Όταν ήμουν πιτσιρίκι...


.. η τηλεόραση είχε μόνο δυο κανάλια, που ξεκινούσαν στις 5.00 το απόγευμα και τέλειωναν στις 12.00

... η τηλεόρασή μας ήταν ασπρόμαυρη

... για να πάρουμε τηλέφωνο έπρεπε να πάμε στο μαγαζί του χωριού (με την συχωρεμένη πια μπακάλισσα από κοντά να ακούει όλες τις συνδιαλέξεις).

... το σχολείο μου είχε ένα δάσκαλο και δώδεκα μαθητές. Όλο το σχολείο.

... το ηλεκτρικό κοβόταν πολύ συχνά... Εξαιτίας του έχασα το τελευταίο επεισόδιο της Μάγιας της Μέλισσας και την επόμενη μέρα κλαίγαμε όλοι μαζί στο σχολείο.

... το νερό ερχόταν κάθε δυο-τρεις μέρες για μια-δυο ώρες. Έπρεπε να γεμίσουν τα βαρέλια και να ποτιστούν όλα μέχρι να τελειώσει.

... ο δάσκαλος έμενε στο χωριό και του κάναμε το τραπέζι εκ περιτροπής.

... περιμέναμε πώς και πώς τον πατέρα να πάει στην πρωτεύουσα για ψώνια και να μας φέρει περιοδικά.

... η μαμά διάβαζε «Πάνθεον» (πολύ φεμινιστικό) και «Γυναίκα». Εγώ διάβαζα «Μπλεκ» και «Αγόρι» (πιο παλιά Μίκυ Μάους, Σεραφίνο, Ποπάϋ, Τιραμόλα).

... κάποτε (πρέπει να ήμουν 8 ή 9) κάτω από τον Μπλεκ και το Αγόρι, στο σημείωμα με τις παραγγελίες μου, του έγραψα και έναν μεγαλύτερο τίτλο: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»).

... όταν η μαμά (ποτέ ο μπαμπάς) μας έπαιρνε στην πρωτεύουσα ή στο δικό της χωριό (που είχε θάλασσα) με οδηγό τον Μπάρμπα Νώντα, χαλάγαμε τον κόσμο, γιατί εμείς δεν είχαμε δικό μας αυτοκίνητο, αλλά μόνο ένα γάιδαρο, τη Τζίνα. Το ίδιο όταν ο θείος Τάκης μας έπαιρνε βόλτες και μας έβαζε στο πίσω μέρος της μπλε κλούβας του. Είναι ζήτημα αν υπήρχαν 10 αμάξια σε όλο το χωριό, κι αυτά κλούβες, ή αγροτικά.

...στην Τετάρτη η δασκάλα μας κατέβασε το Χριστό από τον τοίχο και ανέβασε έναν συμπαθή κύριο με μούσια που τον έλεγαν Άρη. Ήταν 1982 - ήμασταν τα παιδιά της Αλλαγής.

... η ίδια αυτή δασκάλα μας (από τις αγαπημένες μου) κάποτε, όταν τη ρώτησε η μαμά μου για το γιόκα της, της είπε: «Έχει το διάολο μέσα του». (τότε στενοχωρήθηκα κάπως, αλλά μετά από πολλά χρόνια κατάλαβα ότι η κυρία Ντίνα είχε δίκιο).

... ακούγαμε μαζί με τη μαμά «Κάθε μέρα παντού» στο Δεύτερο Πρόγραμμα, και αργότερα Γιάννη Πετρίδη από τις 4 στις 5 στο Πρώτο Πρόγραμμα.

... το ραδιόφωνο στην αρχή έπαιζε μόνο στα μεσαία. Εκεί ακούγαμε την ελληνική εκπομπή του ραδιοφώνου της Αλβανίας και ζηλεύαμε που εκεί τα παιδάκια περνούσαν τόσο καλά, και οι άνθρωποι ήταν ευτυχισμένοι, ενώ εμείς κρυώναμε στο σχολείο και είχαμε βάλει την εικόνα του Καραϊσκάκη πάνω στο σπασμένο τζάμι.

... ακούγαμε και βραχέα: Casey Casem, America's top 40, στη Φωνή της Αμερικής, με ένα ψαλίδι πάνω στην κεραία του ραδιοφώνου, για να πιάνει καλά.

... πίστευα πως ήμασταν πολύ πλούσιοι (γιατί εμείς είχαμε βιβλία, περιοδικά και τη Τζίνα, κι ας δούλευε ο πατέρας μεροκάματο μέχρι το βράδυ) και καλούσα όλα τα παιδάκια στο σπίτι για φαγητό. Όταν ο παπάς διάβαζε τους άρτους στην εκκλησία και έψελνε «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν» προσευχόμουνα μέσα μου «Παναγίτσα μου, κάνε να μη φτωχύνουμε ποτέ».

... ήμουν ένα πολύ ευτυχισμένο πιτσιρίκι. Γιατί είχα ό,τι ήθελα. Αγάπη, αυλή και κήπο, βιβλία, μπάνια στη θάλασσα, αγάπη, αγάπη, αγάπη....

[Αν ένα σημερινό πιτσιρίκι, με κινητό, ευρυζωνική σύνδεση κλπ. κλπ. διαβάσει όλα αυτά, θα νομίσει ότι συνέβαιναν διακόσια χρόνια πριν... Το ίδιο νομίζω κι εγώ...Αλλά πιστεύω κι εύχομαι ότι η ίδια η ζωή θα μας ξαναγυρίσει σε πιο αθώα πράγματα...]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40