Σεισμοί και οικιστική ανάπτυξη

Ηλίας Μπεριάτος, Παύλος-Μαρίνος Δελλαδέτσιμας (επιμέλεια)

Σεισμοί και οικιστική ανάπτυξη. Ο ρόλος του αρχιτεκτονικού, πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού, Αθήνα: Κριτική, 2010.

Ελάχιστα δευτερόλεπτα είναι η διάρκεια μιας σεισμικής δόνησης. Οι συνέπειες, ωστόσο, στη ζωή των ανθρώπων από ένα τέτοιο φυσικό φαινόμενο δεν μπορούν να εντοπιστούν χρονικά ή τοπικά με τόση ευκολία. Όπως τα σεισμικά κύματα διασπείρονται στον χώρο, έτσι και οι επιπτώσεις ενός σεισμού διασπείρονται τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο. Αφορούν τόσο το φυσικό όσο και το δομημένο περιβάλλον και επηρεάζουν από την καθημερινότητα των ανθρώπων μέχρι και τα μακρομεγέθη της οικονομίας, όχι μόνο της περιοχής όπου έγινε ο σεισμός αλλά σε μια ευρύτερη γεωγραφική κλίμακα, και συχνά για πολλές γενιές μετά από εκείνη που έζησε τον σεισμό. Το παράδειγμα του πρόσφατου σεισμού στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας, που εξελίχθηκε σε πυρηνική περιπέτεια για ολόκληρη την ανθρωπότητα είναι χαρακτηριστικό.

Από την άλλη, υπάρχει ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας για τη διασπορά των συνεπειών ενός σεισμού, ολότελα ξένος από τη γεωλογική – φυσική διάσταση του φαινομένου: κι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ανθρώπινες κοινωνίες αντιμετωπίζουν τον σεισμό, πριν αυτός συμβεί, κατά την ελάχιστη διάρκειά του, αλλά και μετά από το πέρας της σεισμικής δραστηριότητας. Συχνά ο παράγοντας αυτός βαρύνει περισσότερο από το ίδιο το φυσικό φαινόμενο, για να φθάσουμε στο σημείο να λέμε ότι δεν είναι ο σεισμός που μπορεί να σκοτώσει ανθρώπους και να καταστρέψει οικιστικά και οικονομικά ολόκληρες περιοχές, αλλά ο συλλογικός τρόπος που η οργανωμένη κοινωνία διαχειρίζεται αυτό το φυσικό φαινόμενο.

Σ’ αυτή τη διαχείριση του σεισμικού φαινομένου μετά την εκδήλωσή του, και ειδικότερα στον τομέα της οικιστικής και πολεοδομικής ανασυγκρότησης αναφέρεται ο τόμος Σεισμοί και Οικιστική Ανάπτυξη – ο ρόλος του αρχιτεκτονικού, πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κριτική» σε επιμέλεια δυο πανεπιστημιακών που κατάγονται από την Κεφαλονιά, την περιοχή της Ελλάδος με την υψηλότερη σεισμικότητα: του καθηγητή χωροταξικού σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Ηλία Μπεριάτου και του αναπληρωτή καθηγητή στο τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Παύλου-Μαρίνου Δελλαδέτσιμα, που εκτός από επιμέρους μελέτες του τόμου υπογράφουν και το εκτενές και ιδιαίτερα κατατοπιστικό για τον μη ειδικό αναγνώστη εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου.

Ο τόμος έρχεται σε συνέχεια δύο διεθνών επιστημονικών συνεδρίων που πραγματοποιήθηκαν το πρώτο στην Κεφαλονιά, το 2003, πενήντα χρόνια μετά τους καταστροφικούς σεισμούς, με τίτλο «Σεισμοί και δομημένο περιβάλλον. Επιπτώσεις στον πολεοδομικό σχεδιασμό και την οικιστική ανάπτυξη», και το δεύτερο στον Βόλο, το 2006, πενήντα χρόνια και αυτό μετά τους σεισμούς του Βόλου, με τίτλο «Πόλεις της Μεσογείου μετά από σεισμούς». Η φιλοσοφία του τόμου, μέσα από την παρουσίαση των διαδικασιών οικιστικής ανασυγκρότησης που ακολουθήθηκαν σε δεκαεπτά περιπτώσεις σεισμών στην Ελλάδα και διεθνώς κατά την τελευταία εξηκονταετία, είναι η συγκέντρωση, παραθετικά, της καταγεγραμμένης εμπειρίας που έχει αποκτηθεί στο διάστημα αυτό αναφορικά με τη δράση της κεντρικής διοίκησης, της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και άλλων φορέων επιστημονικών και επαγγελματικών που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμμετείχαν στις σχετικές διαδικασίες. Πώς ξαναχτίστηκαν οι πόλεις και οι οικισμοί που υπέστησαν καταστροφές σε όλους αυτούς τους σεισμούς; Πώς επέδρασε η ανασυγκρότηση στην οικονομική και κοινωνική ζωή των πόλεων; Πώς επέδρασαν η ίδια η χρονική συγκυρία του σεισμού και τα ιδιαίτερα ανθρωπογεωγραφικά χαρακτηριστικά κάθε πληγείσας περιοχής στην ανασυγκρότηση των περιοχών; Ερωτήματα που απαντώνται στις μελέτες που συγκεντρώνονται στον τόμο, γραμμένες από μια ομάδα καταξιωμένων επιστημόνων και προϊόντα μακρόχρονης έρευνας και εμπειρίας.

Η οργάνωση της ύλης του βιβλίου γίνεται με άξονα τη γραμμή του χρόνου – ώστε τόσο ο αναγνώστης όσο και ο ερευνητής να έχουν τη δυνατότητα να διακρίνουν τη διαχρονική εξέλιξη των πολιτικών αντιμετώπισης του σεισμικού φαινομένου. Σ’ αυτή τη γραμμή του χρόνου τοποθετούνται οι δύο βασικές ενότητες του βιβλίου. Αφ’ ενός η ελληνική εμπειρία των σεισμών, από το 1953 έως σήμερα και αφ’ ετέρου η διεθνής εμπειρία, με τη μελέτη δύο περιπτώσεων σεισμικών καταστροφών σε χώρες του εξωτερικού.

Αφετηρία για την περιγραφή της ελληνικής εμπειρίας αποτελούν οι καταστροφικοί σεισμοί του Αυγούστου του 1953 στην Κεφαλονιά, την Ιθάκη και τη Ζάκυνθο, που στοίχισαν τη ζωή σε 455 ανθρώπους και προκάλεσαν την κατάρρευση του 90% των κατοικιών των τριών νησιών, κατολισθήσεις αλλά και τη μεγάλη πυρκαγιά που αποτέλειωσε την πόλη της Ζακύνθου. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σεισμική καταστροφή που έπληξε τη σύγχρονη Ελλάδα. Οι περιπτώσεις της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης εξετάζονται στη μελέτη των Παύλου-Μαρίνου Δελλαδέτσιμα και Ηλία Μπεριάτου, ενώ η περίπτωση της Ζακύνθου από τον ομότιμο Καθηγητή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Διονύση Ζήβα, η συμβολή του οποίου στην επτανησιακή αρχιτεκτονική βιβλιογραφία είναι νομίζω γνωστή σε όλους μας. Μόλις δύο χρόνια μετά, μεταφερόμαστε στην πόλη του Βόλου, όπου η αντιμετώπιση των συνεπειών της σεισμικής ακολουθίας των ετών 1955-1957 εξετάζεται από τη Βίλμα Χαστάογλου, Καθηγήτρια Πολεοδομίας στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η δεκαετία του 1950 κλείνει με την περίπτωση ενός ακόμη νησιού, της Σαντορίνης, και του πολύνεκρου σεισμού (53 ήταν τα θύματα) του 1956, ο οποίος εκτός από καταρρεύσεις κτιρίων προκάλεσε και τσουνάμι. Την περίπτωση της Σαντορίνης παρουσιάζει ο Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας, αρχιτέκτονας, επιμελητής της έδρας ειδικής κτιριολογίας του ΕΜΠ, και υπεύθυνος των μελετών ανοικοδόμησης του νησιού την περίοδο εκείνη.

Η πολιτικά ταραγμένη δεκαετία του 1960 ήταν γεωλογικά ηρεμότερη – στη διάρκεια της χούντας ο εγκέλαδος χτυπά το ιδεολογικά φορτισμένο νησί του Άη Στράτη, με 20 νεκρούς. Η ανοικοδόμηση του Άη Στράτη παρουσιάζεται από τον Κωνσταντίνο Λαλένη, Επίκουρο Καθηγητή Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Αστικής Διακυβέρνησης στο Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και οι αρχές του 1980 εκτός από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και την είσοδο της χώρας στην Ενωμένη Ευρώπη φέρνουν και δύο πολύ ισχυρά σεισμικά γεγονότα με επίδραση στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Οι επιπτώσεις των σεισμών της Θεσσαλονίκης το 1978 εξετάζονται από την Καθηγήτρια Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ελένη Ανδρικοπούλου, ενώ στους σεισμούς των Αλκυονίδων Νήσων του 1981, που χτύπησαν την πρωτεύουσα του κράτους και είχαν ως αποτέλεσμα τη χάραξη νέας αντισεισμικής πολιτικής αναφέρονται στη μελέτη τους οι Παύλος-Μαρίνος Δελλαδέτσιμας και Μιράντα Δανδουλάκη, διδάκτωρ πολιτικός μηχανικός με εμπειρία στον Οργανισμό Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας.

Στον σεισμό της Καλαμάτας, το 1986, που συνιστά ίσως μέχρι σήμερα το πιο επιτυχημένο παράδειγμα σε ό,τι αφορά την πολιτική που ακολουθήθηκε για την ανοικοδόμηση της πόλης αναφέρεται η μελέτη του αείμνηστου Γρηγόρη Διαμαντόπουλου, που επιμελήθηκε των αρχιτεκτονικών μελετών της ανασυγκρότησης της πόλης.

Η δεκαετία του 1990 έδωσε πολύ ισχυρά σεισμικά γεγονότα στην Ελλάδα – ο πολλαπλασιασμός των μέσων μαζικής ενημέρωσης έφερε ακόμα πιο κοντά στην κοινή γνώμη τις εικόνες της καταστροφής. Δύο μελέτες, η πρώτη από τον Γεώργιο Τζήμα, γεωλόγο και η δεύτερη από τους Κλαίρη Μουστεράκη, διευθύντρια της Υπηρεσίας Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων Βορείου Ελλάδας, Γιώργο Συμεωνίδη και Μιράντα Δανδουλάκη, αναφέρονται στον σεισμό του Μαΐου του 1995 που έπληξε τα Γρεβενά και την Κοζάνη, ευτυχώς χωρίς νεκρούς αλλά με εκτεταμένες καταστροφές. Τον πολύνεκρο σεισμό του Αιγίου που έγινε έναν μόλις μήνα μετά εκείνον των Γρεβενών, και την ανασυγκρότηση της πόλης, εξετάζει η μελέτη του Χρήστου Φρίγκα, πολιτικού μηχανικού και στελέχους του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας. Η Μιράντα Δανδουλάκη μελετά την περίπτωση του (ξεχασμένου σχεδόν από την κοινή γνώμη) σεισμού της ακριτικής Κόνιτσας του 1996. Η δεκαετία κλείνει με τον καταστροφικό, παρά το μικρότερο συγκριτικά με όλους τους υπόλοιπους (πλην Κόνιτσας) σεισμούς του βιβλίου μέγεθός του, σεισμό της Πάρνηθας, στις 7 Σεπτεμβρίου του 1999. 143 νεκροί, εκτεταμένες βλάβες σε πολλά κτίρια της πρωτεύουσας, αλλά και δεκάδες ερωτήματα για το πόσο θωρακισμένη είναι η Αθήνα των 5 εκατομμυρίων κατοίκων απέναντι στον σεισμικό κίνδυνο. Δύο μελέτες είναι αφιερωμένες στην περίπτωση της Αθήνας: Η πρώτη υπογράφεται από τον Παύλο Δελλαδέτσιμα και την Έλσα Κογκοπούλου και αναφέρεται στις επιπτώσεις του σεισμού και τη διαδικασία ανασυγκρότησης δύο γειτονικών περιοχών με διαφορετικά χωροταξικά αλλά και ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά: Του Δήμου Αχαρνών και της Κοινότητας Θρακομακεδόνων. Η δεύτερη επικεντρώνεται στην επίδραση του σεισμού στις μεταποιητικές επιχειρήσεις της δυτικής Αθήνας και συνυπογράφεται από τους Καθηγητές του Τμήματος Γεωγραφίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Καλλιόπη Σαπουντζάκη, Σοφία Σκορδίλη και Χρίστο Χαλκιά.

Η ενότητα των «ελληνικών» σεισμών κλείνει με τη μελέτη της υποψήφιας διδάκτορος Γεωλογίας Ανδρομάχης Σαλούστρου για μία από τις πιο πρόσφατες επισκέψεις του εγκέλαδου στη νησιωτική Ελλάδα. Πρόκειται για τον σεισμό των Κυθήρων τον Ιανουάριο του 2006.

Η δεύτερη, μικρότερη σε έκταση αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα ενότητα, αναφέρεται στη μελέτη δύο περιπτώσεων αντιμετώπισης πολύ ισχυρών και καταστροφικών σεισμών σε δύο διαφορετικές γωνιές του πλανήτη, που μας δίνει την ευκαιρία να συγκρίνουμε την ελληνική εμπειρία με τη διεθνή. Η πρώτη περίπτωση, στην οποία αναφέρεται η γεωλόγος Ιφιγένεια Ζάμπα είναι ο σεισμός του 1995 στο Κόμπε της Ιαπωνίας, που προκάλεσε εκατόμβη νεκρών (ο αριθμός υπολογίζεται σε περίπου 6.000) και εκτεταμένες καταστροφές, ενώ η δεύτερη εντοπίζεται στη γειτονιά μας, και πραγματεύεται τον σεισμό που έπληξε την περιοχή της Umbria στην Ιταλία το 1997 και τις διαδικασίες αντιμετώπισής του, όπως κυριολεκτικά τον βίωσαν τρεις ιταλοί επιστήμονες που εργάστηκαν για την ανοικοδόμηση και ανασυγκρότηση της περιοχής (Mario Mateucci, Silvia Melleli, Giacomo Ciancabilla). Η εξέταση των δύο διεθνών περιπτώσεων, μας αποκαλύπτει ότι, σε αντίθεση με ό,τι θα περιμέναμε, η αντιμετώπιση της καταστροφής (που ομολογουμένως ήταν αισθητά μικρότερη) έγινε πολύ επιτυχημένα στην Ιταλία, ενώ στην Ιαπωνία, χώρα με έντονη σεισμικότητα και με πολύχρονη παράδοση στην ανάπτυξη και υλοποίηση προτύπων αντιμετώπισης του σεισμικού κινδύνου, το σύστημα αντιμετώπισης εμφάνισε παθογένειες που δυσχέραναν το έργο της αποκατάστασης και εμπόδια που εμείς στην Ελλάδα θεωρούμε, εσφαλμένα όπως αποδεικνύεται, ότι αποτελούν μόνο δική μας κακοδαιμονία, όπως τη γραφειοκρατία, που και στην τεχνολογικά εξελιγμένη Ιαπωνία λειτούργησε ως τροχοπέδη.

Πέρα από την ανατροπή τέτοιων στερεοτύπων, που ίσχυαν τουλάχιστον για εμάς τους μη ειδικούς αναγνώστες, ένα από τα προτερήματα της έκδοσης είναι η διεπιστημονική προσέγγιση του θέματος. Από τον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται η αντιμετώπιση των σεισμικών καταστροφών αλλά και από τις περιγραφόμενες επιπτώσεις τόσο της καταστροφής όσο και της οικιστικής ανασυγκρότησης εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι απαιτείται η συνέργεια πολλών επιστημονικών κλάδων για την αντιμετώπιση του φαινομένου, και ως εκ τούτου πολλές είναι οι επιστήμες που μπορούν να συμβάλουν στις διάφορες ανάγκες που ανακύπτουν, αναφορικά τόσο με την πρόληψη όσο και με την διαχείριση μιας σεισμικής καταστροφής.

Η οικιστική ανασυγκρότηση είναι ασφαλώς και πρωτίστως ο επανασχεδιασμός, η επαναδιαμόρφωση του δομημένου περιβάλλοντος, τόσο σε μικροσκοπικό επίπεδο (κατοικίες), όπως, και κυρίως, σε μακροσκοπικό, χωροταξικό επίπεδο μέσα από τη δημιουργία των κατάλληλων υποδομών για την ομαλή επαναλειτουργία των οικισμών, και για την επανεκκίνηση και ενδυνάμωση της οικονομικής ζωής. Πέρα από αυτό τον άμεσο στόχο, αυτή η ανασυγκρότηση πρέπει να φροντίζει ώστε αυτός ο καινούριος οικιστικός ιστός να μπορεί να αντέξει την μελλοντική ανάπτυξη της πληγείσας περιοχής σε ευρύ χρονικό ορίζοντα. Και, τέλος, η οικιστική ανασυγκρότηση μετά από έναν σεισμό είναι ουσιαστικά το πρώτο και πιο αποφασιστικό και ουσιαστικό βήμα για την πρόληψη του επόμενου σεισμού, όποτε και αν αυτός συμβεί.

Επομένως οι επιστημονικοί κλάδοι που εμπλέκονται είναι πολλοί. Οι μηχανικοί, οι αρχιτέκτονες, οι πολεοδόμοι και οι χωροτάκτες έχουν ασφαλώς πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς πρέπει να δημιουργήσουν τον σκελετό, τον ζωτικό ιστό της νέας διαμορφούμενης πραγματικότητας. Υπάρχουν όμως και άλλοι κλάδοι που μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά, και στις περιπτώσεις που μελετώνται στο βιβλίο με την παρουσία τους, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη κάθε φορά όπως βλέπουμε σε καθεμιά περίπτωση. Η οικονομική επιστήμη, για να μελετήσει τις οικονομικές επιπτώσεις και να επανασχεδιάσει την οικονομική ανασυγκρότηση, η ψυχολογία και η κοινωνιολογία, που θα μελετήσουν τον ανθρώπινο παράγοντα, η επιστήμη της διοικητικής, που θα πρέπει να διαχειριστεί το άχαρο, γραφειοκρατικό κομμάτι, αλλά και η νομική επιστήμη που θα πρέπει να επεξεργαστεί νομοτεχνικά το κανονιστικό πλαίσιο. Από τις περιπτώσεις που μελετώνται στο βιβλίο βλέπουμε ότι αν αυτές οι «επικουρικές» διαστάσεις δεν λειτουργήσουν σωστά, το έργο της οικιστικής ανασυγκρότησης δυσχεραίνεται εξαιρετικά και συχνά ξεφεύγει από τους στόχους του.

Εξάλλου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η εξέταση του πώς διαχρονικά τα σεισμικά φαινόμενα και οι επιπτώσεις τους επιφέρουν αναθεωρήσεις και καινοτομίες στο νομοθετικό πλαίσιο αντισεισμικής προστασίας (αντισεισμικοί οικοδομικοί κανονισμοί, πολεοδομικές και χωροταξικές ρυθμίσεις, σχεδιασμός των δράσεων πολιτικής προστασίας, οργανισμοί που εκάστοτε ιδρύονται για την πρόληψη και διαχείριση του σεισμικού κινδύνου).

Ιδιαίτερα σημαντικός επίσης και καθοριστικός για την επιτυχία των σχεδίων ανασυγκρότησης είναι και ο τρόπος που κάθε φορά θα λειτουργήσει η κατανομή αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και την τοπική αυτοδιοίκηση. Ο ρόλος της τελευταίας όπως καταλαβαίνουμε πρέπει να είναι καθοριστικός καθώς έχει καλύτερη εικόνα των πραγματικών αναγκών και ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής, αλλά από την άλλη μπορεί πιο εύκολα να επηρεάζεται από τοπικιστικά συμφέροντα που στρεβλώνουν τη διαδικασία της ανασυγκρότησης. Από την άλλη η κεντρική εξουσία βρίσκεται πιο μακριά από τα πράγματα και μπορεί να μην σεβαστεί τις τοπικές ιδιαιτερότητες, αλλά από την άλλη οφείλει να διαθέτει ένα κεντρικό πλαίσιο σχεδιασμού αντισεισμικής προστασίας και να μεταφέρει τεχνογνωσία και οικονομικές, τεχνικές, νομικές και άλλες διευκολύνσεις στην πληγείσα περιοχή. Η μελέτη των επιμέρους περιπτώσεων δείχνει ότι πραγματικά δεν υπάρχει «συνταγή επιτυχίας» για τη σωστή αναλογία συμμετοχής κεντρικής εξουσίας και τοπικής αυτοδιοίκησης. Το βέβαιο είναι ότι απαιτείται να υπάρχει καλή επικοινωνία και συνεργασία μεταξύ τους, και κατ’ επέκταση με την τοπική κοινωνία (σε επίπεδο επιστημονικών και κλαδικών σωματείων, όπως επιμελητήρια, ιατρικοί και φαρμακευτικοί σύλλογοι, εθελοντικές ομάδες της κοινωνίας των πολιτών), αλλά και με την επιστημονική κοινότητα (την παραγόμενη γνώση στον πανεπιστημιακό χώρο). Όσο καλύτερα λειτουργούν αυτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας τόσο καλύτερα είναι και τα αποτελέσματα.

Μπορεί κανείς να διακρίνει μέσα από τις σελίδες του τόμου περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένα παραδείγματα διαχείρισης αυτών των σεισμικών καταστροφών; Είναι πολύ δύσκολο να συγκρίνει κανείς τόσο ανόμοιες μεταξύ τους περιπτώσεις, καθεμιά από τις οποίες είναι ξεχωριστή, όσο κι αν κανείς προσπαθεί να τις ομαδοποιήσει. Οι καταστροφές για παράδειγμα στα Ιόνια Νησιά και στη Σαντορίνη παρότι είναι πολύ κοντινές χρονολογικά έχουν τεράστιες διαφορές λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των περιοχών. Ακόμη και στο ίδιο το σεισμικό γεγονός έχουμε διαφορετικές κατά τόπους επιλογές. Στην Κεφαλονιά για παράδειγμα το 1953 η επιλογή για τα δημόσια κτίρια ήταν να είναι μοντέρνας αρχιτεκτονικής ενώ στη Ζάκυνθο επελέγη να παραπέμπουν στο παρελθόν της πόλης. Οι επιλογές είναι κατά περίπτωση διαφορετικές: αλλού επιλέγεται οι ίδιοι οι πολίτες να ανακατασκευάσουν τις κατοικίες τους με τη βοήθεια δανείων και αλλού, για να αποφευχθεί η πληθυσμιακή διαρροή το κράτος υλοποιεί σε ορισμένους οικισμούς κατασκευαστικό πρόγραμμα (όπως στα Γρεβενά). Αλλού επιλέγεται η μεταφορά οικισμών και αλλού οι οικισμοί παραμένουν σε ασφυκτικά προσεισμικά πλαίσια. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπως εκείνη της Καλαμάτας, όπου οι πολεοδομικές παρεμβάσεις που επιχειρήθηκαν έδωσαν στην πόλη νέα όψη, καλύτερη ποιότητα ζωής αλλά και αναπτυξιακή δυναμική. Αλλού πάλι, η νέα όψη που δόθηκε εξαφάνισε τους δεσμούς με το παρελθόν και την ιστορικότητα της περιοχής, όπως έγινε στον Άγιο Ευστράτιο.

Ίσως δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι συχνά μια σεισμική καταστροφή είναι ευκαιρία για την ανασυγκρότηση του δομημένου περιβάλλοντος, όσο κι αν αυτό ακούγεται οξύμωρο και σαρκαστικό. Το συνηθέστερο, στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι ότι οι πληγείσες περιοχές δεν αξιοποιούν αυτή την οπωσδήποτε μακάβρια αλλά υπαρκτή και ουσιαστική ευκαιρία, κι αυτό σε κάθε περίπτωση οφείλεται σε διαφορετική αναλογία ευθυνών των εμπλεκόμενων φορέων και παραγόντων. Είναι βέβαιο ότι η αναγκαιότητα της γρήγορης οικιστικής αποκατάστασης σε ένα πιεστικό οικονομικό περιβάλλον, και με την ψυχολογική φόρτιση της ανθρωπιστικής καταστροφής είναι αποφασιστικός παράγοντας. Η μεγάλη προσφορά αυτής της συλλογής μελετών είναι ότι βλέπει τα γεγονότα από την απαραίτητη χρονική απόσταση ώστε να μπορεί να διερευνήσει (ιδιαίτερα για τα παλαιότερα γεγονότα και σε ένα ευρύ χρονικό φάσμα) αυτό που τη στιγμή του εγχειρήματος της αποκατάστασης δεν μπορεί να αποτιμηθεί υπό την πίεση των γεγονότων. Κι αυτό είναι η πραγματική λειτουργία της διαδικασίας ανασυγκρότησης στο πέρασμα του χρόνου. Το καινούριο οικιστικό κέλυφος δημιούργησε ένα φιλόξενο περιβάλλον για τους ανθρώπους, την ιδιωτική και την κοινωνική τους ζωή, τις επιχειρήσεις τους, τις σχέσεις τους με τους γειτονικούς οικισμούς και τα εθνικά δίκτυα; Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να συμβεί αυτό και πώς λειτούργησε το καινούριο αυτό κέλυφος στο πέρασμα του χρόνου;

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι αυτή η αποτίμηση που γίνεται στο βιβλίο αυτό με μια κάποια, μεγαλύτερη ή μικρότερη, χρονική απόσταση, πραγματοποιείται με τη σύμπραξη ανθρώπων από διαφορετικές γενιές και με ποικίλους ρόλους, επιστημονικούς ή διοικητικούς, σε σχέση με την αντιμετώπιση των σεισμικών καταστροφών. Οι συγγραφείς του τόμου είναι πανεπιστημιακοί, ειδικοί επιστήμονες, αλλά και νέοι ελπιδοφόροι επιστήμονες που αναδίφησαν στα αρχεία της εποχής για να συνθέσουν τις μελέτες τους, και επιπλέον άνθρωποι που εργάζονται σε κρατικούς φορείς και κυβερνητικές θέσεις που σχετίζονται με την αντισεισμική προστασία, αλλά και επιστήμονες οι οποίοι συμμετείχαν οι ίδιοι στις διαδικασίες οικιστικής ανασυγκρότησης κατά την τελευταία πεντηκονταετία, οπότε πέρα από όλα τα άλλα έχουν να καταθέσουν και την πολύτιμη μαρτυρία της προσωπικής τους εμπειρίας.

Αυτή η πολύπλευρη σύμπραξη πιστεύω πως προσφέρει στην έκδοση την αρετή της σφαιρικής προσέγγισης του φαινομένου, μέσα από όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες, και καθιστά πιο ενδιαφέροντα τον τόμο τόσο για τον ειδικό επιστήμονα (αρχιτέκτονα, πολεοδόμο, αλλά και τον ερευνητή της νεότερης ιστορίας), όσο και για τον μέσο αναγνώστη - όλοι μας έχουμε βιώσει είτε προσωπικά είτε μέσα από την εικόνα των μέσων μαζικής επικοινωνίας κάποιο ή κάποια από τα γεγονότα αυτά, και αξίζει πραγματικά να δούμε τι πραγματικά συνέβαινε πέρα από τους τίτλους των εφημερίδων και τις κάμερες της τηλεόρασης, και όταν οι τελευταίες έσβησαν για να ασχοληθούν με κάποιο άλλο γεγονός.

Ίσως αυτό που φαίνεται να προκύπτει ως αναγκαιότητα μέσα από τη μελέτη των κειμένων του τόμου είναι ότι η αντισεισμική προστασία και ο σχεδιασμός αντιμετώπισης σεισμικών καταστροφών οφείλει να είναι διαδικασία διαρκώς ανανεούμενη, η οποία θα ενσωματώνει εκάστοτε την εμπειρία από τη διαχείριση προηγούμενων σεισμικών γεγονότων και ταυτόχρονα θα λαμβάνει υπόψη της τις καινούριες συνθήκες που προκύπτουν από τις εξελίξεις στις επιστήμες της αρχιτεκτονικής, της χωροταξίας και της πολεοδομίας, αλλά και την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα και τις τοπικές ιδιαιτερότητες των περιοχών. Ο αντισεισμικός σχεδιασμός αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εκδηλώσεις του κοινωνικού κράτους – που τόσο συρρικνώνεται διεθνώς στις μέρες μας, και επομένως η πολιτεία, η τοπική αυτοδιοίκηση αλλά και οι επιστημονικοί και επαγγελματικοί φορείς και η κοινωνία των πολιτών οφείλουν να αναπτύσσουν διαύλους συνεργασίας, ανταλλαγής εμπειριών και μεταφοράς τεχνογνωσίας ώστε οι πολίτες να ζουν και να συμμετέχουν στην οικονομική και επαγγελματική ζωή σε ασφαλές δομημένο περιβάλλον, που θα δημιουργεί προοπτικές ανάπτυξης. Συνεργασία είναι η λέξη-κλειδί. Και ίσως ο καθένας από μας να αντιληφθεί ότι ο σεισμός δεν αντιμετωπίζεται ατομικά, αλλά συλλογικά. Είναι υπόθεση του καθενός μας να λειτουργούμε συλλογικά μέσα σε ένα οργανωμένο πλαίσιο προστασίας για να θωρακίσουμε τις τοπικές μας κοινωνίες, ουσιαστικά την ίδια τη ζωή μας, από τις συνέπειες ενός φυσικού φαινομένου που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Απλά είναι. Υπάρχει. Συμβαίνει και θα συμβαίνει.

Θα κλείσω αυτή την παρουσίαση με μια λεπτομέρεια από την περιγραφή των συνεπειών της μεγάλης σεισμικής καταστροφής στο Κόμπε της Ιαπωνίας το 1995, όπως περιγράφεται στη μελέτη της Ιφιγένειας Ζάμπα, και αναφέρεται στο «φαινόμενο των kodokushi»:

«Μεγάλος ήταν ο αριθμός των kodokushi, δηλαδή των ανθρώπων που πέθαναν μόνοι τους δίχως να τους αναζητήσει κάποιο οικείο τους πρόσωπο. Το φαινόμενο αυτό εμφανίστηκε σε μεγάλο βαθμό στα καταλύματα που χτίστηκαν για την προσωρινή στέγαση των σεισμοπλήκτων. Τα πτώματα των kodokushi συχνά εντοπίζονταν με αρκετές μέρες καθυστέρηση. […] Στην πλειονότητά τους επρόκειτο για άνδρες ηλικίας 55-65 ετών, πολλοί από τους οποίους αντιμετώπιζαν πρόβλημα αλκοολισμού. Ωστόσο η ιαπωνική κυβέρνηση δεν παρείχε επισήμως εκτενή στοιχεία για τους kodokushi […]».

Ιφιγένεια Ζάμπα «Οι προσπάθειες ανασυγκρότησης μετά τον σεισμό του Kobe. Πολιτικές και προβλήματα», στις σ. 492-3 του βιβλίου.


Αυτό το κείμενο μας θυμίζει ότι ο σεισμός αποτελεί πρωτίστως ανθρωπιστική κρίση. Οι άνθρωποι αυτοί δεν πέθαναν από το σεισμό, πέθαναν στα καταλύματα επειδή κάποιοι τους ξέχασαν. Ό,τι κι αν κάνει ο σεισμός, ό,τι κι αν κάνουν η πολιτεία και η επιστήμη για τη διαχείρισή του, τίποτα δεν μπορεί να χαθεί και τίποτα δεν μπορεί να κερδηθεί αν ο άνθρωπος, ο καθένας από μας δεν είναι έτοιμος στη δύσκολη στιγμή να βάλει το «εμείς» πάνω από το «εγώ» και να σταθεί στους συνανθρώπους του με αγάπη και αλληλεγγύη.

[Παρουσίαση σε εκδήλωση ΙΚΙ – Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργοστόλι, θέατρο Ο Κέφαλος, 16-9-2011].

Ηλίας Α. Τουμασάτος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά