Ο προσκυνητής της άμμου


Μέσα στο κάμα, διαλυμένος και στεγνός, μαζεύει τις σκέψεις του, αμμόκοκκους στη χούφτα. Σκορπούν. Στις κλειδώσεις των δαχτύλων, στα κοιλώματα της παλάμης, μένουν ελάχιστες καφετιές κουκίδες... Ο ιδρώτας του τις κρατάει κολλημένες εκεί. Τον γαργαλούν και τον πονούν.

Ο παράδεισός του, ένας κήπος μέσα στη βροχή. Με τα χρυσάνθεμα του Οκτώβρη να θάλλουν, ν' αντέχουν το βάρος από τις σταγόνες. Τόσο μακριά. Κι ο κήπος. Κι η βροχή. Εδώ, μόνο άμμος. Κοιτάει γύρω του. Κοιτάει και τη χούφτα του... Τα βλέπεις, τα ψίχουλά σου, μπροστά στο σύμπαν; «Τα βλέπω, αλλά τώρα διψώ.»

Κι η τύχη του, μια τρεχάλα πίσω από μια χίμαιρα. Ωραία τρεχάλα. Ατέλειωτη.

Θα το βρεις το νερό. Πέρα, μακριά από τους αμμόλοφους.

Σκιά... σκιά... Καμμιά. Δέντρα, πουθενά. Άμμος, μονάχα άμμος και μια ελπίδα στην καρδιά. Ούτε φαΐ, ούτε λεφτά. Μονάχα ελπίδα. Αβέβαια, σκοτεινά τα μελλούμενα... Μέσα σε τόσο φως...

Μα να ξάφνου μια όχθη ν' αχνολάμπει - γαλάζιο, γαλάζιο μέσα στο απέραντο χρυσάφι! Κι απ' την άλλη όχθη, χώμα, χώμα πλούσιο, εύφορη γη, γεμάτη λουλούδια.

Ο κήπος. Άνθρωπε της άμμου, τέλειωσε το ταξίδι!

Εκείνες τις ύστατες στιγμές πριν γευτείς το νερό, η δίψα (ή η λαχτάρα) έχει γίνει πια τόσο κολοσσιαία, που δεν μπορείς να την αντέξεις... Ορμάς, άνθρωπε της άμμου, ορμάς, πρώτα να ξεδιψάσεις τα χείλια σου, κι έπειτα να χαρείς τα χρώματα του κήπου. Πρώτα να γευτείς κάτι που δεν έχει γεύση. Κι έπειτα να χαρείς τα χρώματα, εσύ, που δεν ξέρεις άλλο χρώμα από της άμμου.

Σκέφτεσαι την ώρα που θα καθρεφτιστείς στο νερό, την ώρα που τα χείλια και τα' ακροδάχτυλά σου θα υγρανθούν από την πηγή της ελευθερίας. Ορμάς, τα πόδια σου βγάζουνε φτερά.

Μα, αλίμονο, άμμος... Άμμος... ΑΜΜΟΣ ήτανε το νερό, άμμος κι ο κήπος... Τα μάτια σου, αντί να καθρεφτίσουν τη μορφή σου, γεμίζουνε με άμμο, κι οι παλάμες σου με μερικούς ακόμη κολλημένους κόκκους...

Πας να κλάψεις μα δεν έχεις δάκρυα. Φρόντισε η έρημος.

Πάς να φωνάξεις, μα σε πνίγει η σκόνη.

Σηκώνεσαι. Σε βλέπω.... Παίρνεις το δρόμο σου ξανά... Άλλού είναι η πηγή της ελευθερίας.

Κι αρχίζει ξανά το ταξίδι. Κύκλος, ευθεία, ποιος ξέρει; Ταξίδι... Μηχανικά βάζεις τα χέρια πάνω από τα μάτια. Πού να πάς; Πώς να κρυφτείς από τον ήλιο;

Κάτι σιγοψιθυρίζεις... Συριστικό, με το στόμα μισόκλειστο, μέσα από το μαντήλι σου.

Άσε με ν' ακούσω. Άσε με ν' ακούσω, σε παρακαλώ!


[ Ήταν ένα διακειμενικό παιχνίδι - "διάλογος" με τους γαλλικούς στίχους του γνωστού τραγουδιού της Dalida "Salma ya Salama"]


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά