Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη: Τα 30 πρώτα χρόνια 1924-1954


[Ανακοινώθηκε στο συνέδριο "Επτανησιακά Ιδρύματα-Κληροδοτήματα" το 2004 και δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στον τόμο των Πρακτικών του Συνεδρίου το 2007]

Στη μνήμη του Γεράσιμου Χ. Μοσχόπουλου

ΠΡΟΛΟΓΙΚΑ – ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ

Είναι γνωστό ότι οι βιβλιοθήκες κατέχουν ιδιαίτερη θέση στην πολιτισμική γεωγραφία των Επτανήσων. Ως εκ τούτου, η ενασχόληση με την Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη, ένα από τα κληροδοτήματα του Μαρίνου Κοργιαλένιου[2], είναι ασφαλώς μια ευκαιρία όχι μόνο να ασχοληθεί κανείς με ένα ίδρυμα με κορυφαία σημασία για την τοπική ιστορία, αλλά και να εξετάσει την εξέλιξη μιας περιφερειακής πολιτισμικής υποδομής που ιδρύεται από την ιδιωτική πρωτοβουλία στη διαχρονία της, σε συνάρτηση αφ' ενός με τις ιστορικές εξελίξεις και αφ' ετέρου - και κυρίως - με το ρόλο της Πολιτείας στη διαχείριση ενός δημόσιου αγαθού όπως η πρόσβαση στη γνώση μέσω μιας λαϊκής βιβλιοθήκης.

Κρίθηκε σκόπιμο η εξέταση του θέματος να γίνει με δύο βασικούς ερευνητικούς άξονες: Αφ' ενός τα αρχεία του Κοργιαλενείου Κληροδοτήματος (πρακτικά διοικητικού συμβουλίου και αλληλογραφία). Δυστυχώς, δεν σώζονται πρακτικά για την δεκαετία 1914-1924, οπότε γίνεται η ανέγερση του κτιρίου της Βιβλιοθήκης, καθώς και των ετών 1935 – 1939. Δεν σώζεται επίσης η ιδιαίτερη αλληλογραφία της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης, εκτός από ελάχιστα πρακτικά της Εφορείας της. Σώζονται όμως δύο βιβλία εισαγωγής της Βιβλιοθήκης, που μας πληροφορούν σχετικά με το βιβλιακό υλικό[3].

Ο δεύτερος άξονας είναι τα νομικά κείμενα που σχετίζονται με τη Βιβλιοθήκη, με αφετηρία τη διαθήκη του Μαρίνου Κοργιαλένιου (1910, Λονδίνο) και τελευταίο τον Νόμο 2823/1954 "περί ενισχύσεως και λειτουργίας της εν Αργοστολίω Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης. Επικουρικά χρησιμοποιήθηκαν επιλεκτικά δημοσιεύματα του τύπου, για την "έξωθεν μαρτυρία" της Βιβλιοθήκης, που δεν διαφωτίζει βέβαια για την εσωτερική λειτουργία του Ιδρύματος, αλλά είναι καλό να αποτυπωθεί. Μέσα σ' αυτούς τους άξονες έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς διαγράφεται η βούληση του ιδρυτή, πώς υλοποιείται, και - το σημαντικότερο, πώς διατηρείται.

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΜΑΡΙΝΟΥ ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΙΟΥ

Στο άρθρο 27 της από 15-6-1910 Διαθήκης του Μαρίνου Κοργιαλένιου περιγράφεται αναλυτικά η περιουσία που καταλείπεται δια την "ἵδρυσιν Δημοσίας Βιβλιοθήκης ἐν Ἀργοστολίῳ τῆς Κεφαλληνίας"[4]. Το συνολικό ποσό των 10.000 λιρών Αγγλίας κατανέμεται σε τρία μέρη: 4.000 λίρες για την ανέγερση του κτιρίου σε οικόπεδο που θα παραχωρήσει για το σκοπό αυτό ο Δήμος ή το Κράτος (και που τελικά αγοράστηκε με χρήματα του Κληροδοτήματος), 1.000 λίρες για την αγορά βιβλίων και 5.000 λίρες για τη συντήρηση της Βιβλιοθήκης. Επιπλέον, στο άρθρο 47 της διαθήκης ο Κοργιαλένιος κληροδοτεί και την ιδιωτική του συλλογή βιβλίων[5] στη νέα βιβλιοθήκη ή στην "Δημοσία Βιβλιοθήκη Κεφαλληνίας” η οποία υπήρχε ήδη στο Αργοστόλι από το 1887 και ήταν μία από τις πέντε πρώτες δημόσιες βιβλιοθήκες της Ελλάδας, αλλά μάλλον υπολειτουργούσε[6]. Το κείμενο της διαθήκης περιέχει και άλλες πρόνοιες για το νέο ίδρυμα: Στο άρθρο 23 έχει ορίσει το Κοργιαλένειο Διοικητικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από επιφανείς αστούς, υπό την προεδρία του εκάστοτε Μητροπολίτη Κεφαλληνίας, για την εκτέλεση των διατάξεων[7], ενώ προβλέπει ότι ο εσωτερικός κανονισμός της Βιβλιοθήκης θα συνταχθεί σε συνεργασία με την επίσης διορισμένη από αυτόν Επιτροπή Ελλήνων Εκτελεστών[8] της διαθήκης. Δηλώνει δε την επιθυμία του να απαγορεύεται αυστηρά ο δανεισμός των βιβλίων, με αυστηρότατες κυρώσεις για τους παραβάτες[9].

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ.

Το Κοργιαλένειο Διοικητικό Συμβούλιο λοιπόν ανέλαβε να φέρει σε πέρας την ίδια χρονική περίοδο (από το 1911 που πέθανε ο μεγάλος ευεργέτης μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920) και πάρα πολλές ακόμη από τις πρόνοιες της διαθήκης: να ιδρύσει την Κοργιαλένειο Επαγγελματική Σχολή[10], να κατασκευάσει κτίρια για τη στέγαση των σχολείων της πόλης του Αργοστολίου και να τα μεταβιβάσει προς χρήση στις αρμόδιες αρχές[11], να αποξηράνει τα θανατηφόρα για την πόλη του Αργοστολίου έλη του Κουτάβου[12], να ανοικοδομήσει και να λειτουργήσει το Κοργιαλένειο Παρθεναγωγείο. Κι όλα αυτά σε μια εποχή που το ελληνικό κράτος βρίσκεται σε δεινότατη οικονομική θέση: Ο πρώτος παγκόσμιος και η Μικρασιατική καταστροφή, οι πρόσφυγες από την Ιωνία - κι όμως, μέσα σε όλη αυτή τη δυστυχία είναι τραγικά ειρωνικό αλλά και πρωτοποριακό να επιχειρείς "μεγάλα έργα"[13].

Θεωρούμε έτος ίδρυσης της Βιβλιοθήκης το 1924, μολονότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι το μεγαλόπρεπο κτίριο του Ιδρύματος δεν έχει αποπερατωθεί - φαίνεται να τελειώνει οριστικά το 1926. Σε υπηρεσιακό σημείωμα του πρώτου διευθυντή της Γεράσιμου Μοσχόπουλου αναφέρεται ως έτος έναρξης λειτουργίας της Βιβλιοθήκης το 1925[14]. Αυτό που είναι βέβαιο πάντως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, είναι ότι από την αρχή υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες εκταμίευσης χρημάτων από την Εθνική Τράπεζα όπου έχουν κατατεθεί τα κεφάλαια του Κληροδοτήματος, καθώς τα έξοδα ανέγερσης του κτιρίου ξεπερνούν κατά πολύ την αρχική εκτίμηση, με συνέπεια αρχικά να μην είναι δυνατή η έγκαιρη καταβολή της μισθοδοσίας του προσωπικού, ενώ οι μεταλλικές βιβλιοθήκες (Forges de Strasbourg) που είχαν παραγγελθεί στο Στρασβούργο έμειναν για μήνες στα τελωνεία, καθώς ήταν αδύνατη η πληρωμή των δασμών[15].

Παρόλο που από διαχειριστικής απόψεως η Βιβλιοθήκη δεν ξεκινά με τους καλύτερους οιωνούς, και όπως είναι εύκολα αντιληπτό δεν υπήρχε καμμία περίπτωση αρωγής από το Κράτος ή τις τοπικές Αρχές, εξοπλίζεται σιγά σιγά με υλικό. Το κράτος σπεύδει να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία και με διαταγή του Υπουργείου Παιδείας το 1926 η αδρανής Δημόσια Βιβλιοθήκη Κεφαλληνίας συγχωνεύεται με την καινούρια Κοργιαλένειο[16] - κι έτσι το Κράτος απαλλάσσεται από το βάρος της διατήρησης μιας Δημόσιας Βιβλιοθήκης. Ο διευθυντής Γεράσιμος Μοσχόπουλος παραλαμβάνει όλο το υλικό της Δημόσιας Βιβλιοθήκης, που αποτελεί την "πρώτη μαγιά" της Κοργιαλενείου. Σ' αυτό το υλικό προστίθενται και οι πρώτες δωρεές: αυτή του Κοργιαλένιου αλλά και άλλων κεφαλλήνων. Στα αρχεία του Κοργιαλενείου Ιδρύματος σώζονται δύο χωριστά βιβλία εισαγωγής, όπου ο Μοσχόπουλος έχει καταλογογραφήσει θεματικά στο πρώτο τα βιβλία της Δημόσιας Βιβλιοθήκης, και στο δεύτερο το κατεξοχήν υλικό της Κοργιαλενείου[17]. Με αναφορές του προς το Συμβούλιο πάντως ο Μοσχόπουλος τονίζει την έλλειψη νέων βιβλίων και την απόγνωσή του για την απουσία πολιτικής πρόσκτησης υλικού[18].

Ο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ (ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ)

Στα 1929 ψηφίζεται από το Κοργιαλένειο Συμβούλιο ένα σημαντικό κανονιστικό κείμενο για τη λειτουργία της Βιβλιοθήκης: Ο "Εσωτερικός Κανονισμός" της Βιβλιοθήκης, που καθορίζει τις βασικές αρχές λειτουργίας της[19]: Στο πρώτο από τα 13 άρθρα του κειμένου αυτού καθορίζεται η νομική φύση της Βιβλιοθήκης: Πρόκειται ουσιαστικά για τη συνισταμένη τριών κληροδοτημάτων :

1. Του βιβλιακού υλικού που κατείχε ο Κοργιαλένιος στην προσωπική του Βιβλιοθήκη και κληροδότησε στην Κοργιαλένειο[20].

2. Του κτιρίου - προϊόντος του "κεφαλαίου ιδρύσεως" και

3. Του Κεφαλαίου συντηρήσεως (χρεώγραφα) της Εθνικής Τράπεζας.

Στο δεύτερο άρθρο καθορίζεται η πολιτική πρόσκτησης υλικού της Βιβλιοθήκης και διαφαίνεται η αγωνία του Συμβουλίου για τη μελλοντική της διατήρηση μέσω χρηματικών δωρεών, ευχή που είχε διατυπώσει στη διαθήκη και ο Κοργιαλένιος.

Ο κανονισμός καθορίζει και τα σχετικά με τη διοίκηση της Βιβλιοθήκης: Ορίζεται για το σκοπό αυτό Εφορεία[21], με τριετή θητεία, ένα πενταμελές σώμα που έχει αποφασιστική αρμοδιότητα μόνο για θέματα οργάνωσης και λειτουργίας της Βιβλιοθήκης, ενώ για θέματα προσωπικού και οικονομικής διαχείρισης εισηγείται προς το Κοργιαλένειο Συμβούλιο, το οποίο και αποφασίζει.

Στον εσωτερικό κανονισμό προβλέπονται και τα καθήκοντα του διευθυντή και του προσωπικού[22], ενώ ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην απαγόρευση δανεισμού των βιβλίων, με ηπιότερο ωστόσο τρόπο σε σχέση με τη διαθήκη: Μπορούμε να αιτιολογήσουμε την απαγόρευση, η οποία δεν ίσχυε στην προγενέστερη Δημόσια Βιβλιοθήκη, αν λάβουμε υπόψη μας ότι τα βιβλία ήταν είδος πολυτελείας για την εποχή και προφανώς ο Κοργιαλένιος δεν ήθελε η αρχική μαγιά της Βιβλιοθήκης να εξανεμιστεί πριν καλά καλά λειτουργήσει[23].

Από τον εσωτερικό κανονισμό προκύπτει ότι το Συμβούλιο είχε σοβαρή πρόθεση να οργανώσει σωστά τη λειτουργία της Βιβλιοθήκης που είχε ιδρύσει, αλλά και να αναλάβει και τη συνέχιση της λειτουργίας της, δεδομένου ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καμμία άλλη επιλογή, με την προσδοκία ότι, όταν εξαντληθούν μοιραία τα κεφάλαια συντηρήσεως θα βρεθούν άλλοι δωρητές για να συνεχιστεί η λειτουργία του ιδρύματος.

Ανεξάρτητα από τα οικονομικά, η επιθυμία του Συμβουλίου για ανάπτυξη της Βιβλιοθήκης φαίνεται ότι βρήκε στο πρόσωπο του πρώτου και μοναδικού σ' όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα διευθυντή της, του Γεράσιμου Μοσχόπουλου, την προσωποποίησή της.

Ο Γεράσιμος Μοσχόπουλος φαίνεται πως ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση[24]. Ευρυμαθής ο ίδιος, με σπάνια καλλιέργεια καίτοι χωρίς ακαδημαϊκούς τίτλους, με πλούσια συγγραφική δραστηριότητα, μεγάλο μέρος της οποίας έμεινε αδημοσίευτο και ίσως έχει χαθεί οριστικά[25], υπήρξε κυριολεκτικά η ψυχή της Βιβλιοθήκης από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας της μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960, οπότε αποχώρησε σε βαθιά γεράματα[26]. Ακόμη και όταν στη δεκαετία του 1930 αποκαθίστανται οι ταμειακές δυσχέρειες, με διαδοχικές μερικές εκποιήσεις του κεφαλαίου συντήρησης, ο ίδιος αναγκάζεται να πληρώνει από την τσέπη του στοιχειώδεις δαπάνες όπως το ρεύμα ή την "κόπρον" του κήπου και να ζητά αναδρομικά να του καταβληθούν τα χρήματα[27], αλλά παράλληλα στις αναφορές του προς το Συμβούλιο να διαδηλώνει την πίστη του ότι "ἡ Βιβλιοθήκη, ἐπιμελῶς διοικουμένη καὶ συστηματικῶς πλουτιζομένη δι' ἔργων χρησίμων εἰς τάς εἰς οἱονδήποτε τομέα τοῦ ἐπιστητοῦ ἐρεύνας καὶ μελέτας τῶν φιλομαθῶν, θ' ἀποβῆ σὺν τῷ χρόνῳ μία τῶν πρώτων ἐν Ἑλλάδι Βιβλιοθηκῶν, ἀγλάϊσμα σεμνόν τῆς περικλυτῆς ἠμῶν Νήσου καὶ κέντρον πνευματικῆς ἀναμορφώσεως καὶ ἠθικῆς ἀναπλάσεως […]".[28] Παρά τα προβλήματα, σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 η Βιβλιοθήκη αποτελεί ένα φωτεινό φάρο μέσα στην πόλη - ένα πλήρως εξοπλισμένο κτίριο που λειτουργεί με υποδειγματικό τρόπο· σ' αυτό συντελεί τα μέγιστα και η αφοσίωση του Μοσχόπουλου.

Την ίδια περίοδο (τέλη δεκαετίας του 20 - ολόκληρη δεκαετία του 30) το Κοργιαλένειο Συμβούλιο αναλαμβάνει ένα ακόμη πιο τολμηρό εγχείρημα: την ίδρυση και λειτουργία του Κοργιαλενείου Ανωτέρου Παρθεναγωγείου σύμφωνα με το άρθρο 25 της διαθήκης του Κοργιαλένιου. Είναι φυσικό αυτή η φιλόδοξη προσπάθεια να απορροφήσει την προσοχή του Συμβουλίου - Στα πρακτικά και την αλληλογραφία της δεκαετίας του 1930[29] ελάχιστα πράγματα βρίσκουμε για τη Βιβλιοθήκη, η οποία εξάλλου είχε πάρει το δρόμο της (και θα βρίσκαμε περισσότερα αν ποτέ βρεθούν πρακτικά της Εφορείας), ενώ παρατηρούμε ότι οι προϋπολογισμοί και απολογισμοί των δύο ιδρυμάτων που υποβάλλονται στο Συμβούλιο εμφανίζουν χαοτικές διαφορές, υπέρ του Παρθεναγωγείου, όπως είναι φυσικό. Σε ό,τι αφορά τη Βιβλιοθήκη, η ευχή του Κοργιαλένιου να βρεθούν και άλλοι μιμητές συμπολίτες για να στηρίξουν οικονομικά τη Βιβλιοθήκη δεν πραγματοποιήθηκε - η πολιτεία επίσης εξακολουθεί να παραμένει απούσα. Τα έσοδα της Βιβλιοθήκης, που εξακολουθούν να κατανέμονται στους κλάδους "Ίδρυση - συμπλήρωση" και "Συντήρηση", είναι μόνον όσα προέρχονται από τα εναπομείναντα κεφάλαια που βρίσκονται στην Εθνική Τράπεζα και που όπως είναι φυσικό σταδιακά μειώνονται. Τα αιτήματα του Μοσχόπουλου για αύξηση του προσωπικού απορρίπτονται (μόνο εκείνος και ο επιστάτης υπηρετούν στη Βιβλιοθήκη), ενώ η διευθύντρια του Παρθεναγωγείου Ειρήνη Γαλανού στα 1939 ζητά διαρκώς την ίδρυση σχολικής βιβλιοθήκης στο Παρθεναγωγείο, που βρίσκεται λίγα μόλις μέτρα μακριά. Σε ορισμένους πάντως από τους προϋπολογισμούς της Βιβλιοθήκης της δεκαετίας του 1930 υπάρχει πρόβλεψη για αγορά βιβλίων (5.000 δρχ.)[30]. Η ανάγνωση των προϋπολογισμών αυτών δείχνει και πόσο "φτωχός συγγενής" του Παρθεναγωγείου ήταν η Βιβλιοθήκη - δεδομένου ότι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κονδύλια από άλλα Κοργιαλένεια Κληροδοτήματα υπέρ της Βιβλιοθήκης.

ΟΙ ΔΥΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ

Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 έχουμε δύο σημαντικά νομοθετήματα που αφορούν την Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη, και τα δύο επί πρωθυπουργίας Ιωάννη Μεταξά:

Α) Το πρώτο είναι ο Αναγκαστικός Νόμος 1069/1938 "περί του τρόπου κατανομής και διαθέσεως υπολοίπων κληροδοτημάτων τινών Μαρίνου Κοργιαλενίου και τροποποιήσεως διατάξεων τινών αφορωσών τα Κληροδοτήματα Κεφαλληνίας". Ο νόμος ανακατανέμει τα Κοργιαλένεια Κληροδοτήματα: ένα μεγάλο κεφάλαιο πηγαίνει στο έργο αποξήρανσης των ελών του Κουτάβου που έχει ήδη χρονίσει., ένα ποσό (353 ομολογίες του 1914 και ποσό 105.000 δρχ.)[31] προς συντήρηση της Βιβλιοθήκης, και όλα τα υπόλοιπα χρήματα υπέρ του Κοργιαλενείου Παρθεναγωγείου, ενώ εξαφανίζεται η προβλεπόμενη από το άρθρο 24 της διαθήκης "Κοργιαλένειος Επαγγελματική Σχολή"[32].

Β) Το δεύτερο βασικό νομικό κείμενο είναι ο Αναγκαστικός Νόμος 2039/1939 περί Εθνικών Κληροδοτημάτων, που με τροποποιήσεις ισχύει μέχρι σήμερα[33]. Στο νόμο η Πολιτεία ξεκαθαρίζει πώς βλέπει τα κληροδοτήματα: Πρόκειται για δημόσια αγαθά - δημόσια περιουσία, η διαχείριση της οποίας έχει ανατεθεί στις εκτελεστικές επιτροπές - γι' αυτό άλλωστε και όλα τα Κληροδοτήματα υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο του Υπουργείου Οικονομικών. Η φιλοσοφία του Νόμου αυτού δεν είναι το κράτος να οικειοποιηθεί την περιουσία των Κληροδοτημάτων - είναι όμως η πρώτη τόσο αποφασιστική παρέμβαση που βάζει αυστηρές ασφαλιστικές δικλείδες στην οικονομική διαχείριση των κληροδοτημάτων.

Ωστόσο, τα εναπομείναντα ποσά υπέρ της Βιβλιοθήκης ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι δεν θα μπορούσαν να την συντηρήσουν για πολλά χρόνια ακόμη, ελλείψει μιμητών του Κοργιαλένιου. Ο πόλεμος και οι κατοχές έδωσαν τα τελειωτικά χτυπήματα: Το κτίριο της Βιβλιοθήκης υπέστη ζημιές από τους βομβαρδισμούς, και λεηλατήθηκε από τους Γερμανούς, ενώ τα ταμειακά υπόλοιπα έφθασαν σε οριακό σημείο. Οι υπάλληλοι πένονται και υποφέρουν και το Συμβούλιο δείχνει να συμμερίζεται τη δυστυχία τους. Μετά την απελευθέρωση και το νόμο 18/1944 (τον περίφημο νόμο Σβώλου) όλες οι τραπεζικές καταθέσεις του Κληροδοτήματος εξανεμίζονται και η Βιβλιοθήκη δεν έχει πλέον κανένα έσοδο. Από την Πολιτική Διοίκηση έχουμε την περίοδο εκείνη την πρώτη κρατική επιχορήγηση προς το Ίδρυμα, ανεπαρκέστατη ασφαλώς. Οι υπάλληλοι πληρώνονται έναντι του μισθού τους με σεντόνια και μαγειρικά σκεύη και κάποια στιγμή παύει και αυτό: Ο Γεράσιμος Μοσχόπουλος παραμένει για πολλά χρόνια άμισθος επίτιμος διευθυντής και το 1947 το Συμβούλιο αναγκάζεται να τον απολύσει, αφού είναι αδύνατο να του καταβάλει το μισθό, του αφήνει όμως το κλειδί της Βιβλιοθήκης προκειμένου να εξυπηρετεί τους αναγνώστες[34]. Στην τοπική εφημερίδα «Αναγέννησις» της χρονιάς αυτής δημοσιεύονται αποκαρδιωτικά άρθρα: «Τὸ ἐσωτερικόν τοῦ κτιρίου ἔχει ἀπολέσει πολὺ ἐκ τῆς προτέρας αὐτοῦ λαμπρότητος καὶ μεγαλοπρεπείας»[35]. Το πνευματικό κόσμημα του Αργοστολίου έχει συρματοπλέγματα στα παράθυρα αντί για τζάμια. Το Συμβούλιο προσπαθεί να αποσπάσει χρήματα από το Υπουργείο – μα και πάλι τα ποσά δεν επαρκούν. Τότε προτείνεται για πρώτη φορά το κράτος να αναλάβει την Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη, με ενθερμότερο υποστηρικτή το Μέλος του Συμβουλίου Σπυρίδωνα Φωκά Κοσμετάτο.

Η Βιβλιοθήκη ουσιαστικά δεν λειτουργεί ως νομικό πρόσωπο – ο Μοσχόπουλος εργάζεται εθελοντικά. Παράλληλα, εμφανίζεται για πρώτη φορά και ο Δήμος Αργοστολίου, που με έγγραφά του το 1947 και 1948 ζητά τη μετατροπή της βιβλιοθήκης σε Δημοτική[36], με την επωνυμία «Κοργιαλένειος Δημοτική Βιβλιοθήκη» – το Συμβούλιο αρνείται, επικαλούμενο τη διαθήκη του ιδρυτού, η οποία, ωστόσο δεν απαγορεύει ρητά κάτι τέτοιο, αν αναζητούσε κανείς την πραγματική βούληση του Κοργιαλένιου, που ήταν η διατήρηση και ανάπτυξη της Βιβλιοθήκης και όχι το κλείσιμό της.

Η ΚΡΑΤΙΚΗ «ΟΜΠΡΕΛΑ» - Ο Α.Ν. 1362/1949

Μέσα στις δυσκολίες, η συγκυρία ήταν ευνοϊκή για να αντιμετωπιστεί οριστικά το πρόβλημα της Βιβλιοθήκης. Το 1949 εκδίδεται ο αναγκαστικός νόμος 1362/1949, «περί ιδρύσεως, ανασυγκροτήσεως και ενιαίας οργανώσεως των ανά το Κράτος Βιβλιοθηκών»[37]. Είναι η πρώτη συστηματική προσπάθεια του κατεστραμμένου από τον πόλεμο και τον εμφύλιο σπαραγμό ελληνικού κράτους να δημιουργήσει ένα δίκτυο βιβλιοθηκών σε όλη την Ελλάδα, αξιοποιώντας τις υφιστάμενες, ιδρύοντας νέες ή μετασχηματίζοντας ιδιωτικές βιβλιοθήκες. Εδώ αποκρυσταλλώνεται η έννοια της «δημόσιας βιβλιοθήκης» για την Ελληνική έννομη τάξη. Πολλές περιφερειακές βιβλιοθήκες υπάγονται στο καθεστώς του νόμου και μοιραία αρχίζει η συζήτηση και για την υπαγωγή της Κοργιαλενείου. Νομικά και ηθικά το ζήτημα ήταν δύσκολο. Απ’ τη μία υπάρχει η διαθήκη και απ’ την άλλη η απόλυτη οικονομική αδυναμία του Κληροδοτήματος. Ο Μοσχόπουλος, άμισθος ακόμη, εκλιπαρεί με αναφορές του για τη μέση οδό: Δημοσιοποίηση και διατήρηση της διοίκησης από το Κοργιαλένειο, άποψη που βρίσκει σύμφωνα και Μέλη του Συμβουλίου,[38] ωστόσο ο προβληματισμός είναι μεγάλος. Στα πρακτικά αρχίζει να εμφανίζεται ως πρόταση η επωνυμία «Κοργιαλένειος Δημόσια Βιβλιοθήκη». Ο προβληματισμός είναι μεγάλος – η συναίνεση του Κράτους για οικονομική ενίσχυση με πολλές προσπάθειες αποσπάται - μένει να βρεθεί η νομική φόρμουλα. Ο διάλογος Συμβουλίου – Υπουργείου Παιδείας συνεχίζεται ως το καλοκαίρι του 1953. Ένα αναπάντεχο γεγονός θα ανατρέψει τα δεδομένα: Οι καταστρεπτικοί σεισμοί της 9, 11 και 12 Αυγούστου 1953 θα γκρεμίσουν το κτίριο της Βιβλιοθήκης[39], πριν καλά καλά συμπληρωθούν τριάντα χρόνια από την αποπεράτωσή του.

Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΛΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ: Ο ΝΟΜΟΣ 2823/1954.

Η σεισμική καταστροφή δημιουργεί ένα νέο τετελεσμένο. Ό,τι είχε απομείνει από την εξανέμιση των κεφαλαίων – η ακίνητη περιουσία του κληροδοτήματος, καταστρέφεται. Ουσιαστικά το μόνο που διασώζεται είναι τα βιβλία, χάρη σε κάποιους αφανείς ήρωες του κληροδοτήματος[40]. Οι νέες συνθήκες επισπεύδουν την ψήφιση του θεμελιώδους για τη διατήρηση της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης νόμου 2823/1954 (ΦΕΚ Α 78), που θα συμπληρωθεί ερμηνευτικά με τον νόμο 3157/1955. Η τελική νομική λύση, που θεσμοθετεί την επιβεβλημένη ενισχυτική παρέμβαση του Κράτους βρίσκεται κάπου στη μέση: Η Βιβλιοθήκη διατηρεί την αυτοτέλειά της σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη διαθήκη[41] – την ιδιότητα δηλαδή του Νομικού Προσώπου ιδιωτικού Δικαίου, ενώ θεσμοθετείται Εφορεία[42] σύμφωνα με τον ν. 1362/1949, η οποία λογοδοτεί στο Κοργιαλένειο Συμβούλιο, που παραμένει το ανώτατο διοικητικό όργανο. Η Βιβλιοθήκη κατά τα λοιπά υπάγεται στον Α.Ν. 1362/49, και, το σημαντικότερο, τα λειτουργικά της έξοδα αναλαμβάνει το κράτος (επομένως και την αμοιβή του Μοσχόπουλου)[43] με ένα πλαφόν ωστόσο ως προς το ύψος της ενίσχυσης που καταβάλλεται στο ίδρυμα ως επιχορήγηση σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνεται ένα χρόνο αργότερα με το Ν. 3157/1955.

Ο νόμος 2823/1954 καθιερώνοντας θεσμικά την πάγια οικονομική υποστήριξη της Κοργιαλενείου είναι ένα παράδειγμα συγκερασμού από την έννομη τάξη δύο αναγκών: της ανάγκης παρέμβασης σε μη κρατικό φορέα που διαχειρίζεται το δημόσιο αγαθό της πρόσβασης στη γνώση και της ανάγκης διατήρησης ενός θεσμού που πλέον αδυνατεί να φέρει εις πέρας το σκοπό για τον οποίο ιδρύθηκε, όσο κι αν αυτή η τελευταία φαντάζει σήμερα πολυτέλεια. Παρότι ο νόμος δεν εφαρμόστηκε ποτέ στο σύνολό του, χωρίς αυτόν σήμερα η Βιβλιοθήκη θα ήταν απολύτως αδύνατο να υπάρχει[44].

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η προσεισμική περίοδος της Βιβλιοθήκης αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα του πόσο αναγκαία είναι η παρέμβαση, συνέργεια και αρωγή της Πολιτείας ή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης όταν τα κεφάλαια που έχουν αφεθεί για κοινωφελή σκοπό από την Πολιτεία παύουν να επαρκούν για τη διατήρηση μιας πολιτισμικής υποδομής, για την ίδρυση της οποίας αφέθηκαν. Όσα είπαμε αποτελούν την επιβεβαίωση ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία μπορεί μεν να δημιουργήσει υποδομές παροχής δημόσιων αγαθών (παιδεία, υγεία κλπ.), είναι αδύνατο όμως να τις διατηρήσει χωρίς τη στήριξη της Πολιτείας, η οποία είναι συνταγματικά υποχρεωμένη να παρεμβαίνει για να αποτρέπει δυσλειτουργίες σε τόσο νευραλγικούς τομείς. Ακόμη και σε εποχές τόσο δύσκολες όπως ο μεσοπόλεμος, η μεταπολεμική περίοδος και οι σεισμοί, που το κράτος εκ των πραγμάτων βρίσκεται σε δύσκολη θέση, είναι αναγκαία και επιβεβλημένη η παρέμβασή του, αν συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι στην Ελλάδα ουδέποτε βρήκε εφαρμογή ο θεσμός των ισχυρών Boards of Trustees, που επιτρέπουν τη διατήρηση μη κρατικών τέτοιων υποδομών σε κράτη όπως οι ΗΠΑ με εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης.

Αλλιώς, η βιωσιμότητα των βιβλιοθηκών που η επαρκής χρηματοδότησή τους δεν είναι θεσμικά κατοχυρωμένη, θα επαφίεται στον πατριωτισμό και την αυτοθυσία ανθρώπων σαν το Γεράσιμο Μοσχόπουλο. Τιμώντας την μνήμη του θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μια στιγμή της ζωής του. Τα χρόνια που πενόταν μαχόμενος για να κρατηθεί ανοιχτή η βιβλιοθήκη, και «λιμοκτονούσε κυριολεκτικώς» (η έκφραση από τα πρακτικά του Κοργιαλενείου Διοικητικού Συμβουλίου), ένα μικρό αργοστολιωτόπουλο του έφερνε σχεδόν καθημερινά ένα πιάτο φαγητό. Ας ευχηθούμε η Ιστορία να μην ξεχάσει το Γεράσιμο Μοσχόπουλο. Το παιδάκι σίγουρα η Ιστορία δεν θα το ξεχάσει. Το παιδάκι ονομαζόταν Αντώνης Τρίτσης[45].

ΗΛΙΑΣ Α. ΤΟΥΜΑΣΑΤΟΣ

Corgialenios Library (1924-1954)

The first thirty years

Elias A. Toumasatos

The foundation of a public library in Argostoli, the capital of Cephalonia, was included in Article 27 of Marinos Corgialenios’ will written in 1910. Corgialenios (1829 -1911) a Cephalonian-born wealthy businessman in London became one of Cephalonia’s great benefactors, having bequeathed big amounts of money for various charities in the island as well as the rest of Greece. The one concerning the Corgialenios library was including three different categories of financing: the foundation capital, (4.000 pounds for construction works and 1000 pounds to buy new books) the maintenance capital (5.000 pounds), and, last but not least, his own collection of books for the library to begin with. The Corgialenios Administrative Council (its formation was also included in the will) had the duty to take all necessary actions for building (and in some cases maintaining) all the Corgialenios institutions of Cephalonia.

The library was constructed and finally opened for the public in 1925 (though 1924 is mentioned as official foundation year). Its building and equipment was quite modern and unique, comparable even with libraries in Athens or abroad. The library was merged with the former Public Library of Cephalonia and became the only public library in the island. Yerassimos Moshopoulos (1882[?]-1974) was the library’s first director. A journalist, a writer and scholar with great passion for his work, Moschopoulos became the soul of the library for 42 years until he retired in 1967.

The library went on (as a private foundation without any support by the State) through the thirties without serious problems, though it seemed clear that the maintenance capital would not be capable within the next few years not only for the development of the library, but even for its own ability to go on with its regular activity. In the beginning of World War II, there wasn’t enough money anymore for the Library – and the Council could not use any other available funds to finance what had become a cultural ark for Cephalonians, thanks to Moschopoulos’ enthusiasm. The winds of the war blew away everything. After the war the library(which had meanwhile had been bombarded and looted during the War) could not work properly, without any maintainance capital. The Council had to fire Moschopoulos, who continued working (though he was practically starving) voluntarily. The arthquakes of 1953 had destroyed everything that was left over the hurricanes of World War II and the Greek Civil War. A few years before the earthquakes the Greek Ministry of Culture began discussions with the Corgialenios Council so as to find a way to “publicize” the library. The crucial issue was who would have the administration after a possible publicization. In 1954 the solution was found. By law, the library would thereby be supported financially by the state to cover most of its expenses (especially Moschopoulos’ salary), but the administration would remain in the hands of the Council.

The library was reconstructed after the earthquakes thanks to the benefactors Georgios Verghotis and Evangelos Tipaldos-Bassias. Its new building opened its doors to the public in 1963.





[1] Θερμές ευχαριστίες οφείλω στον από το έτος 1947 Γραμματέα του Κοργιαλενείου Διοικητικού Συμβουλίου κ. Γεράσιμο Ι. Σταματάτο για τις πολύτιμες πληροφορίες που μου παρείχε, ιδίως για τις μαρτυρίες του για τα πρώτα μεταπολεμικά δύσκολα χρόνια της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης, καθώς και τις συμβουλές του κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου στα αρχεία του Κοργιαλενείου Ιδρύματος που αφορούν την υπό εξέταση περίοδο.

[2] Για τον μεγάλο ευεργέτη της Κεφαλονιάς (και όχι μόνο) Μαρίνο Κοργιαλένιο (1829-1911), τη ζωή, τη δράση και τις ευεργεσίες του εξαντλητική είναι η μονογραφία του Αγγελο-Διονύση Δεμπόνου, (Δεμπόνος, Αγγελο-Διονύσης: Μαρίνος Κοργιαλένιος. Βιογραφία. Αργοστόλι: Ν.Ε.Λ.Ε. Κεφαλονιάς, 1989) η οποία, βασισμένη κατεξοχήν σε αδημοσίευτες αρχειακές πηγές, αποκαθιστά στο ορθό και πολλές ιστορικές λεπτομέρειες για τη ζωή του (π.χ. το έτος γεννήσεως). Το πρώτο μέρος της μελέτης (σσ. 125-189) είναι η κατεξοχήν βιογραφία του ευεργέτη, ενώ το δεύτερο (σσ. 193 επ.) αναφέρεται στην κοινωνική, εθνική και οικονομική προσφορά του, με ιδιαίτερη έμφαση στις ευεργεσίες εν ζωή και τα κληροδοτήματα που κατέλιπε.

[3] Τα σωζόμενα βιβλία πρακτικών και αποφάσεων και η σχετική αλληλογραφία βρίσκονται στο μετασεισμικό κτίριο της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης και θα παραπέμπουμε εφεξής σ’ αυτά ως Αρχείο Κοργιαλενείου Διοικητικού Συμβουλίου Κεφαλληνίας (Αρχείο Κ.Δ.Σ.). Ιδιαίτερος φάκελλος αλληλογραφίας σώζεται μόνον ένας (Φάκελλος: Αρχείον Διευθύνσεως 1921-1964), ο οποίος περιλαμβάνει κυρίως λυτά έγγραφα και εγκυκλίους του Υπουργείου Παιδείας.

[4] Παραθέτουμε αυτούσιο το (μεταφρασμένο στα ελληνικά) κείμενο της διαθήκης που αφορά στην Ίδρυση της Βιβλιοθήκης, όπως δημοσιεύθηκε στο: Κοργιαλένιος, Μαρίνος: Διαθήκη. Εν Λονδίνω 1910. Χ.τ.: Κοργιαλένειον Διοικητικόν Συμβούλιον Κεφαλληνίας, 1960, σσ. 23-24.

«Άρθρον 27. Δίδω τὸ ποσὸν τῶν 10.000 λιρῶν πρὸς ἵδρυσιν Δημοσίας Βιβλιοθήκης ἐν Ἀργοστολίῳ τῆς Κεφαλληνίας, τῶν βιβλίων καὶ περιεχομένων τῆς ὁποίας δέον νὰ γίνηται χρῆσις ἐντὸς αὐτῆς, ὄχι δὲ καὶ ἐκτός. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ρηθέντος ποσοῦ τῶν 10.000 λιρῶν, ποσὸν μὴ ὑπερβαῖνον τάς 4.000 λίρας δέον νὰ δαπανηθῆ πρὸς ἀνέγερσιν, ἐν κεντρικῷ τῆς πόλεως μέρει, τοῦ κτιρίου τῆς Βιβλιοθήκης, τὸ οἰκόπεδον τοῦ ὁποίου ἐλπίζω ὅτι θέλει χορηγήσει ὁ Δῆμος Κραναίας, ἢ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ πρὸς ἐπίπλωσιν αὐτοῦ ὡς Δημοσίας Βιβλιοθήκης, μετὰ τῶν καταλλήλων ἀναγνωστηρίων δι’ ἄνδρας καὶ γυναίκας. Ἕτερον ποσὸν μὴ ὑπερβαῖνον τάς 1.000 λίρας δέον νὰ δαπανηθῆ δι’ ἀγορὰν βιβλίων, διαφόρων ἐκείνων ἄτινα κληροδοτῶ κατωτέρω, ἁρμοδίων δὲ καὶ χρησίμων εἰς Δημοσίαν Βιβλιοθήκην. Τὸ δὲ ἐκ 5.000 λιρῶν, ἢ καὶ πλέον, ὑπόλοιπον οἱ Ἕλληνες Ἐκτελεσταί μου θέλουσι τὸ ἐνδύσει, καὶ τὸ εἰσόδημα αὐτῶν θέλει χρησιμεύσει, διὰ τὴν δέουσαν συντήρησιν τῆς Βιβλιοθήκης καὶ τὴν κατ’ ἔτος ἀγορὰν νέων βιβλίων, οἴα εἴρηται ἀνωτέρω. Τὰ Καταστατικὰ καὶ οἱ Κανονισμοὶ τῆς Βιβλιοθήκης θέλουσι συνταχθῇ ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων Ἐκτελεστῶν μου, ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ Κοργιαλενείου Διοικητικοῦ Συμβουλίου, καὶ συνιστῶ ὅπως κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν καταστατικῶν καὶ Κανονισμῶν καταχωρισθῆ διάταξις ἰδιαιτέρως καὶ αὐστηρῶς ἀπαγορεύουσα τὴν ἀλλαχοῦ μεταφορὰν παντὸς βιβλίου ἢ χάρτου ἢ τὴν χορήγησιν ἀδείας τοιαύτης μεταφορᾶς, πρὸς ἀνάγνωσιν ἢ ἄλλην χρῆσιν ἐκτὸς τῆς Βιβλιοθήκης. Ἐπιθυμῶ δὲ ὅπως πᾶς παραβάτης τῆς διατάξεως ταύτης καταδιώκηται, εἰ δυνατόν, ὡς ἐὰν διέπραττε κλοπήν. Ἡ ἐν λόγῳ Βιβλιοθήκη δέον νὰ φέρη τὸ ὄνομά μου καὶ νὰ καλῆται «Ἡ Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη», ἐλπίζω δὲ ὅτι οἱ συμπολίται μου θελουσι διὰ δωρεῶν ἢ κληροδοτημάτων εὐεργετεῖ αὐτήν, ὥστε νὰ καταστῆ βαθμηδὸν Βιβλιοθήκη χρήσιμος διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ βελτίωσιν τῶν συμπολιτῶν μας».

[5] Στο άρθρο 47 της διαθήκης του, ανάμεσα σε άλλα κληροδοτήματα ο Μαρίνος Κοργιαλένειος καταλείπει όλα τα βιβλία και τους χάρτες του στον Δήμο Αργοστολίου, με τον όρο αυτά να παραχωρηθούν είτε στην υφιστάμενη τότε Δημόσια Βιβλιοθήκη είτε στην μελλούμενη να ιδρυθεί Κοργιαλένειο: «[…] καὶ ὁ Δῆμος Ἀργοστολίου Κεφαλληνίας [λάβη] ὅλα τὰ βιβλία καὶ ὅλους τους χάρτας μου, ὅπως προστεθώσιν εἰς τὴν νῦν ὑπάρχουσαν Δημοσὶαν Βιβλιοθήκην, ἢ εἰς τὴν ἐκεῖ ἰδρυθησομένην δυνάμει τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης μου».

[6] Για τη Δημόσια Βιβλιοθήκη Κεφαλληνίας βλ. Τουμασάτος, Ηλίας: «Δημοσία Βιβλιοθήκη Κεφαλληνίας. Τα πρώτα βήματα ενός οράματος». Οδύσσεια Κεφαλλονιάς και Ιθάκης, 2004, σσ. 32-39.

[7] Η πρώτη σύνθεση του Κοργιαλενείου Διοικητικού Συμβουλίου καθορίζεται στο ίδιο άρθρο. Εκτός του Αρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας, θα το συναποτελούν οι: Πλάτων Βέγιας (μεγάλος ευεργέτης της Κεφαλονιάς και ο ίδιος), John Ernest Toole (της περίφημης οινοποιίας Τουλ του Αργοστολίου), Αναστάσιος Φωκάς Γεωργακάτος (ανηψιός του Κοργιαλένιου, εν είδει εκπροσώπου της οικογενείας), ο γιος του Ανδρέα Λασκαράτου Γεράσιμος και ο Δήμαρχος Αργοστολίου Σπυρίδων Φωκάς Κοσμετάτος.

[8] Η Επιτροπή των Ελλήνων Εκτελεστών ορίζεται με το άρθρο 19 της διαθήκης – σε αυτήν προεξάρχει ο Διάδοχος Κωνσταντίνος (ο Κοργιαλένιος διατηρούσε άριστες σχέσεις με την ελληνική βασιλική οικογένεια). Παράλληλα προς αυτήν υπήρχε και η Επιτροπή των «Άγγλων» Εκτελεστών (κυρίως Ελλήνων της Κοινότητας του Λονδίνου), η οποία ορίζεται με το άρθρο 1 της Διαθήκης.

[9] Η απόλυτη απαγόρευση του δανεισμού των βιβλίων ίσχυσε μέχρι το έτος 2002, κατά το οποίο το Κοργιαλένειο Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε την ίδρυση ιδιαίτερου δανειστικού τμήματος στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη – ωστόσο η απαγόρευση του δανεισμού εξακολουθεί να ισχύει για τα υπόλοιπα βιβλία.

[10] Άρθρο 24 της διαθήκης Μαρίνου Κοργιαλένιου. Ποσό που καταλείπεται 40.000 λίρες. Είναι αξιοσημείωτο ότι η Κοργιαλένειος Επαγγελματική Σχολή, το μεγαλύτερο κληροδότημα του Κοργιαλένιου, δεν ιδρύθηκε ποτέ.

[11] Άρθρο 26 της διαθήκης. Ποσό που καταλείπεται 10.000 λίρες.

[12] Άρθρο 28 της διαθήκης – συνολικό ποσό που καταλείπεται 16.000 λίρες.

[13] Για την αγορά του οικοπέδου βλ. Δεμπόνος, Αγγελοδιονύσης, Μαρίνος Κοργιαλένιος, ό.π., σ. 332, υποσ. 13.

[14] Αυτά αναφέρει ο Γεράσιμος Μοσχόπουλος, διευθυντής της Βιβλιοθήκης για την περίοδο 1925-1967 σε χειρόγραφο από 9-9-1966 σημείωμά του με τίτλο «Αι Εν Κεφαλληνία Δημόσιαι και Ιδιωτικαί Βιβλιοθήκαι» που φυλάσσεται στα Αρχεία του Κοργιαλενείου Δ.Σ., αλλά και στην εισαγωγική σελίδα του βιβλίου όπου καταγράφηκαν τα παραδοθέντα βιβλία της Δημόσιας Βιβλιοθήκης, το οποίο επίσης τηρείται στα αρχεία του Ιδρύματος. Στη σφραγίδα της βιβλιοθήκης, που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα, αναγράφεται: Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη Κεφαλληνίας, 1924.

[15] Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., βιβλίο πρακτικών υπ’ αριθ. 1 (1924-1935).

[16] Βλ. το σωζόμενο «Α Βιβλίον απογραφής των υπό του Δημοσίου δυνάμει της υπ’ αριθ. 31461 της 14ης Ιουνίου 1926 διαταγής του Υπουργείου της Παιδείας παραχωρηθέντων εις την Κοργιαλένειον Βιβλιοθήκην βιβλίων της τέως Δημοσίας Βιβλιοθήκης Κεφαλληνίας και παραδοθέντων συνεπεία του από 26ης Ιουλίου 1926 πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής» περιέχει συνολικά 2.738 τίτλους, και συνεχίζεται σε άλλο βιβλίο απογραφής, το οποίο δεν έχει βρεθεί στα αρχεία του Κοργιαλενείου Δ.Σ

[17]. Στο «Α Βιβλίον Εισαγωγής της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης Κεφαλληνίας» (Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ.) που ξεκινά από την 9/6/1930 καταγράφονται οι βασικές δωρεές: Αυτή του Μαρίνου Κοργιαλένιου, και οι δωρεές της οικογένειας Ανδρέα Λασκαράτου, Κληρονομίας Νικ. Γ. Ιγγλέση, Μαρίας Μαρκοπούλου, Σπυρίδωνος Φωκά-Κοσμετάτου, Νικολάου Χαριτάτου, Μητροπολίτου Δαμασκηνού και Αγλαΐας χήρας Σπ. Μεταξά.

[18] Σε αναφορά του προς τον Πρόεδρο και τα Μέλη της Εφορείας της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης με ημερομηνία 9-5-1930 (Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., Φάκελλος τέως προσωπικού Κοργιαλενείων Ιδρυμάτων, φάκελλος Γερασιμου Χ. Μοσχόπουλου) ο Μοσχόπουλος κάνει έναν απολογισμό της μέχρι τότε δράσης του και επισημαίνει ότι το ήδη ευρισκόμενο στη βιβλιοθήκη βιβλιακό υλικό δεν είναι χρηστικό για το αναγνωστικό κοινό της πόλης. Το ύφος του κειμένου και οι αναφορές του σε διεθνείς βιβλιοθηκονομικές πρακτικές μαρτυρεί βαθύτατη γνώση του αντικειμένου και εισηγείται συγκεκριμένη πολιτική εμπλουτισμού της βιβλιοθήκης με έργα (α) Αρχαίας Ελληνικής και Λατινικής Φιλολογίας (β) Νεότερης Ελληνικής Φιλολογίας και Λογοτεχνίας (γ) μεταφράσεις ξένων έργων (χρησιμοποιώντας μάλιστα και το σύνθημα «Τα καλύτερα και τα νεώτερα βιβλία» (δ) επιστημονικά συγγράμματα, κυρίως ιατρικά και νομικά(ε) θρησκευτικά βιβλία (την πλήρη σειρά της Πατρολογίας) (στ) νεότερα βιβλία και περιοδικά, ελληνικά και ξένα, που θα φέρουν το τοπικό αναγνωστικό κοινό σε επαφή με τις τελευταίες εξελίξεις (ζ) βιβλία κατάλληλα για τη μαθητιώσα νεολαία, σε συνεργασία με τα τοπικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και τέλος (η) βιβλία για την εκπαίδευση των γυναικών. Είναι αξιοζήλευτος ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να διαμορφώσει μια πολιτική ανάπτυξης μιας βιβλιοθήκης που θα συνδυάζει μια ταυτότητα «λαϊκής βιβλιοθήκης» (public library) με εκπαιδευτικό χαρακτήρα που θα απευθύνεται στο πλατύ κοινό, και ταυτόχρονα «ερευνητικής βιβλιοθήκης»(research library), που θα παρέχει όλα τα εφόδια για τους επιστήμονες και τους τοπικούς ερευνητές. Ο Μοσχόπουλος προβαίνει και σε παρατηρήσεις για πρακτικά θέματα (εξοπλισμού, κοινού, προσωπικού της Βιβλιοθήκης), αποδεικνύοντας ότι είναι ένας άνθρωπος με όραμα για το πνευματικό αυτό ίδρυμα ως ζωντανό κομμάτι της εκπαιδευτικής και κοινωνικής πραγματικότητας.

[19] Καταστατικόν της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης Κεφαλληνίας, Αργοστόλιον: τυπ. Νικολάτου, 1929, σελίδες 8. Στο τέλος του φυλλαδίου διαπιστώνουμε ότι η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου είναι ήδη διαφορετική από την προβλεπόμενη στη διαθήκη: Πρόεδρος είναι ο Αρχιεπίσκοπος Κεφαλληνάς Δαμασκηνός, ενώ από τα μέλη παραμένουν οι Γ.Α. Λασκαράτος και Σ. Κοσμετάτος, ενώ νέα μέλη είναι οι Γερ. Αγγελάτος, Αλέξ. Βανδώρος, Γερ. Στίβας και Ν. Α. Φωκάς – Γεωργακάτος.

[20] Στο «Α Βιβλίον Εισαγωγής» [ό.π.] η δωρεά του Μαρίνου Κοργιαλένιου καταλαμβάνει τις εγγραφές αρ. 1-493 και 957-980α.

[21] Βλ. άρθρα 6-7 Καταστατικού Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης.

[22] Βλ. άρθρα 6 παρ. 2 (ο Διευθυντής Γραμματέας της Εφορείας), και 7-11 του Καταστατικού της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης.

[23] Το άρθρο 5 του καταστατικού της Βιβλιοθήκης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ἡ χρῆσις τῆς Βιβλιοθήκης εἶναι μόνον ἐσωτερική, διὰ τῆς παροχῆς βιβλίων πρὸς μελέτην μόνον ἐν τῷ ἀναγνωστηρίῳ αὐτῆς, ὡς ἀπαγορευομένου, διὰ τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Ἰδρυτοῦ, τοῦ δανεισμοῦ βιβλίων».Το Κοργιαλένειο Συμβούλιο ορθώς έχει παραλείψει από τη διάταξη την απειλή ποινικής δίωξης για τους «εξάγοντες» βιβλία από τη Βιβλιοθήκη, καθώς η ιδιωτική βούληση του διαθέτη δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον ποινικό νομοθέτη (nullum crimen nulla pena sine lege).

[24] Ο Γεράσιμος Χ. Μοσχόπουλος (1882[;] – 1974), ανέλαβε διευθυντής της Βιβλιοθήκης από την 1/1/1925 (βλ. Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., Φάκελλος τέως προσωπικού Κοργιαλενείων Ιδρυμάτων, φάκελλος Γερασίμου Μοσχοπούλου). Ο Ανδρέας Καλογηράς σε άρθρο του που δημοσιεύεται στην εφημερίδα του Αργοστολίου ΕΛΗΑ («Γεια σου φίλε μου», ΕΛΗΑ, περίοδος Γ, φ. 182, 5 Σεπτ. 1925, σ. 1), χαιρετίζει με ενθουσιασμό την ανάληψη της θέσεως του διευθυντή από το Μοσχόπουλο. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ἔχουν τόσα γραφῆ γιὰ τὸ πλούσιο ταλέντο του, γιὰ τὸν ἀνεξάντλητο θησαυρὸ τῶν γνώσεών του, γιὰ τὴν ἀφοσίωσή του στὴ σπουδὴ καὶ στάς Μούσας, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ πρὸς τὸ βιβλίο, γιὰ τὴν ἀπέραντη μνήμη του, γιὰ τὴν φιλολογική του ἐργασία καὶ τέλος γιὰ τὰ τόσα πνευματικά του χαρίσματα, ὥστε νὰ περιττεύη κάθε ἐγκώμιο. Αὐτὸ μόνο νὰ γράψω: πὼς ἄν, ὅπως λέγει κάποιος Γάλλος σοφός, «ὑπάρχουν λίγα φιλολογικὰ λειτουργήματα, ποὺ ἀπαιτοῦν τόσας ἱκανότητας ὄσας τὸ τοῦ βιβλιοθηκαρίου», ὠρισμένως ἡ Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη βρῆκε τὸν ἄνθρωπό της (γιατί ὁ κ. Μοσχόπουλος ἔχει ὅλα ἐκεῖνα τὰ προσόντα, ποὺ ἀπαιτοῦνται γιὰ νὰ τὴν ἀναδείξουν ἀξίαν τοῦ ὑψηλοῦ καὶ παιδαγωγικοῦ προορισμοῦ της….»[…].

[25] Ο Μοσχόπουλος δημοσιογραφούσε σε τοπικές εφημερίδες της Κεφαλονιάς, σε τοπικά ημερολόγια, έγραφε ποίηματα και στίχους και πραγματοποιούσε πολλές διαλέξεις γύρω από τον ελληνικό πολιτισμό (και τη συμβολή των Κεφαλλήνων στη διαμόρφωσή του). Ήταν άριστος γνώστης της αρχαίας ελληνικής (και συνέθετε πολλά αρχαία επιγράμματα, που βρίσκονται εγκατεσπαρμένα σε νεκρολογίες και άρθρα του τοπικού τύπου), και είχε δημοσιεύσει μια μικρή ιστορία της Κεφαλονιάς. (Μοσχόπουλος, Γεράσιμος Χ. Ιστορία (συνοπτική) της Κεφαλληνίας. Αθήναι: χ.ό., 1951). Είχε γράψει και μια εκτενέστερη εκδοχή της Ιστορίας της Κεφαλονιάς, που μέχρι σήμερα παραμένει αδημοσίευτη. Λάτρης της καθαρεύουσας και μνημειώδης καλλιγράφος, είχε γράψει και θεατρικά έργα.. Εποχή είχε αφήσει η περίφημη ομιλία του για την Κεφαλονιά δια μέσου των αιώνων στον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός» της Αθήνας στις 22-10-1936, η οποία διήρκεσε 2 ώρες και 20 λεπτά και ήταν από μνήμης.

[26] Σύμφωνα με τον υπηρεσιακό φάκελλο του Γεράσιμου Μοσχόπουλου (Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., Φάκελλος τέως προσωπικού Κοργιαλενείων Ιδρυμάτων, φάκελλος Γερασίμου Μοσχοπούλου), παρέμεινε στη θέση του διευθυντή μέχρι το 1967, όταν καταγγέλθηκε από το Κοργιαλένειο Δ.Σ. η σχέση εργασίας του. Ο ίδιος τότε ήταν σε πολύ προχωρημένη ηλικία και με πάμπολλα προβλήματα υγείας.

[27] Βλ. επιστολή Γ. Μοσχόπουλου με αριθ. 8/6-9-1937 προς το Κοργιαλένειο Διοικητικό Συμβούλιο, με την οποία ζητά προκαταβολή έναντι του μισθού του για να μην καταβάλλει πλέον δαπάνες της Βιβλιοθήκης εξ ιδίων (Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., Φάκελλος εγγράφων έτους 1937) και την επιστολή του από 10/4/1939 (Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., Φάκελλος εγγράφων έτους 1939).

[28] Βλ. την επό 20-8-1937 έκθεση του Γεράσιμου Χ. Μοσχόπουλου προς το Κοργιαλένειο Διοικητικό Συμβούλιο αναφορικά με την πορεία της Βιβλιοθήκης Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., Φάκελλος εγγράφων έτους 1937).

[29] Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., Βιβλία Πρακτικών Κοργιαλενείου Διοικητικού Συμβουλίου αριθ. 1 (συνεδριάσεις 98-281, 1924-1935), αριθ. 2 (συνεδριάσεις 352-439, έτη 1939-1944). Ελλείπουν οι συνεδριάσεις από 282-353. Φάκελλοι υπηρεσιακών εγγράφων ετών 1931-1937 και 1938-1944. Το υλικό είναι εξαιρετικά ελλιπές καθώς το κτίριο της Βιβλιοθήκης βομβαρδίστηκε, αλλά και δέχτηκε την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, που διεσκόρπισαν το αρχείο του Ιδρύματος με το πρόσχημα έρευνας (1943) με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος του προγενέστερου αρχείου να έχει χαθεί οριστικά.

[30] Βλ. έγγραφο της διευθύντριας του Κοργιαλενείου Ανωτέρου Παρθεναγωγείου Ειρηνης Γαλανού και προϋπολογισμό έτους 1939 (Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., Φάκελλος εγγράφων έτους 1939). Στον προϋπολογισμό του 1938 (Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., φάκελλος εγγράφων έτους 1938) δεν προβλέπεται κανένα ποσό για αγορά βιβλίων, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι όλα τα έσοδα της Βιβλιοθήκης προέρχονται από τα δύο κεφάλαια (Ιδρύσεως και συντηρήσεως). Αυτό καταδεικνύει ότι, ελλείψει άλλων εσόδων και πόρων, ήταν μοιραίο και τα δυο κεφάλαια να εξανεμιστούν, καθώς δεν είναι δυνατόν να συντηρήσουν έναν φορέα που εκ της φύσεώς του δεν μπορεί να είναι κερδοφόρος.

[31] Άρθρο 1 περιπτώσεις (γ) και (δ) Α.Ν. 1069/1938.

[32] Πέρα από την «ταφόπλακα» που θέτει ο Α.Ν. 1069/1938 στην Κοργιαλένειο Επαγγελματική Σχολή, και την σαφή εύνοια υπέρ του Παρθεναγωγείου (στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 1 αναφέρει ότι «τα εις μετρητά εν γένει υπόλοιπα διατίθενται υπό του Κοργιαλενείου Διοικητικού Συμβουλίου δια την συμπλήρωσιν του Παρθεναγωγείου), η ανακατανομή των κεφαλαίων σήμαινε ουσιαστικά και το τέλος οποιασδήποτε δυνατότητας κάλυψης των πιο αδύναμων οικονομικά κληροδοτημάτων, όπως ήταν αυτό της Βιβλιοθήκης από έσοδα άλλων κληροδοτημάτων τη διαχείριση των οποίων είχε το Κοργιαλένειο Διοικητικό Συμβούλιο. Ο νόμος δεν απέτρεψε ούτε την εξανέμιση των κεφαλαίων , ούτε το κλείσιμο του Κοργιαλενείου Ανωτέρου Παρθεναγωγείου (που δεν κατόρθωσε να ορθοποδήσει λόγω και του μεγάλου λειτουργικού του κόστους και μετατράπηκε σε Δημόσιο Γυμνάσιο Θηλέων), ούτε την «με τεχνητή αναπνοή» επιβίωση της Βιβλιοθήκης χάρη στην εθελοντική προσφορά του Μοσχόπουλου.

[33] Ήδη έχει κατατεθεί στο Ελληνικό Κοινοβούλιο το τελικό σχέδιο Κώδικα Εθνικών Κληροδοτημάτων. Εφ’ όσον ο νόμος αυτός (εκτελεστικός του συντάγματος, καθώς η θέσπισή του προβλέπεται από το άρθρο 109 του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001, ψηφιστεί, η τελική του μορφή θα είναι η πρώτη συνολική κωδικοποίηση του θεσμού των Εθνικών Κληροδοτημάτων στην ιστορία του Νεοελληνικού Κράτους, και θα αντικαταστήσει τον Α.Ν. 2039/1939, ο οποίος τη σημερινή εποχή είναι αναχρονιστικός και καθιστά τα κληροδοτήματα δυσκίνητα και καταδικασμένα σε απραξία (αφού ουσιαστικά ευνοεί ως μοναδική πηγή πόρων τις τραπεζικές καταθέσεις, τα επιτόκια των οποίων έχουν εξανεμιστεί, ενώ ορθώνει ανυπέρβλητα γραφειοκρατικά εμπόδια σε οποιανδήποτε άλλη προσπάθεια επένδυσης της περιουσίας των κληροδοτημάτων).

[34] Βλ. Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., Βιβλίο πρακτικών αριθ. 3 (Συνεδριάσεις 440-449, έτη 1944-1948). Βλ. επίσης και την επιστολή του Προέδρου του Κοργιαλενείου Δ.Σ., Μητροπολίτη Κεφαλληνίας Γερμανού (αριθ. πρωτ. 128/5-9-1947) με την οποία ανακοινώνεται στον Γεράσιμο Μοσχόπουλο η απόλυσή του, λόγω της οικονομικής αδυναμίας του, με θερμές ευχαριστίες για την μέχρι τότε προσφορά του. Με το αριθ. 34/10-9-1949 έγγραφο του Κοργιαλενείου Δ.Σ. βεβαιώνεται ότι ο Γεράσιμος Μοσχόπουλος συνεχίζει να παρέχει τις υπηρεσίες του «κατά παράκλησιν αυτού» και άνευ μισθού. (και τα δυο έγγραφα στο Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., Φάκελλος Τέως Προσωπικού Κοργιαλενείων Ιδρυμάτων, φακελλος Γερασίμου Χ. Μοσχοπούλου).

[35] Βλ. την εφημερίδα του Αργοστολίου ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ φ. 121 (18-10-1947) σ.1 («Μία επίσκεψις εις την Βιβλιοθήκην»). Τα ξύλινα παράθυρα είναι κατεστραμμένα, τα παράθυρα δεν έχουν τζάμια, και καθίστανται αναγκαίες οι επισκευές προκειμένου να είναι δυνατή η χρήση της για τους μήνες του χειμώνα. Επισημαίνεται η απόλυτη έλλειψη χρηματικών μέσων και ζητείται η παρέμβαση του κράτους. Η ίδια εφημερίδα επιμένει να θέτει το θέμα επί τάπητος, σε μια εποχή που με τις υφιστάμενες δύσκολες καταστάσεις (Εμφύλιος ) θα φάνταζε στα μάτια μας πολυτέλεια. Στο φ. 119 της 4-10-1947 (σ. 1), σε άρθρο με τίτλο «Η Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη μας» με υπογραφή «Ρ.», εξαίρεται η προσφορά του Ιδρύματος και η αυτοθυσία του Γεράσιμου Μοσχόπουλου και προτείνεται να αναλάβει τη συντήρησή της το Κράτος, χωρίς το Κληροδότημα να χάσει τα δικαιώματά του. Ο Μητροπολίτης Γερμανός απαντά στο φ. 122/25-10-1947, σ. 1 («Αι ενέργειαι του Κοργιαλενείου Κληροδοτήματος» με απολογητικό ύφος αναφέρεται στην εκμηδένιση των κεφαλαίων του Ιδρύματος, την άρνηση του Υπουργείου να χρησιμοποιηθούν για τη Βιβλιοθήκη Κεφάλαια του Παρθεναγωγείου και την αναγκαστική απόλυση του Μοσχόπουλου (ο οποίος παραμένει αμισθί στη θέση του). Η απάντηση δεν κρίνεται ικανοποιητική από τη σύνταξη της εφημερίδας (φ. 128/6-12-1947) που τελικά προτείνει ως μόνη λύση την κρατικοποίηση της Βιβλιοθήκης.

[36] Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., φάκελλος εγγράφων ετών 1947 και 1948. Με τα υπ’ αριθ. 2146/25-9-1947 και 1782/23-8-1948 του Δήμου Αργοστολίου προς το Κοργιαλένειο Διοικητικό Συμβούλιο ζητείται η παραχώρηση της Βιβλιοθήκης στο Δήμο Αργοστολίου. Το Κοργιαλένειο Ίδρυμα αρνείται (με το αριθ. 15/9-9-1948 έγγραφό του, στον ίδιο φάκελλο εγγράφων του Αρχείου Κοργιαλενείου Δ.Σ.), ωστόσο δηλώνει ανοιχτό σε συνεργασία.

[37] Βλ. και Κοκκίνης, Σπύρος: Βιβλιοθήκες και Αρχεία στην Ελλάδα. Συμβολή στη μελέτη της πνευματικής Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού. Αθήνα: χ.ο., 1969, σσ. 65 επ. και 160 επ. (με το πλήρες κείμενο του καταργηθέντος σήμερα Α.Ν. 1362/1949). Ο νόμος αυτός ίσχυε μέχρι πρόσφατα, και αντικαταστάθηκε πολύ πρόσφατα από το Ν. 3149/2003 («Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, Δημόσιες Βιβλιοθήκες και άλλες διατάξεις», ΦΕΚ Α 141), με τον οποίο καταργείται το σύνολο σχεδόν της παλαιότερης νομοθεσίας και επιχειρείται η προσαρμογή του νομικού καθεστώτος των βιβλιοθηκών που βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα του Κράτους στις νεότερες εξελίξεις. Όπως και ο Ν. 1362/1949 ο καινούριος νόμος έχει συγκεντρωτικό χαρακτήρα και επιδιώκει τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο του αρμόδιου Υπουργείου (Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων).

[38] Βλ. Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., Βιβλίο πρακτικών αριθ. 4 (συνεδριάσεις 500-546, έτη 1949-1958). Βλ. επίσης την γλαφυρή αλλά πλήρη απόγνωσης αναφορά (με ημερομηνία 4-1-1950) του Γ.Χ. Μοσχόπουλου προς τον Μητροπολίτη Κεφαλληνίας και Πρόεδρο του Κοργιαλενείου Δ.Σ. με την οποία εισηγείται την κρατικοποίηση της βιβλιοθήκης. Επανέρχεται με την από 14-11-1951 αναφορά του, επιχειρηματολογώντας με νομικά επιχειρήματα υπέρ της απόψεως ότι η κρατικοποίηση της Βιβλιοθήκης δεν αντίκειται στις διατάξεις της διαθήκης του Μαρίνου Κοργιαλένιου, πολύ περισσότερο στη βούληση του ιδρυτή. (Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., Φάκελλος Τέως Προσωπικού Κοργιαλενείων Ιδρυμάτων, φακελλος Γερασίμου Χ. Μοσχοπούλου).

[39] Όπως μαρτυρεί φωτογραφία του κτιρίου μετά τους σεισμούς (Αρχείο Κοργιαλενείου Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου, Φωτογραφική Συλλογή Σεισμών 1953), οι εξωτερικοί τοίχοι του κτιρίου δεν κατέρρευσαν ολοσχερώς, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η διάσωση του μεγαλύτερου μέρους του υλικού. Η Βιβλιοθήκη στεγάστηκε στη συνέχεια στο διπλανό οικόπεδο, σε ένα λυόμενο κτίριο που ονομαζόταν «γιουγκοσλαβικό» (επειδή είχε προέλθει από την ανθρωπιστική βοήθεια της κυβέρνησης της Γιουγκοσλαβίας). Το νέο κτίριο της Βιβλιοθήκης οικοδομήθηκε στο χώρο όπου βρισκόταν η προσεισμική βιβλιοθήκη, με δωρεάν μελέτη του αρχιτέκτονα Δημητρίου Παυλάτου, με τη χρηματική ενίσχυση των μεγάλων ευεργετών της Κεφαλονιάς Γεωργίου Βεργωτή και Ευαγγέλου Τυπάλδου-Μπασιά. Το νέο κτίριο, που θυμίζει αρχιτεκτονικά (και ιδίως στην εσωτερική του διαρρύθμιση) την προσεισμική Βιβλιοθήκη, ολοκληρώθηκε το 1963.

[40] Σε υπόμνημά του με ημερομηνία 23-8-1966 προς το Κοργιαλένειο Δ.Σ. ο Γεράσιμος Μοσχόπουλος μας περιγράφει πώς διασώθηκαν τα βιβλία της Κοργιαλενείου μετά τους σεισμούς: « Οἱ καταστρεπτικοὶ σεισμοὶ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1953 μὲ εὗρον ὑπηρετοῦντα ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ ἀμισθί. Ἐν τῷ θερμῷ ἐνδιαφέροντί μου πρὸς διάσωσιν τῶν πνευματικῶν μας θησαυρῶν, οἵτινες εὐρίσκοντο ἐν τῷ ἠερειπωμένῳ κτιρίω αὐτῆς, ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν ἁρπαγὴν καὶ τὸν ὁλοσχερῆ ἀφανισμόν, μετέβην μετὰ τῆς συζύγου μου εἰς τὴν ἐν τῇ «Πλατείᾳ Ἑνώσεως» σκηνὴν τοῦ Ἀντιστρατήγου Ἰατρίδου, ὃν παρεκαλέσαμεν ὅπως παραχωρήσῃ ἓν Τὸλ πρὸς ἀπόθεσιν ἐν αὐτῷ τῶν κινδυνευόντων νὰ καταστραφῶσι τελείως βιβλίων. Ὁ κ. Ἰατρίδης ἀπεδέχθη προθύμως τὴν παράκλησιν ἠμῶν, ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῆς ὁποίας ἀνεφώνησεν ἐν ἀγανακτήσει: «Καὶ ὑπάρχει ἐδῶ Βιβλιοθήκη καὶ δὲν ἦλθε κανεὶς ἄλλος νὰ μοῦ τὸ πῆ!» Τὰ βιβλία μετεφέρθησαν εἰς παραχωρηθὲν ὑπὸ τοῦ Ἀντιστρατήγου ἐν τῷ κτήματι Δεστούνη Τόλ, κατασκευασθέντων δὲ βραδύτερον ἐντὸς αὐτοῦ προχείρων ραφῖων ἐκ σανίδων, ἐταξινομήσαμεν αὐτὰ – φύρδην καὶ ἀτάκτως ἐρριμμένα ἐπὶ τοῦ δαπέδου – καὶ ἐτοποθετήσαμεν ἐν αὐτοὶς τὰ βιβλία, ἃτινα τῷ 1954 μετεφέραμεν εἰς τὸ παραχωρηθὲν ἠμῖν Γιουγκοσλαβικὸν οἴκημα, καὶ βραδύτερον εἰς τὸ ἐν συνοικίᾳ Πλάκας Νορβηγικόν, ἐκεῖθεν δὲ εἰς τὸ Χαροκόπειον τῇ ἐπιστασίᾳ καὶ παρακολουθήσει τῆς συζύγου μου καὶ ἐμοῦ». (Αρχείο Κοργιαλενείου Δ.Σ., Φάκελλος Τέως Προσωπικού Κοργιαλενείων Ιδρυμάτων, φακελλος Γερασίμου Χ. Μοσχοπούλου).

[41] Ο Νόμος 2823 της 10/19-4-1954 (ΦΕΚ Α78) αποτελείται από τέσσερα άρθρα, στο πρώτο από τα οποία καθορίζεται το ιδιότυπο καθεστώς της Βιβλιοθήκης (άρθρο 1 παρ. 1): «Ἡ ἐν Ἀργοστολίῳ Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη ὑπάγεται ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος Νόμου εἰς τὴν ἁρμοδιότητα, τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων καὶ εἰς τὰς περὶ ἑνιαίας ὀργανώσεως τῶν ἀνὰ τὸ Κράτος Βιβλιοθηκῶν διατάξεις τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Α.Ν. 1362/1949, διατηροῦσα κατὰ τὰ ἄλλα τὴν ἐκ τῆς διαθήκης Μαρίνου Κοργιαλένιου αὐτοτέλειάν της, ὡς αὔτη διαγράφεται ὑπὸ τῶν ὄρων τῆς διαθήκης». Το άρθρο 20 του Α.Ν. 1362/1949 δυνατότητα υπαγωγής στις διατάξεις του νόμου (και συνακόλουθα στον ενιαίο έλεγχο του Υπουργείου Παιδείας) τόσο οι δημοτικές και κοινοτικές βιβλιοθήκες (άρθρο 20 παρ. 1), όσο και «αι Βιβλιοθήκαι αι ανήκουσαι εις Νομικά Πρόσωπα εν γένει», μετά από αίτηση των διοικούντων αυτές οργάνων και εφ’ όσον οι βιβλιοθήκες διέθεταν τα απαραίτητα μέσα για να λειτουργούν κανονικά. (άρθρο 20 παρ. 2). Στην τελευταία αυτή κατηγορία εντάσσεται και η Κοργιαλένειος. Με το Νόμο αυτό ουσιαστικά επιλέγεται η «σολομώντειος λύση», με απώτερο σκοπό τη σωτηρία της Βιβλιοθήκης: Εξασφαλίζεται η μονιμότητα της κρατικής ενίσχυσης ενώ παράλληλα διατηρείται η διοίκηση από το Κληροδότημα, πράγμα που εξισορροπεί τις όποιες αντιθέσεις.

[42] Με το υπ’ αριθ. 54789/852/21-6-1954 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας διορίστηκε πενταμελής Εφορεία της Βιβλιοθήκης, με τριετή θητεία, με πρόεδρο τον (και πρόεδρο του Κοργιαλενείου Δ.Σ.) Μητροπολίτη Κεφαλληνίας και μέλη το Δήμαρχο Αργοστολίου, τον Γυμνασιάρχη του Γυμνασίου Αρρένων Αργοστολίου και τον καθηγητή Αριστοφάνη Σουρή και τον δικηγόρο Σταύρο Κοκκόλη.

[43] Ν. 2823/1954, άρθρα 1 παρ. 2 και 3, και άρθρο 3 (ως προς την εργασιακή σχέση του διευθυντού, ο οποίος εξομοιώνεται μισθολογικά με τμηματάρχη α΄τάξεως).

[44] Ο νόμος αυτός δεν καταργήθηκε από τον νέο νόμο 3149/2003, διατηρώντας μέχρι σήμερα το ιδιότυπο νομικό καθεστώς της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης.

[45] Και αυτήν τη μαρτυρία οφείλω στον Γραμματέα του Κοργιαλενείου Διοικητικού Συμβουλίου κ. Γεράσιμο Σταματάτο.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]