Ο δέκατος πέμπτος Άγιος Βασίλης



Το φάκελο ήταν βρεγμένο· το νερό της βροχής είχε ποτίσει το χρωματιστό χαρτί. Τα γαλάζια γράμματα ίσα ίσα που διαβάζονταν: έμοιαζαν σαν να τα είχε πάρει το κύμα.

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη,

Φέτος αποφάσισα να μη σου ζητήσω τίποτα απ’ όλα αυτά που σου ζητάω συνήθως. Μην ανησυχείς, δεν ξέμεινα από ιδέες. Έχω ολόκληρη λίστα για τα επόμενα δέκα χρόνια, μέχρι να τελειώσω το σχολείο και να πάψω να είμαι παιδί. Φέτος όμως το δώρο που θα ήθελα να μου χαρίσεις είναι λιγάκι διαφορετικό.

Δεν υπάρχει στα μαγαζιά. Ακούω συνεχώς τους μεγάλους να μιλούν γι’ αυτό. Κανένας από τους φίλους μου δεν ξέρει τι είναι. Όλοι όμως πιστεύουν ότι μάλλον είναι κάτι πολύ καλό. Θα ρισκάρω λοιπόν να μη ζητήσω δώρο και να σου ζητήσω μόνο αυτό.

Καλέ μου Άγιε Βασίλη, φέτος θέλω να μου φέρεις το νόημα της ζωής.

Αν δεν μπορείς να μου το φέρεις, δεν πειράζει. Στείλε μου μόνο μια φωτογραφία. Χρόνια σου πολλά, και να ‘σαι καλά να μας φέρνεις δώρα.

Με αγάπη,

Το όνομα είχε σβηστεί από το γράμμα. Το ίδιο κι απ’ το φάκελο. Ποιος ξέρει πόσες μέρες ήταν πεταμένο εκεί, πίσω από το ταχυδρομικό κουτί. Ίσως το χεράκι ήταν πολύ μικρό για να το φτάσει μέχρι τη σχισμή. Ίσως να έπεσε απ’ την τσάντα του ταχυδρόμου.

Δίπλωσε το μουσκεμένο γράμμα και το ‘βαλε στην τσέπη. Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν η τρίτη σκέψη. Η πρώτη ήταν να το ξαναπετάξει στον δρόμο (σιγά μην υπάρχει Άγιος Βασίλης!), η δεύτερη να το ξαναρίξει στο κουτί, μα η τρίτη πάντα υπερισχύει. Συνέχισε το περπάτημα στους φωτισμένους δρόμους της πόλης, με τις βιτρίνες και τη γιορτινή διακόσμηση και τους Άγιους Βασίληδες παντού, ψεύτικους, ψηλούς, κοντούς, νέους, γέρους, με περούκες και γενειάδες, και κατακόκκινες, άλλοτε γυαλιστερές κι άλλοτε φθαρμένες, στολές. Για μια στιγμή αναλογίστηκε πως θα ήταν στ’ αλήθεια κρίμα να υπάρχουν τόσοι Άι Βασίληδες τριγύρω και κανένας να μην μπορεί να πραγματοποιήσει την επιθυμία εκείνου του άγνωστου παιδιού.

«Άγιε Βασίλη!» φώναξε και περίπου δεκαπέντε κεφάλια με κόκκινη στολή και άσπρη γενειάδα γύρισαν – τα δεκατέσσερα πρόσωπα ήταν κουρασμένα από τη δουλειά της ημέρας: φωτογραφίες με τα παιδάκια, δώρα στα μαγαζιά, πάρτυ και παραστάσεις στο δρόμο. Κόντευε πια οχτώ το βράδυ.

Το δέκατο πέμπτο πρόσωπο ήταν ακόμη γελαστό. Οι δεκατέσσερις κατσούφηδες Άγιοι Βασίληδες ξαναγύρισαν το κεφάλι και τράβηξαν το δρόμο τους. Ο δέκατος πέμπτος πλησίασε.

«Έχετε σχολάσει, έτσι δεν είναι;» - περίεργη ερώτηση, όταν την απευθύνεις σ’ έναν Άγιο Βασίλη.

«Θέλετε κάτι;» Περίεργη απάντηση από έναν Άγιο. Πάντα θέλουμε κάτι από έναν Άγιο.

«Έχω ένα γράμμα για σας».

Του έδωσε το βρεγμένο γράμμα.

«Για μένα; Ευχαριστώ. Φέτος δεν έχω πάρει κανένα γράμμα». Ακόμα πιο περίεργη απάντηση για έναν Άγιο Βασίλη…

«Είναι από ένα παιδάκι. Κάτι σας ζητάει…»

Ο Άγιος Βασίλης διάβασε το γράμμα με προσοχή.

«Μπορείτε να με ακολουθήσετε;»

Ανέβηκαν και οι δύο σ’ ένα κόκκινο μηχανάκι. Ο Άγιος Βασίλης γύρισε το κλειδί και άφησαν σιγά σιγά το κέντρο της πόλης.

«Το έλκηθρό σας είναι αυτό;»

Ο Άγιος Βασίλης δεν απάντησε. Το μηχανάκι-έλκηθρο σιγά σιγά βγήκε έξω από τη μεγάλη πόλη και μπήκε σ’ ένα μεγάλο δάσος με χιονισμένα δέντρα.

«Πού πάμε;»

«Μη φοβάστε. Πάμε να σας παραδώσω το δώρο. Δεν έχω καιρό να γυρίσω πίσω.»

Το μηχανάκι σταμάτησε. Κατέβηκαν και οι δύο. Είχαν φτάσει σ’ ένα ξέφωτο. Η πόλη φαινόταν φωτισμένη από μακριά – εκατομμύρια μικρά φωτάκια, σαν μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

«Όμορφα είναι εδώ.»

«Κοιτάξτε εκεί ψηλά, αν θέλετε…» Ο Άγιος Βασίλης του έδειξε τον ουρανό. Είχε ξαστεριά, και χιλιάδες άστρα, πιο πολλά, απείρως πιο πολλά από τα φώτα της πόλης, φώτιζαν το σκοτεινό δάσος.

«Οι άνθρωποι θέλησαν να φτιάξουν δικά τους φώτα. Έφτιαξαν. Μα κανένα φως δεν μπορεί να κρύψει αυτόν τον ουρανό», είπε ο Άγιος.

«Κι όταν έχει σύννεφα;»

«Τα αστέρια είναι πάντα εκεί, ακόμα κι όταν δεν βλέπουμε το φως τους. Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων….»

«Κι εμείς ένα βλέμμα μοναχά…»

Ο Άγιος Βασίλης χαμογέλασε. «Ένα βλέμμα δικό μας. Όλος ο κόσμος, ένα βλέμμα δικό μας.»

«Όταν ήμουνα παιδί ήθελα να ταξιδέψω στ’ αστέρια.»

«Όλοι θέλαμε…» - ο Άγιος Βασίλης χάιδεψε το άσπρο του γένι. «Μα, φίλε μου, μια ζωή δεν φτάνει».

«Αυτό ήρθα να μου δώσεις, Άγιε. Το νόημα της ζωής.»

«Το θες για το παιδάκι ή μήπως για σένα;»

Σιωπή. Το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό. Δεν θα μπορούσαν να μείνουν εκεί για πολλή ώρα δίχως ν’ αρρωστήσουν.

Κοίταξε τον Άγιο, λίγο θυμωμένος, λίγο απογοητευμένος: «Αν ήξερες, Άγιε, το νόημα της ζωής, δεν θα ντυνόσουν μασκαράς κάθε Χριστούγεννα, ούτε θα έβγαζες φωτογραφίες με τα παιδάκια για να ζήσεις.»

«Κι αν το ήξερες κι εσύ, δεν θα ήσουν εδώ να τουρτουρίζεις και να περιμένεις. Τα βλέπεις όλα εκείνα τ’ αστέρια;»

«Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων… Ουφ, τα ξαναείπαμε αυτά!!!»

«Νιώθεις όλη τούτη τη ζωή που απλώνεται τριγύρω;»

«Νόμιζα πως είμαστε μόνοι…»

Ο Άγιος Βασίλης κούνησε μεμιάς ένα κλαρί από το διπλανό δέντρο. Το χιόνι έπεσε κάνοντας θόρυβο πάνω στο χώμα κι οι φτερούγες του πουλιού που ξυπνούσε μέσα στο κρύο ακούστηκαν να σφυρίζουν ανάμεσα στα φυλλώματα.

«Αυτό το δέντρο έχει όση ζωή έχεις κι εσύ. Κι εκείνο το πουλί το ίδιο. Όλοι μας έχουμε ίδιο μερτικό απ’ αυτό το θαύμα.»

«Αυτό είναι λοιπόν, Άγιε, το νόημα της ζωής;»

«Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων οι ζωές. Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων τα νοήματα.»

«Κι εγώ δηλαδή τι πρέπει να πω στο παιδί;»

«Να ονειρεύεται.»

«Δηλαδή;»

«Και να αισθάνεται.»

«Ποια πράγματα;»

«Και να δίνει. Να δίνει με την ψυχή του στους ανθρώπους.»

«Τι;»

«Και να μοιράζεται.»

«Πώς;»

«Και να ελπίζει.»

«Σε τί;»

«Και να αγαπάει. Κυρίως αυτό.»

«Μα δε μου απάντησες σε τίποτα, Άγιε.»

Ο Άγιος Βασίλης κοίταξε το ρολόι του.

«Και να αρκείται. Αρκέσου σ’ αυτό. Αρκέσου στο ν’ αγαπάς. Έτσι θα ‘ρθουν και τα όνειρα. Και τα αισθήματα. Και η προσφορά. Και η μοιρασιά. Και πάλι θα ξαναγυρίσεις στην αγάπη.»

«Αυτό είναι το νόημα της ζωής;»

«Πρέπει να φύγουμε τώρα.»

Χωρίς πολλά πολλά, ανέβηκαν κι οι δυο στην κόκκινη μοτοσικλέτα.

«Άγιε Βασίλη, περίμενε σε παρακαλώ. Έχεις μαζί σου τη φωτογραφική σου μηχανή;»

«Η μνήμη είναι γεμάτη. Μπορείς να βγάλεις μία φωτογραφία ακόμη. Πρόσεξε να την τραβήξεις σωστά.»

Ό Άγιος Βασίλης, ο δέκατος πέμπτος και πιο γελαστός, έβγαλε τη μηχανή από την τσάντα.

«Κατέβα και τράβα.»

Κατεβηκε από τη μοτοσικλέτα. Πήρε τη μηχανή και τράβηξε. Τον ουρανό με τ’ άστρα.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά