"Η Τραπεζαρία" του Α.Ρ. Γκέρνυ - Ερασιτεχνικό Θέατρο Κεφαλονιάς


Το κείμενο γράφτηκε το 2007: Είχε προηγηθεί η παράσταση αποσπασμάτων της "Τραπεζαρίας" στο Καφε-Θέατρο των Φάρσων και η Τασία Γεωργάτου είχε αρχίσει να ετοιμάζει το ανέβασμα ολόκληρου του έργου με το Ερασιτεχνικό Θέατρο Κεφαλονιάς. Το πλήρωμα του χρόνου ήρθε. Το έργο έκανε πρεμιέρα το Σάββατο 28-5-2011 στο Δημοτικό Θέατρο Αργοστολίου ο Κέφαλος και επαναλαμβάνεται στις 29 και 30-5.

Ξηλώνοντας την τραπεζαρία

Οι άνθρωποι για γενιές ολόκληρες αγωνίζονται για να αποκτήσουν ένα τραπέζι γεμάτο αγαθά (προσεύχονται άλλωστε επί χιλιάδες χρόνια για τον άρτον τον επιούσιον στην Κυριακή Προσευχή). Ίσως όμως έχει έρθει πια η εποχή που το τραπέζι τους είναι σχεδόν αδύνατο να γεμίσει ποτέ. Όχι επειδή υπάρχει έλλειψη αγαθών, τουναντίον μάλιστα. Απλά, το προϊόν του μόχθου τους απλά φτάνει μέχρι να γεμίσει ως πάνω το μεγάλο ψυγείο της κουζίνας. Η τραπεζαρία μένει κενή. Χρειάζεται κι άλλος μόχθος, αλλά και συχνά η δύναμη της συγκυρίας, για να αγοράσουν ή να κλέψουν χρόνο, και να απολαύσουν με την οικογένεια ή με φίλους ένα κοινό γεύμα στην τραπεζαρία.

Το αστικό δράμα γεννήθηκε και ανδρώθηκε μέσα στο σαλόνι του σπιτιού. Καθώς οργανώνονταν οι αστικού τύπου κοινωνίες, οι υποθέσεις των θεατρικών έργων τους τελευταίους αιώνες έπαψαν να εκτυλίσσονται σε κάστρα και τείχη, και οι ήρωες έπαψαν να έχουν τίτλους τιμής και γαλάζιο αίμα. Η δράση τρύπωσε στο άντρο της ελάχιστης κοινωνικής μονάδας, της οικογένειας, και άρχισε να ξετυλίγεται γύρω από τις μικροσκηνές της. Η αστική οικία και οι σχέσεις που διαμορφώνονταν μέσα σ’ αυτήν αποτέλεσαν ένα κουκούλι - μια γυάλα επί σκηνής με τρεις τοίχους: στον τέταρτο καθρεφτιζόταν το κοινό, που έβλεπε τη δική του ζωή στις ζωές των ηρώων. Αυτό το κουκούλι συχνά δεχόταν απειλές από έναν εξωτερικό εχθρό που διασάλευε την τάξη του – το νήμα του δράματος θα οδηγούσε είτε στην αποκατάσταση είτε στην οριστική καταστροφή, όχι του κουκουλιού, αλλά του περιεχομένου του: οι ζωές των ηρώων καταστρέφονταν, όχι το σαλόνι τους.

Παρατηρώντας προσεκτικά τις δεκαοχτώ μικρές σκηνές της «Τραπεζαρίας» του Άλμπερτ Ρ. Γκέρνυ, που ξετυλίγονται γύρω από τον ομφαλό του αστικού σαλονιού, το τραπέζι της συνεστίασης, της ιερότερης στιγμής για την αστική οικογένεια, κάτι μας ψιθυρίζει στο αυτί ότι φτάσαμε πια σε μια εποχή που αυτό το κουκούλι έχει γίνει οριστικά κομμάτια και θρύψαλα. Όλο, εκτός από τον τέταρτο τοίχο του, τον καθρέφτη όπου οι θεατές βλέπουν την δικιά τους κοινωνία που εξελίσσεται. Όλες οι σκηνές του έργου, που αλληλοπλέκονται μεταξύ τους με τρόπο σχετικά χαλαρό, μας δίνουν την αίσθηση ότι αυτό το σύμβολο της οικογενειακής συμβίωσης ως κοινωνικής και οικονομικής οντότητας αρχίζει να χάνει τη σημασία του. Η τραπεζαρία παθαίνει αυτό που στο θέατρο παθαίνουν τα αντικείμενα-σύμβολα, που απεκδύονται την συμβατική τους σημασία κι αποκτούν χιλιάδες σημασίες. Η τραπεζαρία χάνει κι αυτή την πραγματική της σημασία, αποδομείται ως σύμβολο, και αποκτά, κατά περίπτωση, περισσότερες σημασίες: γίνεται γραφείο, σκηνικό ενός μοναχικού πρωινού, πεποιημένο ταμπλώ-βιβάν ενός φοιτητικού ντοκυμαντέρ, περιστασιακό ριγκ για έναν συζυγικό καβγά ή μια διαμάχη γονιού-παιδιού ή για την αδιόρατη αποκάλυψη μιας μοιχείας. Οι καρέκλες της, σε όλες τις σκηνές πλην της τελευταίας, είναι περισσότερο αδειανές παρά γεμάτες. Οι άνθρωποι κάθονται στην τραπεζαρία τις περισσότερες φωνές όχι ορμώμενοι από μια κεντρομόλο δύναμη, την οικογενειακή ενότητα, αλλά ουσιαστικά απωθούμενοι από πάσης φύσεως φυγόκεντρες δυνάμεις. Η τραπεζαρία γίνεται όχι πεδίο συμβιβασμού, διαλόγου, ή άμυνας απέναντι στον εξωτερικό εχθρό, αλλά περισσότερο τόπος σύγκρουσης, σύγκρουσης εκ των ένδον προερχόμενης, σύγκρουσης που μοιάζει με σαράκι που γεννήθηκε βαθιά μέσα στα ξύλα της.

Οι ήρωες διεκδικούν μια θέση στην τραπεζαρία όχι ως τρόπον τινά εξ αδιαιρέτου μερίδιο στην «εταιρεία» μιας οικογένειας, αλλά ως διακριτή σφαίρα δικής τους επιρροής, ως ατομική τους ιδιοκτησία. Ιδιοκτησία όχι ενός πράγματος που έχει γι’ αυτούς ζωτική σημασία, αλλά κατοχή ενός τροπαίου που πέρα απ’ αυτό ίσως και να μην σημαίνει απολύτως τίποτα άλλο. Η αστική familia έρχεται να δώσει τη θέση της στο μετα-αστικό ego. Ο ατομικισμός του κόσμου που έρχεται (ή έχει ήδη έρθει) δεν αφήνει πολλά περιθώρια για συμβιβασμούς, για καμμιάς έννοιας κοινότητα. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σε ακόμη μεγαλύτερη εσωστρέφεια. Στην προαστική εποχή το δράμα βρισκόταν στους δρόμους. Μετά μπήκε στο σαλόνι. Τώρα, κλείνεται στο δωμάτιό του, στον ατομικό του χώρο. Η τελευταία σκηνή του έργου είναι ουσιαστικά η κηδεία της τραπεζαρίας, όχι συγκέντρωση της οικογένειας, αλλά επετειακού τύπου επανένωση των ατόμων πάνω από το λείψανό της. Το «ζωή σε λόγου μας» (του καθενός ξεχωριστά).

Ο Άλμπερτ Ρ. Γκέρνυ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν έγραφε το έργο, είχε στο μυαλό του την σταδιακή αποδόμηση του μοντέλου της αμερικανικής λευκής μεσοαστικής οικογένειας, που σιγά σιγά (και στο αμερικάνικο θέατρο των προηγούμενων δεκαετιών, όπως του Ουίλλιαμς και του Ο’ Νηλ) είχε αρχίσει να φαίνεται ότι, η φαινομενική ευμάρεια και ενότητά της, το ωραίο σπίτι με το γκαράζ και το γκαζόν, τα κέηκ, το φυστικοβούτυρο και τα τραπέζια της Κυριακής, κατατέμνονταν σιγά σιγά σε μικρότερες μονάδες: Το μικρό «εμείς» της οικογένειας γινόταν πολλά μικρά «εγώ». Οι μικρές ομάδες που ζούσαν μαζί στην οικογενειακή εστία γίνονται πολλά μεμονωμένα άτομα που απλώς συγκατοικούν.

Το Ερασιτεχνικό Θέατρο Κεφαλονιάς, σε αυτό το καινούριο ξεκίνημά του, με τη σκηνοθετική ματιά της Τασίας Γεωργάτου, επικουρούμενη από τους ακούραστους ηθοποιούς (παλιότερα και νεότερα μέλη της ομάδας), σε μετάφραση της Θάλειας Σκαρλάτου, διείδε με ευαισθησία αλλά και οξυδέρκεια κάτι πολύ ουσιαστικό ανεβάζοντας αυτό το έργο: ότι αυτή η κρίση της αμερικάνικης μεσοαστικής τάξης του ’80 έχει πια εξαπλωθεί παγκοσμίως. Φτάνει μέχρι και τις μικρές μας πόλεις. Αν, πράγματι, μπορούσαμε να ανοίξουμε μεμιάς, σαν κουκλόσπιτα, τα τόσα πολυώροφα κτίρια της μικρής μας πόλης, θα βλέπαμε, σε πολλά επίπεδα, πολλές τέτοιες άδειες τραπεζαρίες, να γεμίζουν, το ίδιο περιστασιακά και λειψά, με παρόμοιες ιστορίες. Να βρίσκονται εκεί βερνικωμένες και με τα σχετικά πετσετάκια, και να μοιάζουν σαν διάδρομοι απογείωσης για όλες εκείνες τις δυνάμεις που παλεύουν, δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, να διαλύσουν το κουκούλι, αυτή τη φορά με διεύθυνση από μέσα προς τα έξω. Και θα διαπιστώναμε, εν τέλει, ποιο είναι το έπιπλο του σπιτιού που έχει καταλάβει τη θέση της τραπεζαρίας ως ultimum refugium της οικογενειακής μας συμβίωσης. Και την ίδια στιγμή θα ξέραμε ποιο έπιπλο θα έρθει κάποτε η ώρα να αποδομήσουμε μετά την τραπεζαρία…

Ας διακινδυνεύσουμε την πρόβλεψη: ένα μελλοντικό παρόμοιο κείμενο θα τιτλοφορείται: «Ξηλώνοντας τον καναπέ».

Ηλίας Α. Τουμασάτος

Καλοκαίρι 2007

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]

Η συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά