ μας ρίχνεις ατυχείς στη ζάλη,
Μας παίρνεις κι απ τον τάφο μας σκληρώς
Κ’ εκείνο της θρησκείας το προσκεφάλι,
Που κεντημένο λέει «Ελπίς – Θεός»
Κ’ έτσι μας τρως και τη ζωή την άλλη.

ΑΥΤΗΚαι μας αφίνεις μόνη ευδαιμονία,
Σα μια σκιά, την υστεροφημία·
Για λίγους, ως και τούτη χαρισμένη,
Κι αν θέλης κάμε αλλιώς αν σε βασταίνη.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Βλέπω τα ξέρετε καλά τα στιχουργήματά μου… Χαρά στην όρεξή σας. Ό,τι μάθατε μάθατε… Εγώ θα τα κάψω. Μονάχος μου!

ΑΥΤΟΣ (βγάζει από την τσέπη του ένα φλασάκι)
Και να τα κάψετε εγώ τα έχω εδώ μέσα φυλαγμένα. Ο κόσμος θα σας μάθει…. Θέλετε δε θέλετε.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Τι είναι πάλι τούτο; Όλα μου τα ποιήματα εκεί μέσα;

ΑΥΤΗ
Ο κόσμος έχει ανάγκη από τα ποιήματά σας… Θυμηθείτε τα δικά σας λόγια:
«Ο κόσμος… η κοινωνία, είναι από πηλό πηχτόνε»
(στη δεύτερη φράση, μαζί με τον Άβλιχο)
«Όσο τον ανακατεύεις (και δύσκολα ανακατεύεται), υπόκειται στο ανακάτεμα. Άμα τον αφήσεις μένει στη θέση του».

ΑΥΤΟΣ
Καταλαβαίνετε… Σας χρειαζόμαστε. Ο κόσμος σήμερα μοιάζει με πηλό που κανείς δεν τον ανακατεύει. Τίποτα δεν κουνιέται… Γι’ αυτό σας έχουμε ανάγκη. Έχουμε ανάγκη τα λόγια τα δικά σας – τη σκέψη σας. Μια και ήρθατε ως εδώ, καθίστε να μιλήσουμε λιγάκι… Δε νομίζω ότι σας ζητάμε πολλά..

ΑΒΛΙΧΟΣ
Και γιατί δεν πάτε να βρείτε τον Λασκαράτο; Μπροστά στον Λασκαράτο εγώ είμαι σαν τα λακούβια που βγάνουν αφράλα κι εκείνος είναι οι αλυκές του Κράτους..

ΑΥΤΟΣ
Βρήκαμε κάτι γράμματά σας προς τον Λασκαράτο.

ΑΒΛΙΧΟΣΔηλαδή ανοίγετε και ξένα γράμματα! Τότε είσαστε ή ανάγωγος ή ρουφιάνος.

ΑΥΤΟΣ
Κάποτε, στα νιάτα σας, τα χαλάσατε μαζί του. Και του είπατε να μη σας ξαναστείλει την εφημερίδα του, τον Λύχνο…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Τα είχε βάλει με τους ριζοσπάστες τότε… Φίλοι, φίλοι, είπαμε, αλλά άμα είσαι φίλος αληθινός πρέπει να λες τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Εγώ τον Ανδρέα τον θαύμαζα. Πάντα τον συμβουλευόμουνα. Του είχα γράψει και κάτι στίχους. Αλλά όταν η στάση του με λυπούσε, τότε του το έλεγα μπούκα φόρα. Κι αυτός το εκτιμούσε…

ΑΥΤΟΣ
Εσείς δε γράφατε και τόσα πολλά γράμματα, εδώ που τα λέμε. Δε γράφατε πολλά γενικώς.

ΑΥΤΗ
Δεν είπαμε; Γραμματοαγραφία…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Όπως το λες… Γραμματοαγραφία και φιλεντέλεια.

ΑΥΤΟΣ
Φιλεντέλεια;

ΑΒΛΙΧΟΣ
Δεν το χεις νιώσει; Να είσαι πάνω από ένα κείμενο και να παλεύεις, μέρες, βδομάδες, να βρεις την κατάλληλη λέξη, και μετά να την αλλάζεις ξανά…και ξανά και ξανά γιατί πιστεύεις ότι δεν έχεις βρει την κατάλληλη. Γιατί άλλες εικόνες έχεις μέσα στο μυαλόσου κι οι λέξεις δε φτάνουνε για να την βρεις…
Να, βλέπεις για παράδειγμα, αυτή την ωραία δεσποινίδα… Και σπας το κεφάλι σου να βρεις τα λόγια που θα μπορούν να την περιγράψουν;

ΑΥΤΟΣ
Γιατί να σπάσω το κεφάλι μου; Θα έλεγα «μια λαμπρή επιστημόνισσα, μια έξοχη συνεργάτις»

ΑΒΛΙΧΟΣ
Κι εγώ θα την έλεγα «Η βασίλισσά μου».

Μικρούτσικο σπιτάκι χαμηλό
Είν’ της βασίλισσάς μου το παλάτι
Και εκεί μέσα σα γιούλιο ντροπαλό
Κρυμμένη ‘ναι απ’ το βλέμμα του διαβάτη.

Κι εγώ διαβαίνω εκείθε και δειλά
Με τον κρυφό καημό μου το κυττάζω
Κι ‘αθέλητα, απ’ αγάπη σιγαλά
Μέσα από την καρδιά μου αναστενάζω.

Για βοήθησέ με λίγο κι εσύ, γέρος άνθρωπος είμαι… Εκεί, από Τρίτη στροφή

ΑΥΤΟΣ
Και καμαρώνω το βασιλικό
Οπού το παρεθύρι της στολίζει·
Καλότυχο μυρούδι φτωχικό
Που το χρυσό της χέρι σε ποτίζει.

Κι όταν στο χτυπολόημα τ’ αργαλειού
Και το γλυκό κελάηδημα γροικιέται
Του πολυαγαπημένου μου πουλιού,
Κάθε καϋμός αφ’ την καρδιά μου σβυέται

ΑΒΛΙΧΟΣ
Και του παρεθυριού της τ’ αχνό φως
Τα βράδυα ν’ αγναντεύω δε χορταίνω·
Άστρο για εμέ δεν έχει ο ουρανός
Τόσο γλυκό και τόσο αγαπημένο.

Και λέω: «καλή σου ώρα» εσέ φτωχή,
Που, αν έχουν μετρημούς οι κόκκοι του άμμου,
Έχει κι ο πλούτος που έχεις στην ψυχή
«ώρα καλή σου» εσέ Βασίλισσά μου.

ΑΥΤΗ
Βλέπω πως αγαπάτε πολύ τις γυναίκες. Αλλά στη ζωή μείνατε μόνος σας.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Όπως τα λες… Λάτρεψα τις γυναίκες σαν ειδωλολάτρης. Και είχα άδικο.

ΑΥΤΗ
Έχετε όμως πει και κάτι άλλο: Ο άνδρας είναι ο συλλογισμός. Η γυναίκα ο παλμός.

ΑΥΤΟΣ:Ναι, αλλά και κάτι ακόμα για τη γυναίκα: «Το μέγιστον κακό είναι ότι δεν βλέπει παρά το σήμερον, το συμφέρον της στιγμής. Το πάθος της, το πείσμα της, την εκδίκησίν της. Ο έρως ο αληθής είναι εκεί, προ πάντων, εις το οποίον είναι ξένη. Ο έρως δι’ αυτήν είναι λογαριασμός.»

ΑΒΛΙΧΟΣ
Διαβασμένους σας βρίσκω.

ΑΥΤΗ
Άδικο δεν είναι να λέτε πως ο έρωτας για τη γυναίκα είναι λογαριασμός… Πως είμαστε μόνο συμφεροντολόγες; Όχι, δεν μπορώ να το δεχτώ ότι εσείς λέτε κάτι τέτοιο.

ΑΥΤΟΣ
Μάλλον κάποια θα σας πλήγωσε πολύ… Όχι η βασίλισσά σας. Αυτή που σας έκανε να θέλετε να φτάσετε στα άκρα. Ξέρετε τι εννοώ: Μιλώ για την ερωτική σας επιστολή.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Μα εσύ είσαι θρασύτατος.

ΑΥΤΟΣ
Η χθεσινή μαζί σου τσακωμάρα
Μ’ έκαμε τη ζωή να βαρεθώ
Και μού βαλε στο νου να σκοτωθώ
Για να τελειώσει κάθε φαωμάρα…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Και δίχως φόβο και χωρίς τρομάρα
Άρπαξα το ξουράφι να σφαώ
Και τώχα να το χώσω στο λαιμό
Να φύγω από του κόσμου τη λαχτάρα.

Μα δεν ηξεύρω πώς και τι και ποιο
Κι αντί να κάμω τέτοια ανδραγαθία
Εβάρθηκα με μας να ξουρισθώ.

Και πέρασε και τούτη η τρικυμία!
Κι αντί να με θρηνήσης σκοτωμένονε
Θαρθώ να με φιλήσης ξουρισμένονε.

ΑΥΤΗ
΄Ετσι είναι ο έρωτας, περνάει καμμιά φορά, πονάει…και μένει μονάχα ένα παράπονο.

Αχ κάτι γιασεμιά λησμονημένα!
Που ελπίζανε για χάρι τους μεγάλη,
Σε τρυφερά κι αγαπημένα κάλλη
Να μαραθούν επάνω ζηλεμένα!

Άχαρο και θλιμμένο ριζικό τους!
Τα πήρε ο αέρας –τά ‘ριξε στη σκόνη!
Μα εκείθενε με φόβο ξεφυτρώνει
Φτωχό τραγούδι! Το παράπονό τους!

ΑΥΤΟΣΞέρετε πόσα τέτοια θα μπορούσα να σας ψάλλω;

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ίσως επειδή τα ψάλλατε κι εσείς;

ΑΥΤΗ
Ίσως επειδή η μοναξιά είναι τόσο έντονη στο έργο σας. Η μοναξιά, κάποιες ματαιωμένες ελπίδες, χαμένες και διαψευσμένες αγάπες. Μυστικά που οι στίχοι σας δε θα μας αφήσουνε ποτέ να μάθουμε

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ετούτο το ‘γραψα στο mezzo secolo, όταν έκλεισα δηλαδή τα πενήντα μου χρόνια. Μονάχα αυτή την απάντηση έχω να σας δώσω σ’ όλα αυτά που με ρωτάτε:
Πάει το mezzo secolo λοιπόν
Κι ένα σκαλί πατούμε παρακάτου
Πιο ευτυχής ακόμα απ’ το Σαμψών
Δεν έλαβε ο ποιητής τη Δαλιδά του.

Κι ίχνη μονάχα αφίνει των χεριών
Στίχους πτωχούς εδώ, στο πέρασμά του
Τρόπαια πόνων, νότες στεναγμών
Που κρύβουνε συχνά τα μυστικά του.
Αυτό έχω να πω μονάχα. Έχετε κάτι άλλο να κουβεντιάσουμε;

ΑΥΤΟΣ
Ίσως, να παίρναμε τα πράγματα λίγο με τη σειρά…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Πολύ σπανίως η ευθεία γραμμή είναι και ο συντομώτερος δρόμος, ή η ευθεία γραμμή δεν είναι πάντοτε ούτε ο ευθύτερος ούτε ο συντομώτερος δρόμος.

ΑΥΤΗ
Γεννηθήκατε στο Ληξούρι, το 1844…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Βεβαίως… Αισίως έχουν περάσει 166 χρόνια…


ΑΥΤΟΣ
Και σπουδάσατε στο Πετρίτσειο Γυμνάσιο, στο Ληξούρι, στα χρόνια της αγγλοκρατίας. Τ’ αγαπούσατε τα βιβλία, φαντάζομαι.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Τ’ αγαπούσα και τ’αγαπώ. Τα βιβλία και λοιπά γραπτά είναι για τους ανθρώπους όπως τα άνθη για τις μέλισσες. Αυτές από αυτά βγάζουν το μέλι. Οι κηφήνες (μπουμπούλοι) τρώνε μόνον. Όλοι εκείνοι που αρέσκονται να γράφουν και δεν επιθυμούν να διαβαζουν είναι σαν τους πολυλογάδες, που θέλουν μόνον εκείνοι να μιλούν.

ΑΥΤΗ
Έφηβος συναντηθήκατε και με το ριζοσπαστισμό.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ήταν αδύνατο να μη συναντηθούμε. Δάσκαλός μου ήταν ο Θόδωρος Καρούσος, στο Πετρίτσειο. Ο Πανάς, ο Ανδρέας ο Μομφερράτος – όλοι τους ήτανε φίλοι μου. Και τι καβγάδες έχω κάνει με το Λασκαράτο για να υπερασπιστώ τους ριζοσπάστες…Δε λέγεται!

ΑΥΤΟΣΚι ύστερα ξεκινάει ένα μακρύ ταξίδι… Σπουδές στην Ευρώπη… Μεγάλο ταξίδι με πολλούς σταθμούς. Σπουδές που δεν τελειώσατε ποτέ.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Εκείνα που έζησα στην Κεφαλονιά με κάμανε να ταξιδέψω στην Ευρώπη… Όλη εκείνη η φόρα του ριζοσπαστισμού. Η λαχτάρα για αλλαγή. Για την Ένωση από τη μια, αλλά και για την κοινωνική αλλαγή από την άλλη. Ιδέες που έρχονταν στον μικρό μας τόπο από μακρινές επαναστάσεις, στη Γαλλία, στην Ιταλία.. Ήθελα να γνωρίσω από κοντά τις καινούριες ιδέες… Ιδέες που αλλάζανε τον κόσμο -Δεν τελειώνουνε ποτέ αυτές οι σπουδές. Δεν τελειώνουνε με τα διπλώματα.

ΑΥΤΗΚαι πήγατε στη Βέρνη της Ελβετίας… 23 χρόνων – τη χρονιά του μεγάλου σεισμού στην Κεφαλονιά. Τρία χρόνια μετά την Ένωση.

ΑΥΤΟΣ
Κι εκεί γνωρίσατε τον Μιχαήλ Μπακούνιν… Τον μεγάλο θεωρητικό του αναρχισμού. Αυτόν που σας μύησε στην αναρχική θεωρία. Που σας έκανε αναρχικό.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Δε μας κάνουν μονάχα οι άνθρωποι αυτό που είμαστε. Μα ο κόσμος που ζούμε… Η εποχή μας… Έβραζε η Ευρώπη εκείνη την εποχή. Στις μεγάλες πόλεις τα εργοστάσια ήτανε περικυκλωμένα από τις παράγκες των εργατών, που γίνονταν γρανάζια στις μηχανές των πλουσίων για ένα ξεροκόμματο. Το κεφάλαιο θησαύριζε από τη δουλειά τους. Και τα κράτη μονάχα μαζεύανε φόρους και τους ξοδεύανε σε πολέμους και σε μεγαλεία για τους βασιλιάδες. Η εποχή σε κάνει αυτό που είσαι. Και η συνείδησή σου. Αυτή η φωνή που είναι βαθιά μέσα σου και θλίβεται, δε μπορεί ν’ αντέξει την αδικία.

ΑΥΤΟΣ
Αχ, τη συνείδησί μου τη φτωχή!
Συχνά κυττάζοντάς την δακρυσμένη
Της λέω λόγια μέσα αφ’ την ψυχή
Σα μια μικρή παιδούλα αγαπημένη…

ΑΥΤΗ
Αχ! Ποιος καταλαβαίνει τη φωνή
Οπού βαθειάθε βγαίνει πονεμένη!
Παρηγοριά μου, ελπίδα μου ορφανή
Σφόγγισε τη θωριά σου την κλαμμένη.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Γελάει, καγχάζει γύρω σου η κραιπάλη.
Σ’ οικτίρει η ευτυχής υποκρισία,
Που δοξασμένη ζη και βασιλεύει.

Μα εσύ αν μικρά θωρής τα μεγαλεία,
Και μόνο αγάπη ο πόθος σου αν γυρεύη,
Εις τη θερμή μου αναπάψου αγκάλη.

ΑΥΤΟΣΟ Μπακούνιν δεν ήθελε καθόλου κράτος. Ήθελε να εξαφανιστεί. Πίστευε ότι το απόλυτο κακό κρύβεται στην εξουσία. Και η θρησκεία, και οι πόλεμοι, όλα είναι κακά που έρχονται μαζί με το κράτος… Ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να είναι απόλυτα ελεύθεροι, αδέσμευτοι από κάθε περιορισμό. Κι εσείς…. Πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι ο κόσμος θα μπορούσε να λειτουργήσει έτσι;

ΑΒΛΙΧΟΣ
Άκουσε να δεις: Η ελευθερία, παντός είδους ελευθερία, είναι το μεγαλύτερο δώρο της ζωής. Ο άνθρωπος πρέπει να ζητεί την ευτυχία του. Και σε τούτο μονάχα δεν αρκεί να είναι ενάρετος και ηθικός. Πρέπει να αγωνιστεί. Να αγωνιστεί ενάντια στην κακία των άλλων… Πρέπει να παλέψουμε λοιπόν. Κι ο λογικός άνθρωπος δεν είναι εγωιστής. Δε γίνεται τύραννος. Δεν καταχράται της δυνάμεώς του. Δεν τυφλώνεται από τα πάθη του. Αυτή είναι η δικιά μου κοσμοθεωρία.

ΑΥΤΗ
Και η θρησκεία; Έχετε μιλήσει με πολύ σκληρά λόγια…

ΑΥΤΟΣ
Ναι, σ’ εκείνο το χριστουγεννιάτικο ποίημα, που μάλιστα υπογράψατε ως «Αναρχικός» στο «Ζιζάνιον».

ΑΒΛΙΧΟΣ
Στη φάτνη των χτηνών Χριστός γεννάται
Χωρίς της επιστήμης συνδρομή
Η θεία φύσις κάνει για μαμή
Κι’ ό δράκος, σαν αρνί, Θεός κοιμάται.

Αύριον άντρας σα ληστής κρεμάται
-Νέα του κόσμου θέλει οικοδομή-
Σταυρό του δίνει ο Νόμος πληρωμή
Πλην άγιο φως στον τάφο του γεννάται.

Διάκοι του Βάαλ, δεν είναι δικος σας
Αυτός της φάτνης ο φτωχός Χριστός,
Που εκήρυξε για νόμο του τη χάρι,

Εσάς, τιμή σας μόνη το στιχάρι
Πομπές, θεοπομπές το ιδανικό σας,
Κι είν’ ο θεός σας σαν και σας, μιαρός.
Εσείς τι καταλαβαίνετε από αυτό το ποίημα;

ΑΥΤΗ
-Νέα του κόσμου θέλει οικοδομή- Γι’ αυτό σταυρώθηκε.
ΑΒΛΙΧΟΣ
Κι εγώ. Νέα του κόσμου οικοδομή.Κάποτε είχα πει πως ουδεμία θρησκεία πρεσβεύω. Είμαι όμως χριστιανός. Οι άλλες θρησκείες είναι δεσμός της ανθρωπότητας, ο Χριστιανισμός όμως είναι εναγκαλισμος της ανθρωπότητας. Σας αρκεί αυτή η απάντηση;

ΑΥΤΟΣ
Γι’ αυτό κάποιοι σας λένε λίγο αναρχικό και λίγο αριστοκράτη.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Αυτό το έχω ξανακούσει. Λοιπόν, σου λέω ότι αυτό ότι εν μέρει το βεβαιώνω και εν μέρει το αρνούμαι, διότι η αναρχία είναι άκρατος αριστοκρατία. Και άκρατος. Και αριστοκρατία.

ΑΥΤΟΣΤι σημαίνει τελικά για σας η αναρχία;

ΑΒΛΙΧΟΣ
Οι άνθρωποι είναι δεμένοι με τις προλήψεις. Έναν έναν πρέπει να τους λύσεις. Για να λυθεί όμως κάποιος από τις προλήψεις, πρέπει να το θέλει και αυτός ο ίδιος. Αυτό είναι η αναρχία.

ΑΥΤΗ
Μήπως όλα αυτά ήταν μονάχα ένα όραμα; Μήπως όλα ήτανε μάταια; Πήγατε και στο Παρίσι… Στον καιρό της Κομμούνας του Παρισιού, το 1871. Και είδατε πού κατέληξε…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Σε όσους το λένε αυτό έχω μονάχα μία απάντηση: Όσοι δεν εννοούν τον σοσιαλισμόν ομοιάζουν με όσους δεν εννοούσαν τον ηλεκτρισμόν. Ήτανε συγκλονιστικές εκείνες οι στιγμές…

ΑΥΤΟΣ
Μα δε γράψατε ποτέ γι’ αυτές. Δε σκεφτήκατε πως κι εμείς θα θέλαμε να μάθουμε τι συνέβη εκείνες τις μέρες που ο κόσμος πήγαινε ν’ αλλάξει… Και δεν άλλαξε.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ποιος είπε πως δεν άλλαξε; Διαρκώς αλλάζει ο κόσμος.
Η γνώση και μονάχη να μιλή
Δίκιο θαν είχε για το κάθε τι,
Μα ο κόσμος δεν τ’ ακούει και πηλαλάει
Κι ο πώχει τη φωνή πιο δυνατή
Εκείνος και στερνά πάντα νικάει
Τιμόνι που τον κόσμο κυβερνάει!
Οι νικητές γράφουν την Ιστορία. Μάθετε όσα θέλετε από τα δικά τους τα γραφτά. Αν διαβάσετε ανάμεσα στις γραμμές, θα βρείτε την αλήθεια. Όχι μονάχα τη δικιά τους αλήθεια. Γιατί η Ιστορία προχωρεί ανεξάρτητα από τις βουλές τους.

ΑΥΤΗ
Κι ένα χρόνο μετά πήγατε στην Αθήνα, προσπαθώντας να ιδρύσετε έναν πολιτικό σύλλογο. Όλα αυτά τα γεγονότα λοιπόν σας επηρέασαν.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ο σπόρος του αναρχισμού είχε περάσει σιγά σιγά και στην Ελλάδα. Όχι μονάχος του. Μαζί με όλες τις καινούριες ιδέες… εκείνες που γεννιούνταν στους δρόμους και στα στέκια των εργατών… Άλλαζε κι η Ελλάδα. Πιο αργά, άλλαζε όμως.

ΑΥΤΟΣ
Ήρθατε με φόρα για δράση – μα αυτή σας η προσπάθεια φαίνεται πως δεν πέτυχε. Δεν τα βρήκατε όλοι εσείς – ή μήπως δεν ήτανε πρόσφορο το έδαφος; Έχω διαβάσει κάτι θυμωμένα σας γράμματα…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Μα εσύ δεν έχεις ούτε ιερό ούτε όσιο. Τέλος πάντων… Στην Ελλάδα είμαστε μόνο δύο κατηγορίες ανθρώπων, εκείνοι που μιλούν και γράφουν και εκείνοι που ακούουν. Κανένας δεν επιχειρεί να κάμει τίποτε από όσα λέγει ή γράφει. Πουλάμε λόγια. Λόγια. Λόγια. Άλλοι τα αγοράζουν. Όλα πασατέμπο, για να σκοτώνουμε τις ώρες μας. Λέγονται πολλά και γράφονται περισσότερα. Ένα πράγμα χρειάζεται. Χρειαζόμαστε νου. Και ο νους είναι εργασία. Και της εργασίας το θεμέλιο είναι η πάστρα. Η καθαριότητα. Απ’ αυτήν πρέπει να αρχίσουμε.

ΑΥΤΗ
Απογοητευτήκατε από την Ελλάδα… Κάποιες φορές την αποκαλέσατε «Βρωμέικο».

ΑΒΛΙΧΟΣ
Όποιος θέλει να φτιάξει την Ελλάδα να κοιτάξει να φτιάξει προ πάντων, ή τουλάχιστο να μη χαλάσει τον εαυτό του. Και για την Ελλάδα πρέπει να αποβλέπουμε στο είναι. Στο είναι, και όχι στο θεαθήναι.

ΑΥΤΟΣ
Και γυρίσατε απογοητευμένος στην Κεφαλονιά. Και μετά, σωπάσατε… Στα τριάντα τέσσερά σας χρόνια γυρίσατε πίσω. Κι από τότε, δεν ξανακινηθήκατε… Όλη αυτή η ορμή, όλη αυτή η δύναμη από τα ταξίδια σας, φαίνεται πως έσβησε μόλις γυρίσατε στην Ελλάδα.

ΑΥΤΗ
Δεν είσαστε πολύ νέος για να τα παρατήσετε; Εννοώ, να σταματήσετε την πολιτική σας δράση. Γιατί συνεχίσατε με το λόγο, με την ποίηση.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Κι αυτό το έχω ξανακούσει. Σου λέει: Ο Μικελάκης είναι όλο λόγια και μόνον λόγια. Απάντησις. Υπάρχουν λόγια και λόγια, λόγια που παράγουν πράγματα και έργα. Και έργα και πράγματα μόνον για να γίνεται λόγος, λόγια που είναι μόνον φως, και λόγια που είναι μόνον καπνός. Εξάλλου, το είπανε και οι γραφές, εάν δεν πέσει ο σπόρος στη γη και πεθάνει, ή μάλλον αν δεν ταφεί, δεν θα βλαστήσει. Έτσι και η ενέργεια πρέπει να είναι αθόρυβη για να είναι αποτελεσματική. Η φύση είναι διδάσκαλος.

ΑΥΤΟΣ
Και κάνατε όπλο σας τη σάτιρα. Φαίνεται πως και στην Κεφαλονιά βρήκατε πρόσφορο έδαφος…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ξεκίνησα να γράφω ένα μεγάλο ποίημα… Δεν πρόλαβα.

ΑΥΤΗ
Την «Πινακοθήκη της Κολάσεως». Σας πρόλαβε ο θάνατος, όμως. Η πινακοθήκη έμεινε ατέλειωτη.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Θυμάσαι το προοίμιο; Τώρα να σε δω…

ΑΥΤΟΣ
Την κόλαση με εικόνες να στολίση
Εμπήκε στου διαβόλου το κεφάλι
Κ’ εγύρισε τον κόσμο να ζητήση
Πρόσωπα, που ν’ αρμόζη εκεί να βάλη

ΑΒΛΙΧΟΣ
Μα πουθενά δεν ηύρε να εκτιμήση
Κακίας βάθος, που να κάνη ζάλη
Σα στην Κεφαλονιά, και ν’ αγαπήση
Ψυχές σατανικές, φρικώδη κάλλη.

Κι’ αγγάρεψε κι εμέ φτωχό ζωγράφο
Που κάπου είχε δική μου ιδή δουλειά
Για της πινακοθήκης τον τεχνίτη

Γι’ αυτό με πίσσα και με θειάφι γράφω
Κ’ η Μούσα μου στον άχαρο μπελιά
Με την κακή μου τύχη κλαίει και φρίττει.

ΑΥΤΗ
Λίγο σκληρά δε μιλάτε για την πατρίδα σας;… Γράφετε «με πίσσα και με θειάφι»… Μού φαίνεται πως αυτό είναι το όπλο σας, από την ώρα που γυρίσατε στην Κεφαλονιά. Αυτή είναι η δικιά σας κομμούνα – η γραφή σας.

ΑΥΤΟΣΗ σάτιρα. Αυτό που έκανε και τον Λασκαράτο γνωστό ως τις μέρες μας. Αυτό που χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία στην Κεφαλονιά.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ώρες ώρες το πιστεύω… Στη σάτιρα την έμπνευση τη δίνει η αηδία. Για τον κόσμο έτσι όπως κατάντησε. Στην πινακοθήκη της κολάσεως πρωταγωνίστρια είναι η αηδία

Κ’ εσύ αηδία έμπνευση μου δίνεις
Σε τούτα δω τα λόγια που αραδιάζεις
Μαύρη χολή από τους στίχους βγάζεις
Βόηθα τη ρίμα κ’ έρμο μη μ’ αφίνεις.
Τ’ άσμα σου ψάλλω εκ βαθέων ψυχής
Που εγνώρισα του κόσμου τα σιχάματα
Κ’ είμαι για τούτο κάπως ευτυχής,
Που δεν προσφεύγω σε γελοία κλάμματα.
Και πού να στρέψω δίχως εμπροστά μου
Εσύ να μη φανής Θεά αηδία!
Εσύ, πώχεις γεμάτη την καρδιά μου;

ΑΥΤΗ
Το κακό χρειάζεται απάντηση – τη δίνει η σάτιρα… Που με τη σειρά της τη γεννάει η αηδία μας απέναντι στο κακό… Μα πρέπει να έχουμε μάτια να το δούμε… Και να καταλάβουμε τον σατιρικό ποιητή. Κι η σάτιρα τότε τρυπώνει μέσα στο κακό, το διαβρώνει, το κάνει σκόνη…

ΑΥΤΟΣ
Αφού εμείς προηγουμένως ως κοινωνία έχουμε κάνει σκόνη τον σατιρικό ποιητή…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Αυτό είναι απολύτως φυσικό. Γιατί οι τροχοί επάνω στους οποίους κινείται ο ελληνικός κόσμος είναι δυο: φαγωμάρα και φιλαργυρία. Ιδέα κοινού συμφέροντος δεν υπάρχει. Ο καθένας για πάρτη του.

ΑΥΤΗΜιλήσατε πολύ σκληρά για τους ανθρώπους. Δεν σας ενδιέφερε ποτέ να είστε αρεστός στους άλλους… Με αμείλικτο τρόπο στηλιτεύσατε τους χαμερπείς:

ΑΥΤΟΣ
Πρόθυμος δυνατούς να μαμουρεύης
Στέκεις εμπρός τους σαν πιστό σκυλί
Σκυμμένος μαζωμένος να μαντεύης
Αν έχουν να σου δώσουν προσταγή.

Κι ενώ βαθειά τα μάτια βασιλεύης
Δείχνοντας και με τούτο υποταγή
Το στόμα ανοίγεις για να κολακεύης
Και για να τρως μονάχα χαμερπή.

ΑΥΤΗ
Χαμογελάς στα μούτρα που γελούνε,
Σουφρώνεσαι εμπρός στους σοβαρούς,
Και συμφωνάς εις ό,τι κι αν γροικησης·

Και μ’ όλα αυτά πολλοί θα σε φθονούνε
Πώχεις προστάτες φίλους δυνατούς
Και ξέρεις στον αιώνα μας να ζήσης.

ΑΥΤΟΣ
Μα εσείς ποτέ δε χαριστήκατε σε κανέναν. Δε διστάζατε να χτυπάτε εκεί που πόναγε, και να αδιαφορείτε για το τίμημα.

ΑΒΛΙΧΟΣΚριτής εαυτού κανείς. Ο δίκαιος αδικεί τον εαυτό του. Ο άδικος αδικεί τον άλλον.

ΑΥΤΗ
Στηλιτεύσατε την προγονοπληξία που χαρακτήριζε την Ελλάδα εκείνη την εποχή – πάλι πήγατε κόντρα στο ρεύμα…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Αρχαίοι εσμέν με τις Ελληνικούρες
Με τον Δωδέκατόν μας Βυζαντίνοι
Και βάζοντας στον Τύπο το μενού
Δειχνόμαστε Ευρωπαίοι όντες φίνοι
Κι αληθινοί Πολιτισμένοι Γάλλοι·
Άνθρωποι, αληθείς καρικατούρες
Που προς το θεαθήναι έχουν το νου
Πίθηκοι στα έργα, στα λόγια παπαγάλλοι.

ΑΥΤΟΣ
Η Ελλάδα του τότε… Μήπως και η Ελλάδα του σήμερα;

ΑΥΤΗ
Φιλαργυρία, ψεύτικη φιλοπατρία, κακολογία – όλα τα δεινά της εποχής… Εσείς τα χτυπήσατε, σήμερα ακόμα προσπαθεί η χώρα να τα ξεριζώσει από πάνω της.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Μην ανησυχείτε. Θα τα ξεριζώσει, τώρα που έρχονται εκλογές. Ακούστε αυτή την ιστορία:

Ο Μαντζουράνης υποψήφιος εν Κεφαλληνία.

Ένας στην Αλεξάνδρεια ξακουσμένος,
Που επλούτησε στο τζόγο με καρπιαίς,
Μας ήρθε κολονάτα φορτωμένος
Για βουλευτής στις νέαις εκλογαίς.
Κι έξω ντελάλι βγάνει και φωνάζει
«Για πούλημα ποιος είναι στα χωριά
Ο Μαντζουράνης ψήφους αγοράζει
Και τους πληρώνει κι όλα στα γερά!»
Κεφαλωνίτες, αν στο πρόσωπό σας
Φιλότιμο υπάρχει κι ανθρωπιά.
Αποκριθήτε με το φάσκελό σας
Σε κείνον που σας πήρε για τραγιά.
Της Σάμης χωρικοί, Πλαρνοί, Ρισιάνοι
Πετάξτε του στα μούτρα ταις δραχμαίς
Δείξτε του στην τιμή πως δε σας φτάνει
Και σεις πληρώσετέ τον με φτυσιαίς.

ΑΥΤΟΣ
Σκληρές κουβέντες.

ΑΥΤΗ
Μα η σάτιρα πρέπει να είναι σκληρή.

ΑΥΤΟΣ
Θ’ αλλάξει άραγε ποτέ η Ελλάδα;

ΑΒΛΙΧΟΣ
Λάμνουμε τόσους χρόνους χωρίς τιμόνι. Όταν έπειτα από τόσον καιρό ανανοηθήκαμε πώς είμαστε ακόμη κοντά στο περιγιάλι, μας εφάνη παράδοξον. Φαίνεται ότι μία από τις φυσικές κλίσεις του ανθρώπου είναι η αγάπη, ο πόθος της εξουσίας, η αρχομανία, ίσως η ισχυρότερη μετά από τις σαρκικές ορμές. Το κουμάντο έρχεται και τούτο, όπως η αγάπη των χρημάτων, αφού με τα χρήματα εξασφαλίζει και αγοράζει κανείς κάθε πράγμα. Και με την εξουσία πάλι μπορεί κανείς να αποκτήσει και το χρήμα, και πολλά να εξασφαλίσει.

ΑΥΤΗ
Έχετε μιλήσει και για τα φιλαργυρία.

ΑΥΤΟΣ:
Σαν το Χριστό κ’ η φύση αναστημένη
Στοργή και ζέσι ολόγυρα σκορπάει,
Είναι του πάγου η πλάκα κυλισμένη
Κι από χαρά πάσα πνοή σκιρτάει.
Κι αγάλλεται όλη η πλάση ερωτεμένη
Και την ανάστασί της τραγουδάει!
Κ’ ευωδιάζει η πασχαλιά ανθισμένη
Κι ολούθε αγάπης φίλημα αντηχάει·

ΑΥΤΗ
Μόνον Ιούδα εσύ τ’ αργύριά σου
Μετράς – και δεν ευρίσκεις τη χαρά
Μήτε σ’ αυτά, και γι’ άλλα διψασμένος.

Ρίψτα λοιπόν και πήγαινε… κρεμάσου…
Θα σε δεχτή κουνώντας την ουρά
Ο Μαμωνάς στον Άδη, ενθουσιασμένος.

ΑΥΤΟΣ
Ξέρετε, και σήμερα έχουμε πολλούς Ιούδες.. Που μετρούν και εισπράττουν αργύρια, κι άλλους, πολύ πιο πολλούς, που πληρώνουν αυτή τους τη λαιμαργία.

ΑΥΤΗ
Κι έχουμε και την Ευρώπη, τους συμμάχους μας, που μας επέβαλε μέτρα οικονομικά, λένε, για το καλό μας. Όπως κάνανε και στα χρόνια σας οι σύμμαχοί μας. Τίποτα δεν έχει αλλάξει.

ΑΥΤΟΣΣαν να γράφτηκαν σήμερα τα ποιήματά σας… Γι’ αυτό θέλαμε να σας μιλήσουμε. Γι’ αυτό θέλαμε ν’ ακουστεί η φωνή σας. Έχουμε ανάγκη από μια «κραυγή περί δικαίου»
ΑΒΛΙΧΟΣ
Αφού κατά βαρβάρων Γερμανών
Δεν θέλησε η Ελλάς να πολεμήση
Δίκαιον βρίσκω τον αποκλεισμόν
Και δίκαιον από πείνα να ψοφήση

Μα το φτωχό το ζώον να πεθαίνη
Της πείνας, για δική μας μοχθηρία
Σκεφθήτε το Λαοί πολιτισμένοι·
Σ’ αυτό, φοβούμαι, γίνεται αδικία.

Σεις έχετε εταιρείες για τα ζώα…
Ερεύξομαι προς ταύτας μετά θάρρους
Ερρέτω ο πταίστης – σώσατε τ’ αθώα
Τ’ άλογα, τα μουλάρια τους γαϊδάρους

Δίκαιον όμως ο οίκτος ν’ απλωθή
Κ’ εις τους εκ του ποιμνίου του Μεσσία,
Κι αθώους κι αυτούς, δικαίως να τους δεχτή
Στην κιβωτό της μέσα η ευσπλαχνία.

Μα θαρρώ πως πρέπει να φύγω. Ωραία ήταν η κουβέντα σας. Σαν τον παλιό καλό καιρό.

ΑΥΤΟΣ
Μια χάρη ακόμα.

ΑΥΤΗ
Ναι, μια χάρη, τελευταία.
ΑΥΤΟΣΘα ‘ θελα να μας πειτε τι σας έπιασε και σατιρίσατε τον Βαλαωρίτη… Τότε, που γράψατε τον «Αμανέ»

ΑΒΛΙΧΟΣ
Αυτό ο φίλος μου ο Παναγάκης ο Πανάς επήγε και το δημοσίευσε χωρίς την άδειά μου. Αλλά, ας είναι. Γιατί, απαγορεύεται;

ΑΥΤΟΣ
Μα έναν τόσο μεγάλο ποιητή…. Δε σας συγκινεί η εικόνα του Γρηγορίου του Πέμπτου, δεν σας συναρπάζει το
«Πώς μας θωρείς ακίνητος;... Πού τρέχει ο λογισμός σου,
τα φτερωτά σου τα όνειρα;... Γιατί στο μέτωπο σου
να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσαις χρυσαίς αχτίδες,
όσαις μας δίδ' η όψη σου παρηγοριαίς κ' ελπίδες;...?»

ΑΒΛΙΧΟΣ (συνεχίζει)
Πώς μας θωρείς σαν άλαλος; Πού τρέχει το μυαλό σου;
Η φτερωταίς ελπίδες σου της δόξας … τ’ όνειρό σου
Ακόμη δεν ξεδούλιανε; Ακόμη δεν σε φθάνει
Αυτήνο το περήφανο του Παρνασσού στεφάνι
Που με λαχτάρα σώδωσαν, η νέα γενεά μας,
Η άδολη νεότης μας, τ’ αθώα τα παιδιά μας;

Και τα βουνά μας, ως κι αυτά που πάσχουνε πληθώρα
Και χύσαν αίμα, ίδρωτα… εκείνηνε την ώρα
Που ακούσαν το μπουζούκι σου τους ήλθε κάτι πράμα
Σαν αποκάτου… οχ την βαθειά χαρά και θλίψι αντάμα,
Π’ ακόμη δεν συνήρθανε και είναι κρύα κρύα
Σαν μαύρου τάφου μάρμαρο και πάσχουνε αναιμία.

Κ’ η ελληνίδες φώκιες μας, που πλένε ‘ς τα νερά μας
Και που κη αυταίς αισθάνουνται την εθνικότητά μας,
Όταν μ’ εκείνη την φωνή τους στίχους σ’ αγροικήσαν
Όλαις επάνω ‘ς τον αφρό σαν σαϊτάρια εχύσαν,
Εσκώσαν το κεφάλι του, ετέντωσαν τα’ αυτιά τους
Κι απ’ την πολλή συγκίνησι, εχλώμιασε’ η θωριά τους.

Βλέπετε να κάνω καμία σάτιρα; Εγώ υμνώ το μεγαλείο του εθνικού μας ποιητού Βαλαωρίτη… Αλλά…να σας πω, σαν να πέρασε η ώρα… Πρέπει να πάω σπίτι μου… Ο άλλος ο Μικέλης θα έχει έτοιμο το γιόμα.. Κι έχω να του ψάλλω και μερικά που πήγε και σας έδωσε τα χειρόγραφά μου…

ΑΥΤΟΣ
Θα μας τα δώσετε πίσω;

ΑΥΤΗ
Η φωνή σας πρέπει και τώρα ν’ ακουστεί… Ο κόσμος μας δεν έχει αλλάξει. Καθόλου δεν άλλαξε…

ΑΒΛΙΧΟΣ (μικρή παύση. – το σκέφτεται)
Τι τα θέλεις; Αφού τα έχεις εκεί μέσα…

ΑΥΤΟΣ
Θέλω να θυμούνται οι επόμενοι πως τα γράψατε πάνω σε μικρά, λερωμένα, μουτζουρωμένα κομμάτια χαρτί… Πως η ποίηση γεννιέται με πόνο, με φτώχια, με στέρηση, με πολύ απλά υλικά… Και πως αυτά τα κουρελιασμένα χαρτάκια μπορούν να μας μιλήσουν κατευθείαν στην ψυχή, όσα χρόνια κι αν έχουνε περάσει.

ΑΒΛΙΧΟΣ
(τα δίνει στην κοπέλα)
Ορίστε. Αλλά εγώ πρέπει να φύγω…

ΑΥΤΟΣ
Ευχαριστούμε. Ήταν μεγάλη τιμή…

ΑΥΤΗ
Δεν θα σας λησμονήσουμε.

ΑΒΛΙΧΟΣ(κάνει να φύγει, βλέπει τα λουλούδια)
Κάποτε δεν πρόλαβα να τα μοιράσω… Φρέσκα μου φαίνονται ακόμη, ζωντανά. (στο κοινό). Θα τα μοιραστώ μαζί σας… Τούτη τη φορά, ελπίζω να τα καταφέρω (Κατεβαίνει στο κοινό και μοιράζει ένα ένα τα λουλούδια. Την ίδια στιγμή)

ΑΥΤΗ Απαγγέλλει την ώρα που μοιράζει τα λουλούδια
Για αντίδοτο στου κόσμου τα κακά.
Πρόνοια σπλαχνική κι αγαπημένη
Χαρίζει αστέρια, μάτια θελκτικά.
Σ’ αυτά κ’ η Δόξα κλίνει θαμπωμένη.
Μα ο στίχος που απ’ τη λάμψι τους φωτίζεται
Με πόθο στη θωριά τους καθρεφτίζεται.
ΤΕΛΟΣ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά