"Τι είναι η διάρρηξη μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας;" [B. Brecht]

Πάλι ανατρέχω σ' ένα παλιό κείμενο... Είχε δημοσιευτεί το 2008, 15 Οκτωβρίου, στο παλιό μου ιστολόγιο.. Τότε η διεθνής κοινότητα σειόταν από την οικονομική κρίση και η χώρα μας κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου καθώς οι κυβερνώντες μάς διαβεβαίωναν ότι η "ισχυρή" μας χώρα είναι απολύτως θωρακισμένη απέναντι σ' αυτή τη διεθνή λαίλαπα, ότι δεν κινδυνεύει. Τότε κι εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ τί θα συνέβαινε στη δικιά μου χώρα, λιγότερο από δύο χρόνια μετά. Αν κάποιος μού έλεγε ότι θα είχαν συμβει όλα αυτά που ζήσαμε από το πρώτο μνημόνιο ώς σήμερα, σίγουρα θα τον αναγόρευα υποψήφιο για βραβείο sci-fi λογοτεχνίας. Τα ζήσαμε όμως όλα αυτά. Και τα ζούμε. Έτσι, σκάλισα τον σκληρό μου δίσκο και ανεβάζω ξανά αυτό το κείμενο ακριβώς όπως ήταν τότε, αφού θα μπορούσα να το είχα γράψει έτσι και σήμερα που μιλάμε... Το χειρότερο απ' όλα είναι ότι και τότε, αλλά και πριν φύγω από την Αθήνα, υπήρχαν άνθρωποι, όχι τόσο πολλοί, που ζούσαν στα χαρτοκιβώτια και έψαχναν στα σκουπίδια. Αλλά τότε δεν τους έβλεπε κανένας. Γιατί τότε δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τον εαυτό μας στη θέση τους. Τώρα;


[15 Οκτωβρίου 2008]

Το ομολογώ. Ένας από τους λόγους που έφυγα από την Αθήνα ήταν ότι δεν μπορούσα να αντέξω την εικόνα της δυστυχίας. Τους ανθρώπους που έψαχναν στα σκουπίδια ή που κοιμούνταν στα χαρτοκιβώτια ή τις μάνες με τα αποκοιμισμένα παιδάκια στη χλαλοή των κεντρικών πεζοδρομίων. Ήρθα στο νησί, που συγκριτικά είναι πιο καλοζωισμένο (ή τουλάχιστον δεν έχει τόσο τεράστιες αντιθέσεις), μα οι εικόνες που ήθελα να ξεχάσω τρύπωσαν εντός μου, σαν αποσκευές.

Η ξιπασμένη νιότη μου δεν μπορούσε στην αρχή να αποδεχτεί την έννοια της φτώχειας, στα τέλη του 20ού αιώνος. Ακόμα κι όταν, μπατίρης φοιτητής, ένα μεσημέρι μέτρησα ακριβώς 75 δραχμές να έχουν απομείνει στην τσέπη μου, ένιωσα ανακούφιση. Γιατί μ' αυτές τις 75 δραχμές μπορούσα να πάρω εισιτήριο για να πάω σπίτι. Γιατί εγώ είχα ένα σπίτι για να πάω. Είχα - κι έχω, ανθρώπους πλάι μου. Αυτό αυτομάτως μ' έκανε πλούσιο. Μονάχα εμένα, όμως. Εγώ πάντα ήμουν ασφαλής, αλλά η φτώχεια κι η δυστυχία δεν έφευγαν από τη φωτογραφία.

Όταν έβλεπα τη φτώχεια να περνά, ή να κείτεται δίπλα μου, αναρωτιόμουν γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κανέναν να τους νοιάζεται, την ίδια στιγμή που κι εγώ ο ίδιος τους προσπερνούσα.

Μια φορά πήγαινα να δώσω εξετάσεις. Ξενυχτισμένος, νηστικός και υστερικός όπως ήμουν, έπεσα ξερός στα σκαλιά του ηλεκτρικού, στην Ομόνοια. Όταν άρχισα να συνέρχομαι, ανήμπορος να σταθώ και καθισμένος σε ένα σκαλί, με το κεφάλι μου μέσα στα γόνατα, άκουγα το βουητό από τα βήματα και τις φωνές των ανθρώπων που ανέβαιναν τα σκαλιά, πολλή ώρα - αιώνες μού φάνηκαν... Ήταν εφιαλτικό... Κάποιος σταμάτησε και με έπιασε από τον ώμο. Με ρώτησε αν είμαι καλά. Αν χρειάζομαι κάτι. Αν έχω χρήματα.

Ντράπηκα, που με πέρασε για έναν από «εκείνους». Και μετά ντράπηκα που ντράπηκα. Σηκώθηκα, πήγα κι έδωσα εξετάσεις. Κοινοτικό Δίκαιο. Πού είναι το δίκαιο; Πού είναι η κοινότητα;

Η παγκόσμια κοινότητα θυσιάζει δισεκατομμύρια για να σώσει τους τραπεζικούς κολοσσούς-γαργαντούες, που φάγανε μέχρι σκασμού (και κατ' επέκτασιν κι εμάς τους μικροκαταθέτες). Αναρωτιέμαι γιατί ποτέ η υφήλιος, οι μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη, δεν ένωσαν ποτέ με τέτοιο ζήλο τις δυνάμεις τους για να σώσουν όλους εκείνους που δεν έχουν καταθέσεις, δεν έχουν δουλειά, δεν έχουν σπίτι, δεν έχουν φαΐ... Εκείνους, που παλεύουν για να ζήσουνε μ' αυτά που πετάμε εμείς...Εκείνους που μαζεύουν από το δρόμο ό,τι μείνει από τις λαϊκές;... Η αδελφή μου με επανέφερε χθες στην τάξη όταν της έλεγα πόσο κρίσιμη είναι η διεθνής συγκυρία, πόσα λεφτά χάθηκαν. «Στο χρηματιστήριο δεν χάνονται λεφτά. Αλλάζουν χέρια».

Κι εκείνα τα χέρια που είναι μόνιμα απλωμένα; Στο νου μου ήρθανε τα λόγια του Μακήθ, του αρχιερέα των ζητιάνων στην «Όπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ, λίγο πριν τον οδηγήσουν στο ικρίωμα:

«Κυρίες και κύριοι, βλέπετε να γκρεμίζεται ένας εκπρόσωπος μιας κοινωνικής δομής που γκρεμίζεται η ίδια. Διότι, τι είναι ένα αντικλείδι μπροστά στα χρεώγραφα; Τι είναι η διάρρηξη μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας; Και τι σημαίνει ο φόνος ενός ανθρώπου μπροστά στην καταβύθιση του ανθρώπου μέσα στις κοινωνικές ιεραρχίες; Μ' αυτά τα λόγια σας αποχαιρετώ».

Τελικά, ο Μακήθ τη σκαπουλάρισε...

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά