Φόνισσα και Μήδεια. Ο τραγικός ορίζοντας του Παπαδιαμάντη.

Η «Μήδεια» του Ευριπίδη ολοκληρώνεται με μια ιδιότυπη ανάληψη της ηρωίδας στους ουρανούς. Η «βάρβαρη» σύζυγος του Ιάσονα, η μάγισσα από την Κολχίδα, εγκαταλείπει για πάντα την Κόρινθο, πάνω σ’ ένα εξώκοσμο άρμα, δώρο του πατέρα της, του Ήλιου. Τί αφήνει πίσω της; Τα παιδιά της, φριχτά δολοφονημένα από το ίδιο της το χέρι. Τον σύζυγό της, που την εγκατάλειψε για τα μάτια της όμορφης Γλαύκης έωλο, ολοκληρωτικά κατεστραμμένο. Την ίδια τη νύφη και τον πατέρα της, τον Κρέοντα, φριχτά θανατωμένους από τα μαγεμένα της δώρα. Η Μήδεια φεύγει για το άγνωστο, έχοντας εξασφαλίσει άσυλο από το βασιλιά Αιγέα, δίνοντάς του γι’ αντάλλαγμα αυτό που στέρησε από τον ίδιο της τον εαυτό: Τη γονιμότητα.

Η Χαδούλα η Φραγκογιαννού, η «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στο τέλος της ομώνυμης νουβέλας δεν ανυψώνεται στους ουρανούς. Βυθίζεται, πεθαίνει από πνιγμό προσπαθώντας να περάσει από ένα θαλάσσιο στενό. Στη μια όχθη του βρίσκεται το μοναστήρι, όπου επιδιώκει να φτάσει για να ζητήσει συχώρεση για τα κρίματά της. Απ’ την άλλη όχθη, την καταδιώκουν οι χωροφύλακες , για να λογοδοτήσει στη δικαιοσύνη: Η εξηντάχρονη Χαδούλα, κόρη της μάγισσας Δελχαρώς, λιγάκι μάγισσα και η ίδια, έχει δολοφονήσει πέντε μικρά κοριτσάκια στο μικρό σκιαθίτικο χωριό της. Ένα από αυτά, είναι και το άρρωστο εγγονάκι της, που φέρει τ’ όνομά της. Η Χαδούλα χάνεται ακριβώς στο μεταίχμιο της θεϊκής και της ανθρώπινης δικαιοσύνης.

Ο Βαλέτας, σε μια πρώτη απόπειρα σύγκρισης των δυο γυναικών, αναφέρει πως η ουσιώδης διαφορά τους έγκειται στο ότι η αποτρόπαιη πράξη της Μήδειας είναι απότοκο του εγωισμού της, ουσιαστικά του ερωτικού της φθόνου για τον καινούριο γάμο του Ιάσονα, για χάρη του οποίου αποκόπηκε ολότελα και οριστικά με την γενέθλια γη της, και έφυγε μαζί του έχοντας δολοφονήσει τον αδελφό της και προδώσει την πατρίδα της. Αντίθετα, σύμφωνα πάντα με τον Βαλέτα, οι δολοφονίες που διαπράττει η Φραγκογιαννού έχουν πρωτίστως ιδεολογικό υπόβαθρο. Ουσιαστικά είναι προϊόν της έκρηξης απελπισίας μιας γυναίκας που έζησε ολόκληρη τη ζωή της υπό το κράτος μιας άθλιας καταπίεσης, που ο γάμος της ήταν μια εμπορική συναλλαγή με άθλιο αντίκρισμα, που έφερε κι αυτή στον κόσμο κορίτσια, που με τη σειρά τους κι αυτά ακολούθησαν τη φριχτή της μοίρα, την ίδια μοίρα που κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα κορίτσια μέλλεται να ακολουθήσουν στον αιώνα τον άπαντα. Η Χαδούλα, μ’ αυτή την οπτική, σώζει τα κοριτσάκια από τον αβίωτο βίο που είναι προκαθορισμένο να ζήσουν. Επιχειρεί απεγνωσμένα να σπάσει μια διαδοχή δυστυχισμένων υπάρξεων.

Θα ήταν όμως πολύ βιαστικό να αρκεστούμε στη θεώρηση των δύο γυναικών ως απλών συμβολισμών – προσωποποιήσεων του ερωτικού πάθους και της γυναικείας σκλαβιάς, που, στο «ψήλωμα του νου τους», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Παπαδιαμάντη, σπέρνουν τον όλεθρο. Κι αν τα δυο έργα τα χωρίζουν αιώνες (η «Μήδεια» να διδάχτηκε για πρώτη φορά το 431 π.Χ., ενώ η «Φόνισσα» δημοσιεύθηκε το 1903 μ.Χ.), αυτό που τα ενώνει είναι ένας σύνδεσμος πολύ πιο ισχυρός, που υπερβαίνει το χρόνο: Είναι η τραγική τους διάσταση.

Η Μήδεια δεν είναι απλά το δράμα μιας ζηλόφθονης γυναίκας, που δολοφονεί ακρίτως ό,τι αγαπά ο άπιστος σύζυγος, ευνουχίζοντάς τον τελετουργικά. Είναι κάτι πολύ περισσότερο: Είναι η σύγκρουση δυο κόσμων από τους οποίους ο ένας, ο κόσμος της Μήδειας, είναι υπερφυσικός, είναι πέρα από τα ανθρώπινα μέτρα. Κάθε τραγωδία είναι μια υπερβατική σύγκρουση, μια κοσμική έκρηξη που συντελείται με υλικά ανθρώπινα, αλλά και υλικά υπεράνθρωπα, θεϊκά. Το θεϊκό, υπεράνθρωπο, αρχέγονο, μεταφυσικό στοιχείο, είναι πάντα ο νικητής της σύγκρουσης. Το ανθρώπινο στοιχείο, ο συνήθης ηττημένος, για να γίνει υλικό της τραγωδίας, πρέπει να χαρακτηρίζεται από ελευθερία. Για να ξεκινήσει η πυρηνική σύντηξη της τραγωδίας, απαιτείται ο ελεύθερος άνθρωπος να πατήσει το κουμπί: ν’ ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου που θα τον συνθλίψουν.

Τί σχέση τώρα μπορεί να έχει ο Παπαδιαμάντης με την τραγωδία; Είναι η Χαδούλα η Φραγκογιαννού μια τραγική ηρωίδα; Αυτό που πρέπει να πούμε από την αρχή κατηγορηματικά, είναι πως η «Φόνισσα» ΔΕΝ είναι τραγωδία. Κι αυτό γιατί ο κόσμος μας, ακόμα κι ο κόσμος του Παπαδιαμάντη, δεν μπορεί να δώσει πλέον τραγωδίες (κι αυτό είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση, που δεν μπορεί να λάβει χώρα αυτή τη στιγμή). Αυτό που μπορούμε ν’ αναζητήσουμε στη «Φόνισσα» είναι ένας τραγικός απόηχος, ένας ορίζοντας κατακόκκινος κάπου εκεί στο βάθος, που υποδηλώνει θύελλες υπερφυσικές, αίματα θεϊκά, αίματα της αγάπης και του θανάτου.

Ο Παπαδιαμάντης γράφει τη «Φόνισσα», όταν ήδη έχει γνωρίσει την άνθησή του το ηθογραφικό διήγημα. Η ελληνική μυθοπλαστική πεζογραφία έχει αρχίσει να παίρνει το δρόμο της, με την ηθογραφία να αποκτά τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο ίδιος βρίσκεται στην Αθήνα, και προσπαθεί να εξασφαλίσει τα προς το ζην δημοσιεύοντας διηγήματα και μεταφράσεις στα διάφορα έντυπα του καιρού του. Μέσα στην έκρηξη της ηθογραφίας, που οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη νοσταλγία των νεόκοπων αστών της διογκούμενης Αθήνας για τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου. Ο λαϊκός πολιτισμός αρχίζει να ξεθωριάζει – την ίδια στιγμή αρχίζει να διαφαίνεται η ανάγκη για μια στροφή προς τη φύση και την καθημερινή ζωή των απλών, ανθρώπων της επαρχίας. Ας μην βιαστούμε όμως να θεωρήσουμε τη «Φόνισσα», όπως και το σύνολο του έργου του Παπαδιαμάντη απλά σαν ένα νοσταλγικό χρονικό ενός κόσμου που χάνεται, με φυσιολατρικές και φολκλόρ αποχρώσεις, του «αγνού» κόσμου της υπαίθρου. Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη, ο κόσμος της «Φόνισσας» δεν είναι απλά μια καρτ-ποστάλ απ’ το χωριό. Ο συγγραφέας μιλά για έναν τόπο τον οποίο έχει ζήσει εις βάθος, και τον έχει πληγώσει εις βάθος, όχι για ένα ειδυλλιακό τοπίο, που επισκέφθηκε ως περιηγητής. Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη είναι σκοτεινός και μυστηριώδης. Έχει αύρα της θάλασσας και γιασεμιά, αλλά έχει και αίμα, και πόνο, και πάθη, φαντάσματα και σκοτεινές δυνάμεις.

Η φύση είναι μια δύναμη ζωντανή, όσο και ζωώδης, και οι άνθρωποι που ζουν μέσα σ’ αυτήν πορεύονται μέσα της σαν να περπατούν στο σκοτάδι.. Το δάσος και η θάλασσα στη «Φόνισσα» δεν μπορούν να ιδωθούν με τη δική μας οπτική της εκδρομής και της αναψυχής. Στα δάση και στους λόγγους που περιπλανιέται η Χαδούλα υπάρχουν στοιχειά, υπάρχουν μαγικά βότανα, που μπορούν να χαρίσουν τη γονιμότητα αλλά και τη στειρότητα. Η θάλασσα, μέσα στην οποία χάνεται η ηρωίδα, είναι κι αυτή άγρια και σκοτεινή, κι έχει πάρει στην ξενιτειά (ή στη φυλακή) όλα τ’ αρσενικά παιδιά της.

Στο λαϊκό πολιτισμό η φύση είναι άλογη. Είναι ένας κόσμος των αισθήσεων. Ένα σύμπαν υπέροχο, αλλά και γεμάτο αόρατους κινδύνους, κι ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα πέρα από το να φοβάται και να καρτερεί. Από αυτή τη σκοπιά, ο κόσμος της Χαδούλας έχει κάτι από τον αρχέγονο κόσμο της Μήδειας. Όχι τον ελληνικό κόσμο της Κορίνθου, αλλά τον άγνωστο βάρβαρο κόσμο της Μαύρης Θάλασσας. Η ελληνική επαρχία στα τέλη του 19ου αιώνα δεν διαφοροποιείται σχεδόν καθόλου από τις αντίστοιχες αγροτικές περιοχές ολόκληρου του προβιομηχανικού κόσμου. Οι αλλαγές που συντελέστηκαν στην ανθρωπότητα μετά τη βιομηχανική επανάσταση και στο δεύτερο μισό του αιώνα μας με την επανάσταση υψηλής τεχνολογίας είναι τόσο ραγδαίες που μπορεί κανείς να πει ότι η Σκιάθος του 1850 είναι πιο κοντά στη Σκιάθο του 850 μ.Χ., απ’ ότι στη Σκιάθο του 1950, πολλώ μάλλον του 2000. Και η ίδια η Ιστορία μέχρι το 1800 κυλούσε πολύ αργά. Θά ‘λεγε κανείς πως στεκόταν ακίνητη, κάνοντας κύκλους γύρω από τον εαυτό της, και παρατηρούσε το χρόνο να περνάει. Κι αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι ο ελληνικός χώρος, όπως και ολόκληρος ο πρώην τουρκοκρατούμενος βαλκανικός χώρος, στην ουσία δεν έζησε ποτέ τη βιομηχανική επανάσταση, καταλαβαίνουμε γιατί ο κόσμος της «Φόνισσας» είναι ένας κόσμος ολότελα «άλλος».

Αν η βιομηχανική επανάσταση άλλαξε την καθημερινότητα των ανθρώπων, ο Διαφωτισμός άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο με τρόπο περισσότερο μαζικό από την Αναγέννηση. Η Αναγέννηση αφορούσε περισσότερο τις κοινωνικές ελίτ, απ’ ό,τι τα χαμηλότερα στρώματα, κι αυτό φαίνεται από το γεγονός πως την ίδια στιγμή που η τέχνη και η επιστήμη αποκτούν μια πρωτοφανή ώθηση στην Αναγέννηση, η καθημερινότητα σε σχέση με το Μεσαίωνα γνωρίζει οπισθοδρόμηση, τουλάχιστο στη Δυτική Ευρώπη. Το κυνήγι των μαγισσών και των Εβραίων, η εξαθλίωση της γυναίκας γνωρίζουν έξαρση στην μετά την Αναγέννηση περίοδο. (μεταρρύθμιση, αντιμεταρρύθμιση). Στη μικρή κοινωνία της Σκιάθου σίγουρα βρισκόμαστε σε μια τέτοια, προ-βιομηχανική, προ-διαφωτιστική περίοδο. Η γριά, χήρα γυναίκα, σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη της πρώιμης νεότερης περιόδου είναι ο υπ’ αριθμόν 1 ύποπτος για μαγεία. Αλλά και η γυναίκα γενικώς, σύμφωνα με το φοβερό βιβλίο Malleus maleficarum, που είχε γραφτεί από ιεροεξεταστές, είναι ένα πλάσμα που έχει έμφυτη τη δαιμονική φύση και ρέπει προς το κακό, την ακολασία και την καταστροφή. Η γυναίκα δηλαδή, ταυτίζεται ουσιαστικά με το άλογο στοιχείο της φύσης, εκείνο δηλαδή που ο έλλογος κόσμος (νομίζει πως) παλεύει να αποτινάξει.

Ένας τέτοιος, διαφορετικός κόσμος, είναι και ο κόσμος της Φόνισσας. Δεν είναι μόνο η ζωή των ανθρώπων που είναι εξαιρετικά δύσκολη. Είναι και το βλέμμα τους πάνω στον κόσμο διαφορετικό. Κι αυτό δεν είναι αναγκαστικά υποτιμητικό ή απαξιωτικό σε σύγκριση με τον δικό μας κόσμο. Ολόκληρο το σύστημα αξιών της σκιαθίτικης κοινωνίας είναι διαφορετικό. Οι πολλαπλές δολοφονίες βέβαια της Χαδούλας είναι και σ΄ αυτό το σύστημα αξιών συμπεριφορές φοβερές και απολύτως αποδοκιμαστέες. Είναι μια βόμβα στα θεμέλια της μικρής κοινωνίας, μια βόμβα που ισοπεδώνει τα πάντα – με τον ίδιο τρόπο που η Μήδεια ισοπεδώνει την οργανωμένη ελληνική κοινωνία της Κορίνθου: Καταστρέφει την αρχή της πόλης (τον Βασιλιά Κρέοντα), τη διαδοχή του βασιλικού γένους (τη Γλαύκη), τη δική της συζυγική κλίνη (τον Ιάσονα) , τη δική της διαιώνιση (τα παιδιά της). Και οι δύο γυναίκες αποτελούν μια ανήκουστη απειλή για το ανθρώπινο περιβάλλον τους: Και οι δυο γυναίκες αποπειρώνται να διακόψουν κάτι που για τον κόσμο τους συνιστά την απόλυτη φυσική νομοτέλεια. Απειλούν να διασαλεύσουν τη διαδοχή της γενιάς τους. Ειδικά η Χαδούλα δολοφονεί μόνο κορίτσια – δυνητικές μελλοντικές μητέρες. Τα νεκρά κορίτσια δεν θα έχουν ποτέ την ευκαιρία να φέρουν στον κόσμο άλλα παιδιά. Δεν θα γεννήσουν ποτέ, ούτε αγόρια, ούτε κορίτσια. Η Χαδούλα, πριν τα φονικά, είχε βοηθήσει στην πραγματοποίηση μιας έκτρωσης. Κατά την αντίληψη της εποχής, σκότωσε ένα έμβρυο μέσα στη μήτρα. Έπειτα, σκότωσε το ίδιο της το εγγόνι κι άλλο ένα κοριτσάκι μέσα στην κούνια – επέκταση της μήτρας, και άλλα τρία κοριτσάκια τα έπνιξε σε στέρνα. Όλα τα κοριτσάκια πεθαίνουν σ’ ένα ανάλογο της μήτρας – η ζωή τερματίζεται εκεί που κανονικά προστατεύεται για να μπορέσει ν΄ ανθίσει.

Αλλά και της Μήδειας η πράξη είναι αδιανόητη για την εποχή της και τον τόπο που ζει. Η Κόρινθος έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας μετά –διαφωτισμόν, μετα-φεουδαρχικής πόλης. Η Μήδεια είναι όμως μια ξένη. Αν τη δούμε με τα δικά μας μέτρα και σταθμά, είναι ένα ανθρωπόμορφο τέρας. Η Μήδεια όμως δεν μπορεί να μετρηθεί με κριτήριο τον δικό μας ορθό λόγο. Η Μήδεια είναι έξω από τον ορθό λόγο. Ο δικός της κόσμος δεν έχει ορθογώνια, αλλά χαοτικά και ακανόνιστα σχήματα. Δεν έχει ευθείες, αλλά τεθλασμένες. Δεν έχει συναίσθημα, αλλά αισθήσεις.

Η Μήδεια και η Φόνισσα αποτελούν στοιχεία ενός άλογου κόσμου. Και παίζουν κι οι δυο με το μεταφυσικό, εξασκώντας η κάθε μια τη δική της μαγεία. Συγκρούονται με τον κοινωνικό τους περίγυρο, αλλά και με το άγνωστο, το άλογο, επιχειρώντας να παρέμβουν στη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, να διεισδύσουν σε πεδία δυνάμεων που και οι ίδιες δεν μπορούν να ελέγξουν. Κάποια στιγμή, καταλήγουν νά ‘ναι και οι δυο αποδιοπομπαίες, πριν καν διαπράξουν τα φριχτά τους εγκλήματα. Η Μήδεια δεν ανήκει στην Κόρινθο, αλλά ούτε και στην Κολχίδα. Δεν ανήκει στο μέλλον, αλλά ούτε στο παρελθόν. Και είναι τραγική, γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Είναι σ’ ένα ναρκοπέδιο – παντού υπάρχουν νάρκες, το ξέρει, κι όμως είναι υποχρεωμένη να κάνει το πρώτο βήμα. Και στο ναρκοπέδιο μπήκε μόνη της – δεν ήταν απλά ένα θύμα της μοίρας. Το ερωτικό της πάθος ήταν απλά η αφορμή, που την μετέτρεψε σε βόμβα διασποράς, που με την έκρηξή της ήταν προγραμματισμένη να κατακρεουργήσει τα πάντα. Το ίδιο κι η Χαδούλα – θέλησε να επιβάλλει στον μικρόκοσμο της κοινωνίας της μια νέα τάξη πραγμάτων, ενάντια σε ό,τι οικονομεί η παντοδύναμη φύση, ένα άγνωστο σ’ αυτήν σύμπαν το οποίο παλεύει να πολεμήσει – ωστόσο όχι χρησιμοποιώντας τα δικά του μέσα.

Δεν σας φαίνεται περίεργο το ότι καμμιά από τις δύο ηρωίδες δεν χρησιμοποιεί τη μαγική της δύναμη για να προβεί στο ανοσιότερο των εγκλημάτων. Η Μήδεια δεν σκοτώνει τα παιδιά της με μάγια, πράγμα που δεν δίστασε να κάνει με τη Γλαύκη και τον Κρέοντα, αλλά με τα ίδια της τα χέρια, με φρικιαστικό τρόπο. Η Φόνισσα δεν χρησιμοποιεί κάποιο βότανο ή μαντζούνι για να σκοτώσει τα κοριτσάκια – όπως η Καντάκαινα στο «Χριστόψωμο», ξεπάστρεψε αθέλητα το γιο της άνευ αποδείξεων, με δηλητήριο, τα σκοτώνει με τα ίδια της τα χέρια, μ’ έναν τρόπο συμβατικό, σωματικό, που δεν ταιριάζει στη «μαγική» της υπόσταση. Μετά το φόνο των παιδιών αρχίζει εκείνο το ξέφρενο κυνηγητό, εκείνη η ξέφρενη φυγή, μια βαθιά βουτιά ακόμη στο άγριο και εξώκοσμο, μια καταφυγή των δύο γυναικών στην πραγματική τους φύση. Η Μήδεια προελαύνει στο άρμα της, η Χαδούλα ξεχύνεται στο ύπαιθρο κυνηγημένη, γυρνάει πίσω στις πηγές που πίνουν νερό οι Δρυάδες, στις κρυψώνες που κατέφευγε η μάνα της όταν την κυνηγούσαν σαν μάγισσα, στα απόκρημνα βράχια, έναν κόσμο ατέλειωτα εχθρικό, που ωστόσο είναι κατά βάθος ο δικός της κόσμος. Μια Εδέμ φοβερή και σαρκοφάγο, που την γέννησε, κι εκεί επιστρέφει, σαν και τη Μήδεια.

Η ξέφρενη αυτή πορεία της Φραγκογιαννούς μας θυμίζει την ορμή με την οποία η Αγαύη και οι συντρόφισσές της στις «Βάκχες» του Ευριπίδη ξεχύνονται στα βουνά, πλημμυρισμένες από ένθεη μανία. Οι «Βάκχες» τελειώνουν κι αυτές με μια φρικτή παιδοκτονία, όπως άλλωστε και ο «Ηρακλής Μαινόμενος» του Ευριπίδη, όπου ο αγαπημένος ήρωας των Ελλήνων δολοφονεί τα παιδιά του. Αυτές οι δύο παιδοκτονίες όμως έχουν γίνει υπό το κράτος ένθεης μανίας, μιας έκστασης που έρχεται κι αυτή από τον άγνωστο, μυστηριώδη κόσμο του υπερφυσικού, αλλά συνεπαίρνει ολόκληρη την υπόσταση του ήρωα, αίρει, ουσιαστικά, τη δική του βούληση, τον «καταλογισμό» του, όπως θα λέγαμε στο Ποινικό Δίκαιο.

Κι αν το παιχνίδι των θεών σ’ αυτές τις τελευταίες περιπτώσεις είναι διακριτό και οφθαλμοφανές, η Μήδεια και η Φραγκογιαννού όταν σκοτώνουν έχουν πλήρη συναίσθηση της πράξεώς τους. Μπορεί ο νους της Χαδούλας να «ψηλώνει», όταν έρχεται η στιγμή να κάνει τους φοβερούς φόνους, μπορεί η Μήδεια να σπαράζει πριν σηκώσει το μαχαίρι πάνω στα παιδιά της, ωστόσο, όταν κάνουν την ανόσια πράξη, η βούλησή τους είναι εκεί, καθαρή, εκατό τοις εκατό. Αυτό που κάνουν το κάνουν με όλη τους την ψυχή. Έχουν πλήρη συναίσθηση των ολέθριων συνεπειών. Όμως προχωρούν. Όχι γιατί αυτή είναι η μοίρα τους. Προχωρούν κόντρα στη μοίρα. Πιστεύουν ότι μπορούν να τη νικήσουν. Στη στιγμή της απόλυτης ελευθερίας τους, που είναι η ελευθερία να σκοτώνεις, καταστρέφονται.

«Τα παιδιά κι αν σφάξεις, υπήρξαν φύτρα αγαπημένη», λέει κάπου η Μήδεια. Η Μήδεια λατρεύει τα παιδιά της. Η Μήδεια μπόρεσε να εξασφαλίσει από τον Αιγέα άσυλο μόνο για τον εαυτό της. Τί θ’ απογίνουν τα παιδιά της; Επρόκειτο κι αυτά να εξοριστούν, μαζί της. Δεν μπορεί να επιτρέψει σε κανέναν να λοιδορήσει, να βλάψει τα αγαπημένα της παιδιά. Γι’ αυτό προτιμά να τα σκοτώσει με τα ίδια της τα χέρια. Αυτή έδωσε τη ζωή, αυτή την παίρνει. Σαν μικρός Θεός. Η ηρωίδα του Παπαδιαμάντη δεν μισεί τα μικρά κοριτσάκια. Μισεί τη ζωή που έζησε. Και δεν θέλει να δει αυτή τη μισητή ζωή να επαναλαμβάνεται σε καινούριες Χαδούλες, και να πολλαπλασιάζεται όταν αυτές θα γεννήσουν ακόμη περισσότερες δυστυχισμένες γυναικείες υπάρξεις. Η δυστυχία πρέπει να σταματήσει. Η Μήδεια και η Χαδούλα επιλέγουν γι’ αυτό την καταστροφή. Από τις χιλιάδες καταπιεσμένες γυναίκες του καιρού της μονάχα η Χαδούλα επιλέγει να διασαλεύσει την αιώνια και αναλλοίωτη αυτή τάξη πραγμάτων. Είναι αναπόδραστο να χάσει τη μάχη. Γιατί ακόμη κι αυτός ο ο άγριος κόσμος με τα στοιχειά και τις νεράιδες έχει τη δική του νομοτέλεια.

Πολλά ο Δίας στον Όλυμπο οικονομεί

Πολλά τελούν οι θεοί ανελπίστως

Πολλά από εκείνα που προσδοκήσαμε

Δεν τελειώθηκαν

Ενώ στα απροσδόκητα

Βρίσκει συνήθως το θείο διέξοδο

Και η Ιστορία αυτή

Έλαβε τέλος και έξοδο[1].

Μ’ αυτό το σχεδόν τυποποιημένο εξόδιο άσμα ολοκληρώνεται η «Μήδεια». Κι αν σ’ αυτό το τέλος ψάχνουμε για την αριστοτελική κάθαρση, πολύ φοβάμαι ότι δεν θα τη βρούμε. Κάθαρση δεν έχουμε ούτε στη «Φόνισσα», αν θεωρήσουμε (εσφαλμένα) ότι η κάθαρση ικανοποιεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα και ότι η Νέμεσις επελαύνει αναπόφευκτα μετά από την ύβρη. Καμμιά από τις δυο γυναίκες δεν τιμωρείται με την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, πως το τραγικό σύμπαν των δύο έργων δεν ξαναβρίσκει την ισορροπία του στο τέλος.

Η ισορροπία αυτή μοιάζει στα μάτια μας με τη γαλήνη μετά την ολοκληρωτική καταστροφή – ας θυμηθούμε και το τέλος του «Άμλετ» – και στα μάτια μας φαντάζει ξένη. Όπως ολότελα περίεργο μας φαίνεται και το γεγονός ότι στο μοναδικό βυζαντινό θεατρικό έργο, τον «Χριστό Πάσχοντα», η Παναγία θρηνεί για το σταυρωμένο παιδί της χρησιμοποιώντας αυτούσιες κουβέντες της φοβερής παιδοκτόνου Μήδειας. Μια και μιλήσαμε για τον Άμλετ, ας θυμηθούμε και μια φράση του: «Υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα σε γη και σ’ ουρανό, Οράτιε, τόσα που ούτε με τη φαντασία σου δεν μπορείς να ονειρευτείς».

Όσο για τη Χαδούλα, τη φοβερή βρεφοκτόνο Φραγκογιαννού, ας μη μας φαίνεται και τόσο ξένη. Πριν λίγο καιρό, ξεφυλλίζοντας κάποιο περιοδικό αντίκρισα μια συγκλονιστική φωτογραφία: Σ’ έναν πολυσύχναστο δρόμο της σημερινής Κίνας, πεταμένο κυριολεκτικά στο χαντάκι βρισκόταν το πτώμα ενός δολοφονημένου μωρού. Στην ίδια φωτογραφία μπορούσε κανείς να διακρίνει καθαρά τους ανθρώπους να βαδίζουν αδιάφοροι για το θέαμα. Αναρωτιέστε τί, πώς και γιατί; Σας έχω την απάντηση: Το νεκρό μωρό ήταν κοριτσάκι. Απλώς.

Ηλίας Τουμασάτος.

Φεβρουάριος 2002

Εισήγηση στην εκδήλωση για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη που πραγματοποιήθηκε από τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Κεφαλονιάς και Ιθάκης στο Πνευματικό Κέντρο της Ι. Μητροπόλεως Κεφαλληνίας στο Αργοστόλι την Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2002.

[1] Η Μετάφραση είναι του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, από την έκδοση της Μήδειας, εισαγωγή Page, Αθήνα: Καρδαμίτσα, 1991)


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μακεδονία 1897-1900: 2 Κεφαλονίτες, 19 αντάρτες και 400 φράγκα...

Η γυναίκα και το παιδί στον πόλεμο του '40

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]