Υβόννη Μαρκαντωνάτου – Λάμπρος Σιμάτος, "Αρχιτεκτονική κατοικιών στην Κεφαλονιά από τον 16ο μέχρι τον 21ο αιώνα"


Κάθε φορά που ξυπνάμε το πρωί, η πρώτη εικόνα που αντικρίζουμε είναι το εσωτερικό του σπιτιού μας – μια εικόνα που τη «ζωγραφίσαμε» εμείς ή κάποιοι άλλοι πριν από μας – μια εικόνα που φτιάχτηκε από ανθρώπους. Ανοίγοντας το παράθυρό μας, η επόμενη εικόνα είναι κι αυτή μια ζωγραφιά που έχουν φιλοτεχνήσει πολλοί καλλιτέχνες: τα σπίτια, οι δρόμοι, οι πλατείες, τα δημόσια κτίρια έχουν φτιαχτεί από ανθρώπους – όλη η υπόλοιπη ζωγραφιά έχει φτιαχτεί από τη φύση. Όλες οι εικόνες της ζωής μας, όπου κι αν βρεθούμε, όπου κι αν ταξιδέψουμε, όλα τα γεγονότα της ζωής μας συμβαίνουν μέσα σ’ ένα περιβάλλον είτε φυσικό είτε δομημένο, είτε πλασμένο από τη φύση, είτε κατασκευασμένο από τον άνθρωπο – πάντα οι εικόνες μας θα περιέχουν και τα δύο.

Αν λοιπόν όλες μας οι αισθήσεις λειτουργούν μέσα σε κάποιον χώρο που τον φτιάξαμε εμείς ή κάποιοι άλλοι, αν μέσα σ’ αυτόν το χώρο συμβιώνουμε με τους άλλους ανθρώπους, τότε θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι το αν η ζωή μας θα είναι ωραία εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από αυτόν ακριβώς τον χώρο μέσα στον οποίο ζούμε. Από το αν οι εικόνες που ζωγράφισε η φύση κι εμείς μαζί της μπορούν να μεταδώσουν στον εσωτερικό μας κόσμο την ομορφιά, την αρμονία, τη γαλήνη. Και, παραπέρα, αν εμείς μπορούμε, διαμορφώνοντας το δομημένο περιβάλλον, να το επιχειρούμε προστατεύοντας, αναδεικνύοντας, προάγοντας την αρμονία και την ομορφιά.

Η Κεφαλονιά είναι ένας τόπος γεμάτος με τέτοιες εικόνες. Κι ένας τόπος που οι εικόνες αυτές εναλλάσσονται στο πέρασμα του χρόνου – ανεξάρτητα από τις βουλές των ανθρώπων. Ο εγκέλαδος, μόνιμος σύντροφος αυτού του νησιού για χιλιετίες, έχει συνηθίσει τους ανθρώπους να χάνουν ξαφνικά τον κόσμο τους και να τον ξαναφτιάχνουν με πείσμα και κέφι από την αρχή.

Το βιβλίο της Υβόννης Μαρκαντωνάτου και του Λάμπρου Σιμάτου Αρχιτεκτονική κατοικιών στην Κεφαλονιά από τον 16ο μέχρι τον 21ο αιώνα είναι ένα ταξίδι γεμάτο από αυτές τις εικόνες, όπως αλλάζουν στο πέρασμα του χρόνου, όπως μεταμορφώνουν το τοπίο δια μέσου των αιώνων. Τα σπίτια των ανθρώπων, οι εστίες τους, ο χώρος που γεννιούνται, ζουν, δημιουργούν, από τα χρόνια της βενετοκρατίας μέχρι και σήμερα – μέσα από ό,τι σήμερα μπορούμε να δούμε ζωντανό, αλλά και από τη μνήμη που εξασφαλίζουν οι φωτογραφίες, οι λέξεις, ο αφηγήσεις… Η αρχιτεκτονική μας παράδοση, αυτό που η κάθε γενιά παραδίδει στην επόμενη, όχι για να το φυλάξει αναλλοίωτο με ναφθαλίνη οι καινούριοι, αλλά για να χτίσουν με τη μαγιά του τα δικά τους όνειρα.

Καθώς ο υλικός πολιτισμός ενός τόπου, και επομένως και η αρχιτεκτονική του, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την ιστορία του τόπου, το βιβλίο ξεκινά με μια σύντομη αναφορά στην Ιστορία της Κεφαλονιάς, από την εποχή που έπαψε να ανήκει στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, και, μέσα από τις διαδοχικές ξένες κατοχές, φθάνει στην Ένωση με την Ελλάδα, το 1864.

Οι συνθήκες κάθε εποχής, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές, διαμορφώνουν και τους τύπους των κατοικιών: Τα λιγοστά ερείπια των κατοικιών από τον 15ο αιώνα και ως περίπου το 1750, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, τα επονομαζόμενα πυργόσπιτα, είχαν πολεμίστρες ώστε να εξασφαλίζουν άμυνα ενάντια όχι μόνο στους πειρατές, αλλά και στους εσωτερικούς αντιπάλους.

Ιδιαίτερο κεφάλαιο υπάρχει για τις κατοικίες από το 1750 ως το 1800, εποχή κατά την οποία μια καινούρια πρωτεύουσα γεννιέται – στο Αργοστόλι χτίζονται τα πρώτα αρχοντικά των χρυσοβιβλικών οικογενειών, μικρογραφίες των βενετσιάνικων αρχοντικών.

Μετά το τέλος της Βενετοκρατίας και ως τους σεισμούς του 1953 , κατά την περίοδο που απασχολεί δηλαδή το επόμενο κεφάλαιο του βιβλίου, η αρχιτεκτονική αναπτύσσεται ακολουθώντας τα ρεύματα της εποχής, όχι μόνο στα δυο μεγάλα κέντρα του νησιού, το Αργοστόλι και το Ληξούρι, αλλά και στην περιφέρεια.

Η Άσσος, για να αναφερθούμε σε ένα παράδειγμα περιφερειακού οικισμού του νησιού, γίνεται μια μικρή κωμόπολη που αναπτύσσεται σε δύο βασικά σκέλη – το Κουτσοχώρι από την πλευρά της Τούρης και το Ξυλιέρι από την πλευρά του Ρυάκα – τα δυο σκέλη ενώνονται σαν σε πέταλο με τις οικίες που αναπτύσσονται κατά μήκος της ακτής, αυτό που μέχρι σήμερα ονομάζουμε «φόρο» (πιθανόν από το forum = αγορά, σημείο συνάντησης) ενώ ανάμεσά τους υπάρχουν περιβόλια. Αρχοντικά αλλά και κατοικίες της μεσαίας και αγροτικής τάξης συνθέτουν ένα αρμονικό μωσαϊκό.

Το Αργοστόλι πάλι αναπτύσσεται, ιδίως στα χρόνια της Aγγλοκρατίας, αποκτώντας τις υποδομές ενός διοικητικού και οικονομικού κέντρου – αρχοντικά κοντά στην πλατεία και δημόσια κτίρια, όπως το δικαστικό μέγαρο που κατασκεύασε ο Νάπιερ και κατεδαφίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα για να ανοίξει η κεντρική πλατεία. Η πόλη απλώνεται και λίγα χρόνια πριν το σεισμό έχει την εικόνα μιας πόλης με όλες τις αναγκαίες υποδομές που απαιτούνταν την εποχή εκείνη για την πρωτεύουσα του νησιού: νοσοκομείο, σχολικά κτίρια, βιβλιοθήκη, ορφανοτροφείο, διοικητήριο.

Το βιβλίο επιχειρεί να αναδείξει την ομορφιά που υπήρχε σε όλων των ειδών τις κατοικίες. Υπάρχουν σελίδες αφιερωμένες στα επονομαζόμενα «παλάτια» τα αρχοντικά τόσο της υπαίθρου και της πόλης, μικρογραφίες ή αντίγραφα δυτικοευρωπαϊκών (ιταλικών κυρίως) προτύπων. Η ομορφιά, ωστόσο, η αρμονία και η λειτουργικότητα χαρακτήριζαν και τις κατοικίες της μεσαίας τάξης. Αλλά ακόμη και στα αγροτόσπιτα, με τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες ζωής, την ένδεια σε υλικά κατασκευής και τεχνικές – οι άνθρωποι είχαν την αίσθηση του ωραίου. Ίσως είναι μία από τις σημαντικότερες προσφορές του βιβλίου ότι η ομορφιά δεν συνδέεται μόνο με το χρήμα, τον πλούτο, την πληθωρικότητα. Η ομορφιά κατοικεί στην απλότητα, στη λιτότητα, στις απλές, μικρές κινήσεις που κρύβουν μέσα τους γούστο και μεράκι.

Προχωρώντας στην εσωτερική διαρρύθμιση των κατοικιών, το βιβλίο μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για την οργάνωση του χώρου και τα μυστικά της, τόσο στα παλάτια, όπως η κατοικία Φορέστη στο Σαμόλι της Παλικής όσο και στα σπίτια της μέσης και της εργατικής – αγροτικής τάξης. Μικρά μυστικά – προϊόντα ευφυΐας των μαστόρων της εποχής αλλά και της ανάγκης τα σπίτια να είναι λειτουργικά, πρακτικά και όμορφα. Miα πολύ ωραία εικόνα για να δει κανείς μόλις ξυπνήσει το πρωί είναι, για παράδειγμα, μια οροφογραφία σαν κι εκείνες από τα Φαρακλάτα που φιλοξενούνται στο οικείο κεφάλαιο του βιβλίου.

Ο περιβάλλων χώρος των κατοικιών, οι αυλές, ζωτικός χώρος εκείνη την εποχή είναι από τη μια προέκταση του εσωτερικού – ομορφιά, σκιά, δροσιά, αλλά και η στέρνα και τα αρωματικά φυτά και τα κηπευτικά, αλλά και από την άλλη μια προέκταση του έξω κόσμου προς τα μέσα. Είναι το πρώτο που βλέπει ο ξένος – η σαρωμένη και μουντισμένη αυλή, τα ωραία λουλούδια, είναι το πρόσωπο του σπιτιού στην κοινωνία, αλλά και ο χώρος της προσωπικής αναψυχής.

Η όψη των σπιτιών, τόσο των αρχοντικών όσο και των φτωχικών, είναι ένα σύνολο, που συντίθεται από επιμέρους στοιχεία, που το καθένα επιχειρεί να συμβάλει στην αρμονία του σπιτιού με το φυσικό περιβάλλον. Ιδιαίτερες ενότητες του βιβλίου αφιερώνονται σε αυτά τα επιμέρους χαρακτηριστικά: πρώτα πρώτα τις στέγες – η κατασκευή των οποίων κρύβει από πίσω της μια ολόκληρη ιστορία. Στα παράθυρα διαφόρων τύπων και τεχνοτροπιών, που χρησιμοποιούνται ανάλογα με την ανάγκη που εξυπηρετούν. Στις πόρτες εισόδου και τα πορτόνια, που με τις λεπτομέρειες της επιδέξιας κατασκευής τους συχνά αποτελούν μικρά αριστουργήματα. Στα χρώματα, φτιαγμένα από ασβέστη και φυσικά υλικά που προσέδιδαν στις κατοικίες μια υπόσταση εναρμονισμένη (και όχι αντίθετη) με το φυσικό τους τοπίο. Έπειτα στις πέτρινες σκάλες που οδηγούσαν στην κυρίως κατοικία αγκαλιάζοντας και όχι πνίγοντάς την στον όγκο της κατασκευής τους. Και στα μπαλκόνια με τα περίτεχνα σιδερένια κιγκλιδώματα και τα φουρούσια. Καθένα ένα μικρό έργο τέχνης, κι όλα μαζί ένα αρμονικό σύνολο, αρμονικά ενταγμένο κι αυτό στο φυσικό τοπίο. Ίσως όχι με τόση γνώση όση διαθέτουμε σήμερα. Αλλά κυρίως με σεβασμό στη φύση, με σεβασμό στην ομορφιά – που ήταν το βάλσαμο για τις άπειρες δυσκολίες και αντιξοότητες της σκληρής πραγματικότητας εκείνης της εποχής. Σε ιδιαίτερο κεφάλαιο περιγράφονται τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τα υλικά κατασκευής – που μας αποκαλύπτουν τη σοφία που γεννάει η ανάγκη. Αλλά και τη δημιουργικότητα που γεννά η αναζήτηση του ωραίου.

Ένα κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στις οικοδομικές άδειες που εκδίδονταν στην Κεφαλονιά την εποχή της Αγγλοκρατίας τον 19ο αιώνα – και φυλάσσονται σήμερα στα ΓΑΚ Αρχεία Νομού Κεφαλονιάς, ενδεικτικά της αυστηρής διαδικασίας που διέπει την εποχή εκείνη τις κατασκευές, αλλά και του υψηλού επιστημονικού επιπέδου αρχιτεκτόνων και μηχανικών που διέθετε το νησί.

Πέρα όμως από τους αρχιτέκτονες και μηχανικούς, σ’ αυτά τα σπίτια μαζί με τα υλικά και τις τεχνικές είναι ανακατεμένος και ο κόπος, ο ιδρώτας, πολλών απλών και ανώνυμων ανθρώπων. Οι μάστορες και οι χτίστες που ποτέ δε θα θυμηθεί η ιστορία έχουν τη θέση τους στο βιβλίο αυτό. Μερικά ονόματα και χρονολογίες, ό,τι έχει απομείνει από χρόνια κόπων πάνω στις οικοδομές.

Υπάρχουν δυστυχώς, με εξαίρεση τη Βόρεια Κεφαλονιά, πολύ λίγα δείγματα κτισμάτων του νησιού πριν το 1953. Ίσως θα μπορούσαν να υπήρχαν πολύ περισσότερα, αν οι αρχές τότε δεν είχαν σπεύσει, πιεζόμενες από την αναγκαιότητα της εποχής, για την κατεδάφισή τους. Θύμα αυτής της σπουδής υπήρξε το Δημοτικό Σχολείο της Άσσου, καρπός του πρωταγωνιστή στην δημιουργία υποδομών κεφαλληνιακού ευεργετισμού, που βρισκόταν εκεί που σήμερα είναι το πρώην τουριστικό περίπτερο. Στο βιβλίο υπάρχουν αναφορές σε κτίρια εκείνης της εποχής που σώζονται σήμερα, όπως η αγροικία Τυπάλδου-Φορέστη στο Σαμόλι της Παλικής– και το εμβληματικό κτίριο της Ιακωβατείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης Ληξουρίου.

Το βιβλίο δεν έχει τη διάθεση ενός νοσταλγικού μνημόσυνου το παρελθόντος. Η αίσθηση που έχει κανείς ξεφυλλίζοντάς το είναι ότι οι συγγραφείς δεν εμφορούνται από τη διάθεση μιας ιστορικής καταγραφής που θα μάς θυμίζει τί χάσαμε με τους σεισμούς αλλά και με την δική μας «μετασεισμική» συμπεριφορά απέναντι στο φυσικό τοπίο και το δομημένο περιβάλλον, σε μια περίοδο που η Ελλάδα ξαναχτιζόταν με μπετόν και αντιπαροχή. Αυτό που επιχειρεί το βιβλίο είναι να μας κάνει να ανακαλύψουμε τις λεπτομέρειες μιας ομορφιάς που δεν είναι χαμένη, είναι ακόμα παρούσα, και μάλιστα όχι μόνο στα ερείπια των σπιτιών που μας μαρτυρούν την ισχυρή παρουσία μιας άλλης αισθητικής. Αυτό που πρωτίστως θέλουν να μας πουν οι συγγραφείς είναι ότι για τους Κεφαλονίτες αυτή η αισθητική είναι καταγραμμένη στο συλλογικό μας υποσυνείδητο – είναι όμως ανάγκη να την ανακαλύψουμε για να γίνει συλλογική συνείδηση – και να γίνει πράξη.

Γι’ αυτό και το βλέμμα του βιβλίου αυτού είναι στραμμένο τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον. Δείγματα ενός αρχιτεκτονικού παρόντος που μαρτυρεί τη συνέχεια, τη δημιουργική αφομοίωση των στοιχείων του αρχιτεκτονικού παρελθόντος παρουσιάζονται σε ειδικό κεφάλαιο του βιβλίου. Αποδείξεις ότι το ωραίο κατοικεί ακόμη σ’ αυτό τον τόπο.

Κι όχι μόνο στις εικόνες, αλλά και στις λέξεις: όλες εκείνες τις λέξεις πο θα βρούμε στο ντόπιο λεξιλόγιο της αρχιτεκτονικής που υπάρχει στο τέλος αυτού του βιβλίου. Εκεί θα βρούμε λέξεις που οι πιο πολλοί σήμερα δεν γνωρίζουμε: «Φούμπια», «σαγιαδόρος», «εντιγός», «ρεμενάτο», «ντριλιντόρος», «σαλίτζο»… Λέξεις παράξενες στα δικά μας αυτιά, που κρύβουν μέσα τους έναν ολόκληρο κόσμο από εικόνες, από τεχνικές, από καλαισθησία, από αρμονία. Αυτόν τον κόσμο που κατοικεί βαθιά μέσα μας. Αυτή την αρμονία που μας αξίζει. Και, σ’ έναν τόπο ευλογημένο με τόση φυσική ομορφιά, είναι στο χέρι των ανθρώπων που φτιάχνουν τα δομημένο περιβάλλον, των ειδικών αλλά και όλων εμάς, όχι απλά να σωθεί αυτή η ομορφιά σαν κάτι απειλούμενο, αλλά να συνεχίσει να υπάρχει σαν κάτι αναγκαίο για την ίδια μας την ύπαρξη.

Αυτή την ομορφιά για να τη δει κανείς αρκεί, για παράδειγμα, να ανηφορίσει το δρόμο του Ρυάκα στην Άσσο, όπου υπάρχουν ξεχασμένα ερείπια παλιών αρχοντικών του χωριού, ανάμεσα στα οποία κι εκείνα της οικογένειας Αγγελάτου. Να σταθεί έξω από τα «Αγγελατέικα», και να κοιτάξει ψηλά. Χρειάζεται να κοιτάζουμε ψηλά καμιά φορά – και πίσω από την εγκατάλειψη και την ερημιά, θα ανακαλύψει την ομορφιά… Εκείνη την ομορφιά, που μένει αναλλοίωτη και περιμένει να την ανακαλύψουμε και να την κάνουμε δική μας. Γιατί, η ομορφιά θα σώσει μόνο εκείνους που έχουν μάτια και ψυχή για να τη δουν.

Υβόννη Μαρκαντωνάτου – Λάμπρος Σιμάτος, Αρχιτεκτονική κατοικιών στην Κεφαλονιά από τον 16ο μέχρι τον 21ο αιώνα, Αθήνα: Εικών, 2008.

Το κείμενο εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στις 18 Αυγούστου 2010 στην Άσσο, στο πλαίσιο εκδήλωσης του Πολιτιστικού – Εξωραϊστικού Συλλόγου «Η Άσσος» για την αρχιτεκτονική στην Κεφαλονιά.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]